Καλωσήρθατε στο χώρο της Λέσχης Ανάγνωσης του 2ου Γυμνασίου Αιγίου. 

Η Λέσχη μας λειτουργεί φέτος για τρίτη χρονιά 

και εδώ μπορείτε να μαθαίνετε τα νέα μας, 

να παρακολουθείτε τις δραστηριότητές μας 

και να δημοσιεύετε τις εργασίες σας.

Η συντονίστρια της Λέσχης

Παναγιωτοπούλου Ελένη, φιλόλογος 

Η λέσχη ανάγνωσης προτείνει το βιβλίο του μήνα

 

 

«Σε καιρούς σκοτεινούς, πάντα υπήρξαν καλοί άνθρωποι που, με οδηγό τη Λογική, μόχθησαν να φέρουν στους συμπατριώτες τους τον διαφωτισμό και την πρόοδο. Και δεν ήταν λίγοι όσοι πάσχιζαν να τους εμποδίσουν».


Στα τέλη του 18ου αιώνα, όταν δύο μέλη της Βασιλικής Ισπανικής Ακαδημίας, ο βιβλιοθηκάριος δον Ερμογένης Μολίνα και ο ναύαρχος δον Πέδρο Θάρατε, επιφορτίστηκαν από τους συναδέλφους τους να ταξιδέψουν στο Παρίσι για να αποκτήσουν με τρόπο σχεδόν μυστικό τους 28 τόμους της Encyclopedie του Ντ’ Αλαμπέρ και του Ντιντερό, που στην Ισπανία ήταν απαγορευμένη, κανείς δεν μπορούσε να υποπτευθεί ότι οι δύο ακαδημαϊκοί θα αντιμετώπιζαν μια επικίνδυνη αλληλουχία μηχανορραφιών, ένα ταξίδι όλο αβεβαιότητες και τρομάρες, που θα τους οδηγούσε, μέσα από δρόμους γεμάτους ληστές και άβολες λοκάντες και πανδοχεία, από την πεφωτισμένη Μαδρίτη του Καρόλου Γ΄ στο Παρίσι των καφέ, των σαλονιών, των φιλοσοφικών κύκλων συζήτησης, της ελευθεριάζουσας ζωής και των πολιτικών αναταραχών τις παραμονές της Γαλλικής Επανάστασης. Βασισμένο σε πραγματικά γεγονότα και χαρακτήρες, τεκμηριωμένο με μεγάλη σχολαστικότητα, συγκινητικό και σαγηνευτικό σε κάθε του σελίδα, το Καλοί άνθρωποι, σε σκοτεινούς καιρούς αφηγείται την ηρωική περιπέτεια εκείνων που, με οδηγό τους τα φώτα της Λογικής, θέλησαν ν’ αλλάξουν τον κόσμο με βιβλία, τότε που το μέλλον έσπρωχνε τις παλιές ιδέες στο περιθώριο και το άγχος της ελευθερίας έκανε εδραιωμένους θρόνους και κόσμους να παραπαίουν.

 

Το παρακάτω απόσπασμα που αποτελεί και την εισαγωγή του βιβλίου μας βάζει στο εργαστήρι του συγγραφέα. Σε πολλά σημεία του βιβλίου ο Ρεβέρτε γράφει για την έρευνα που έκανε και πώς αξιοποίησε λογοτεχνικά τις πηγές του.

ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΔΥΣΚΟΛΟ ΝΑ ΦΑΝΤΑΣΤΕΙΣ μια μονομαχία με το φως της αυγής στο Παρίσι των τελευταίων χρόνων του 18ου αιώνα. Φτάνει να έχεις διαβάσει κάμποσα βιβλία και να έχεις δει μερικές ταινίες. Να την περιγράψεις γραπτώς είναι πιο περίπλοκο. Και να τη χρησιμοποιήσεις για να ξεκινήσεις ένα μυθιστόρημα ενέχει τους κινδύνους του. Το ζητούμενο είναι να πετύχεις να δει ο αναγνώστης όσα βλέπει, ή φαντάζεται, ο συγγραφέας. Να μεταμορφωθείς σε μάτια ξένα, στα μάτια του αναγνώστη, και να εξαφανιστείς διακριτικά έτσι ώστε να είναι ο ίδιος εκείνος που θα αναμετρηθεί με την ιστορία που του διηγούνται. Η ιστορία τούτων εδώ των σελίδων χρειάζεται ένα λιβάδι σκεπασμένο από την πρωινή πάχνη κι ένα φως διάχυτο, γκριζωπό, για το οποίο θα ήταν χρήσιμο να καταφύγουμε σε μια ελαφριά ομίχλη, όχι πολύ πυκνή, σαν εκείνες που ξεφύτρωναν συχνά στα δάση στα περίχωρα της γαλλικής πρωτεύουσας –πολλά από τα δασύλλια εκείνα έχουν σήμερα εξαφανιστεί ή έχουν ενσωματωθεί σ’ αυτήν– με το πρώτο φως της μέρας. Η σκηνή χρειάζεται επίσης κάποια πρόσωπα. Στο αβέβαιο φως του ήλιου που δεν ανατέλλει ακόμα πρέπει να δια- κρίνονται, κάπως ξεθωριασμένες μέσα στην αχλή, οι μορφές δύο ανθρώπων. Κάπως πιο αποτραβημένες, κάτω από τα δέντρα, κοντά σε τρεις ιππήλατες άμαξες σταματημένες εκεί, υπάρχουν κι άλλες ανθρώπινες μορφές, αντρικές, τυλιγμένες σε κάπες, με τρίκοχα καπέλα τραβηγμένα χαμηλά μέχρι τον γιακά της κάπας. Είναι μισή ντουζίνα, αλλά δεν επηρεάζουν την κυρίως σκηνή· μπορούμε επομένως προς στιγμήν να τις αγνοήσουμε. Αυτό που πρέπει να προσελκύσει την προσοχή μας είναι δύο ακίνητοι άντρες ο ένας απέναντι στον άλλο, όρθιοι πάνω στο μουσκεμένο χορτάρι του λιβαδιού. Φορούν στενές περισκελίδες και πουκάμισο χωρίς σακάκι. Ο ένας είναι αδύνατος, μάλλον ψηλός για την εποχή του, με γκρίζα μαλλιά μαζεμένα σε μια κοντή αλογοουρά στον αυχένα του. Ο άλλος είναι μετρίου αναστήματος και τα μαλλιά του είναι σγουρά στους κροτάφους, πουδραρισμένα κατά την πιο εκλεπτυσμένη μόδα της εποχής του. Κανείς από τους δύο δε μοιάζει νέος, αν και είμαστε σε μεγάλη απόσταση για να το εκτιμήσουμε. Ας τους πλησιάσουμε λιγάκι επομένως. Ας τους παρατηρήσουμε καλύτερα. Αυτό που κρατούν στα χέρια τους, και οι δύο, είναι σπαθί. Ή σπαθί που μοιάζει με ξίφος άσκησης, αν προσέξουμε τις λεπτομέρειες. Τα πράγματα επομένως μοιάζουν σοβαρά. Δυσοίωνα. Οι δύο άντρες στέκονται σε απόσταση τριών βημάτων ο ένας από τον άλλο, ακίνητοι ακόμα, και κοιτάζονται προσεκτικά. Σχεδόν σκεφτικά. Ίσως επικεντρωμένοι σ’ αυτό που πρόκειται να συμβεί. Τα μπράτσα τους κρέμονται κατά μήκος του σώματος και οι μύτες των λεπίδων αγγίζουν το κρυσταλλιασμένο χορτάρι στο χώμα. Ο πιο κοντός, που από κοντά μοιάζει και πιο νέος, έχει έκφραση υπεροπτική, ίσως θεατρικά περιφρονητική. Θα έλεγε κανείς πως, παρότι μελετάει τον αντίπαλό του, φροντίζει να δείχνει ατάραχος σε όσους κοιτάζουν από τις παρυφές του λιβαδιού. Ο άλλος, πιο ψηλός και μεγαλύτερης ηλικίας, έχει γαλάζια μάτια υγρά και μελαγχολικά, που μοιάζουν επηρεασμένα από την υγρασία του περιβάλλοντος. Εκ πρώτης όψεως τα μάτια αυτά δείχνουν να ατενίζουν τον άντρα που έχουν μπροστά τους, αν όμως τα προσέξουμε καλά θα αντιληφθούμε πως δεν είναι έτσι. Στην πραγματικότητα είναι απορροφημένα ή αφηρημένα. Απόντα. Ίσως, αν αυτή τη στιγμή ο άνθρωπος που έχουν μπροστά τους άλλαζε θέση, τα μάτια αυτά να συνέχιζαν να κοιτάζουν προς το ίδιο σημείο, αδιαφορώντας για τα πάντα, με την προσοχή στραμμένη σε εικόνες μακρινές που μόνο αυτά γνωρίζουν. Από την ομάδα που έχει συγκεντρωθεί κάτω από τα δέντρα έρχεται μια φωνή και οι δύο άντρες που στέκονται στο λιβάδι σηκώνουν αργά τα ξιφίδια. Ανταλλάσσουν σύντομο χαιρετισμό, ο ένας σηκώνοντας τον φυλακτήρα στο ύψος του πιγουνιού, και μετά παίρνουν θέση φύλαξης. Ο πιο κοντός ακουμπάει το ελεύθερο χέρι του στον γοφό, υιοθετώντας μια κομψότατη στάση ξιφομαχίας. Ο άλλος, ο ψηλός άντρας με τα υγρά μάτια και την κοντή γκρίζα αλογοουρά, τεντώνει το όπλο και σηκώνει το άλλο χέρι, σχηματίζοντας σχεδόν ορθή γωνία με τον βραχίονα και τον πήχη, με τα δάχτυλα, χαλαρά, να πέφτουν ελαφρά προς τα εμπρός. Οι λεπίδες, αγγίζοντας πρώτη φορά ανεπαίσθητα η μια την άλλη, αφήνουν έναν σιγανό μεταλλικό ήχο που ακούγεται πεντακάθαρος, αργυρόηχος, στον ψυχρό αυγινό αέρα. Ας συνεχίσουμε να γράφουμε τώρα. Ας διηγηθούμε την ιστορία. Ας μάθουμε τι οδήγησε τα πρόσωπα αυτά μέχρις εδώ.

 

Η Λέσχη Ανάγνωσης προτείνει το βιβλίο του μήνα

(λίγη ακόμα Ιστορία με δυο εθνικά θέματα και ένα παγκόσμιο)

 

Οι χρυσοπράσινοι φίλοι μου, Καμή

 

Γιατί μαθαίνουμε ένα από τα πιο επώδυνα κεφάλαια της πρόσφατης ιστορίας μας (τουρκική εισβολή στην Κύπρο, Αττίλας, ψευδοκράτος)

Γιατί μας μυεί σε διαφορετικά είδη κειμένων (ημερολόγιο, επιστολή, προσωπική μαρτυρία, κ.α)

Γιατί προάγει τη συνεργασία ανάμεσα σε μαθητές και σχολεία μέσα από Περιβαλλοντικά προγράμματα

Γιατί μιλά για τη φιλία

Γιατί το έγραψε μια συμπατριώτισσά μας, η Αναστασία Ευσταθίου και το εξώφυλλο φιλοτέχνησε η Αιγιώτισσα Έλενα Παπαδημητρίου

 

Πρόκειται για ένα εφηβικό μυθιστόρημα που αφηγείται η Αναστασία, μια από τις μαθήτριες του σχολείου της Ακράτας, μέσα από τις σελίδες του προσωπικού της ημερολογίου, που το έχει ονομάσει "Καμή" και καλύπτει μια χρονική περίοδο 8 ετών με μεγάλα διαλείμματα και συνταρακτικές αλλαγές σε προσωπικό και εθνικό επίπεδο. 

Πρωταγωνιστές του εφηβικού αυτού βιβλίου είναι οι πραγματικές μαρτυρίες Κυπρίων, οι εργασίες μαθητών που συμμετέχουν στο διεθνές περιβαλλοντικό πρόγραμμα "Χρυσοπράσινο Φύλλο" αλλά και το συναισθηματικό δέσιμο, τα εφηβικά όνειρα και η παντοτινή φιλία που αναπτύχθηκε ανάμεσα στους μαθητές δύο κωμοπόλεων, της Ακράτας Αχαΐας και της Άχνας Αμμοχώστου.

 

Ακούστε κι αυτό:

https://www.youtube.com/watch?v=ckfYOT-HAdI

 

 

Άρης Σφακιανάκης: «Έξοδος»

Χαριτίνη Μαλισσόβα. Δημοσιεύτηκε 27 Ιανουαρίου 2017

 

Χαμένος σε μια ρωγμή του χρόνου, με αναζητήσεις ιστορικού ενδιαφέροντος αυτή τη φορά, ο συγγραφέας, ήρωας των μυθιστορημάτων του Άρη Σφακιανάκη, βρίσκεται στο φλεγόμενο Μεσολόγγι, δύο εβδομάδες πριν από τη γνωστή σε όλους μας από την ελληνική ιστορία, ηρωική Έξοδο.

Με τον συγγραφέα να καλείται να προσαρμοστεί στα δεδομένα της στιγμής που τον έστειλε το ταξίδι του στον χρόνο, αλλά με τις εμπειρίες και τις γνώσεις του σήμερα και γνωρίζοντας εκ των προτέρων την εξέλιξη της ιστορίας, η Έξοδος είναι ένα βιβλίο που από τις πρώτες σελίδες του κεντρίζει το ενδιαφέρον του αναγνώστη.

Το όνομα του συγγραφέα δεν αναφέρεται σε καμία σελίδα, άρα υποθέτουμε ότι είτε είναι ο ίδιος ο Παρθένιος Σατανάκης (γνωστός και πολυαμφιλεγόμενος μέσα από τα μυθιστορήματα του Άρη Σφακιανάκη Δεν ήξερες δεν ρώταγεςΜπέιμπι ΣίτινγκΗ μοναξιά δεν μου ταιριάζειΟυ μπλέξεις και Οι παντρεμένες), ο οποίος άλλαξε ενδιαφέροντα. Ή μήπως είναι ένας άλλος, «νεοείσακτος» ήρωας που θα μας συντροφεύει αναγνωστικά μέσα από την πένα του δημιουργού του και στα επόμενα βιβλία του;

Ξεκινώντας την ανάγνωση του βιβλίου διακρίνεις το γνωστό ύφος γραφής του Σφακιανάκη, ωστόσο προοδευτικά και εξόχως επιτυχημένα συστήνεσαι με την ιστορική πραγματικότητα, μια πραγματικότητα πασπαλισμένη με το προσωπικό στοιχείο του, καταγεγραμμένη με ευφυΐα αλλά και αληθινή γνώση – δεν είναι τυχαία η αναφορά στο τέλος του βιβλίου τριάντα περίπου τίτλων που χρησιμοποιήθηκαν από τον συγγραφέα ως βιβλιογραφία.

Στις 300 περίπου σελίδες του βιβλίου ο αναγνώστης διατρέχει τη σημαντική εκείνη περίοδο, γνωρίζοντας εκ των ένδον τα τεκταινόμενα και τους πρωταγωνιστές της: οπλαρχηγοί, πολιτικοί, γραφιάδες, γυναίκες και παιδιά δίνουν τη μάχη της επιβίωσης και της επικράτησης μέσα στον όλεθρο, την πείνα και τον ορυμαγδό και αναβιώνουν διά της πένας και της φαντασίας στις σελίδες του ανά χείρας βιβλίου.

Με άξονα την οικογένεια του Κίτσου Τζαβέλα και με την όμορφη Λένια να κλέβει την καρδιά του χαμένου στον χρόνο συγγραφέα, εκτυλίσσονται ρεαλιστικές σκηνές φρίκης, πολέμου αλλά και έρωτα, κατάσταση τόσο απαραίτητη για τον πρωταγωνιστή όλων των βιβλίων του Άρη Σφακιανάκη.
 

Σταθερά και αβίαστα, χωρίς καμία διάθεση διδακτισμού, συναντούμε την ιστορική συγκυρία αναγνωρίζοντας χαρακτήρες και συναισθήματα που γεννά η κατάσταση εκτάκτου ανάγκης στην οποία βρίσκεται μια πόλη, ένας λαός, που δεν είναι άλλος από τον δικό μας λαό, στην προσπάθειά του να αναγεννηθεί και να βρει την ταυτότητά του.

Φιλέλληνες, δανειστές και χαρακτηριστικά των Ελλήνων όπως η ασυνεννοησία, ο εγωκεντρισμός, η μισαλλοδοξία, ο καρεκλοκενταυρισμός, αλλά και όλα τα στοιχεία για τα οποία διακρίνεται ο λαός μας από τη γέννηση του νεοελληνικού κράτους παρελαύνουν τεχνηέντως μπροστά στα μάτια του αναγνώστη.

Το γυναικείο στοιχείο είναι έντονο και σ’ αυτό το βιβλίο, ωστόσο αυτή τη φορά η γυναίκα δεν είναι η ερωμένη, αλλά μια νέα κοπέλα η οποία βρίσκεται στη δεινή θέση της μητέρας που δεν μπορεί να βρει τροφή για το μωρό της. Το αίσθημα της πείνας και της δίψας, κυρίαρχα σε όλη την εξέλιξη της μυθοπλασίας.

Γυναικείο πρόσωπο είναι η νεαρή επίδοξη ποιήτρια Ιωάννα, που σχετίζεται στη σύγχρονη πραγματικότητα με τον ήρωα του βιβλίου και βρίσκεται κι αυτή στο Μεσολόγγι, εν αγνοία, αρχικά, του συγγραφέα. Στην πραγματικότητα του Μεσολογγίου η Ιωάννα επισκιάζεται από την όμορφη Λένια, αφού πια εκείνη παίρνει την καρδιά του, ενώ η μάνα του Κίτσου Τζαβέλα είναι η τρίτη, διόλου ευκαταφρόνητη, παρά το προχωρημένο της ηλικίας της, ηρωίδα.

Το στοιχείο της αλλαγής του χαρακτήρα του ανθρώπου όταν αυτός βρεθεί αντιμέτωπος με την αλλαγή των συνθηκών επιβίωσης του είναι διάχυτο στο βιβλίο. Πόσο μπορεί να αλλοιωθεί ο χαρακτήρας ενός φιλήσυχου συγγραφέα της σύγχρονης πραγματικότητας όταν κληθεί να σκοτώσει, στη σκληρή πραγματικότητα του Μεσολογγίου του 1826; Πόσο μπορεί να συνηθίσει το αίμα και να φτάσει σε σημείο να σκοτώσει ακόμα και χωρίς ιδιαίτερο λόγο, όταν οι συνθήκες της ζωής του αλλάζουν;

Συνηθίζεται η βία; H βία φέρνει κι άλλη βία; Πόσο η θέση της γυναίκας έχει αλλάξει από τη σκληρή εκείνη εποχή; Πώς μπορεί να αντιδράσει κάποιος όταν ήδη γνωρίζει την εξέλιξη της στιγμής που ζει; Αυτά είναι ορισμένα από τα υπαρξιακά ζητήματα που θέτει το βιβλίο.

Δεν μπορεί κανείς να παραβλέψει το χιούμορ, λεπτό, ευφυές ενίοτε αυτοσαρκαστικό και μαύρο ακόμα και στις πιο αντίξοες στιγμές, στοιχείο με το οποίο ο μεν παλαιός αναγνώστης του Σφακιανάκη έχει εξοικειωθεί αλλά και που θα εκτιμήσει όποιος τον διαβάζει για πρώτη φορά.

Μόνο ένας συγγραφέας που χειρίζεται έξοχα την πένα του έχει τη δυνατότητα να σε περνάει από το δάκρυ στο γέλιο χωρίς να γίνεται μελοδραματικός, και να αποσπά το γέλιο τη δύσκολη στιγμή χωρίς να χρησιμοποιεί εύκολες μεθόδους.

Αυτό, νομίζω, είναι το ιδιαίτερο χάρισμα της γραφής του Άρη Σφακιανάκη, πέρα από το καλοδουλεμένο κείμενο.

Όσο για το τέλος που δίνεται στο βιβλίο, αυτό μάλλον σημαίνει μια νέα αρχή, με τον ήρωα ίσως να μεταφέρεται σε μια νέα ιστορική περίοδο.

Με ένα όμορφα φιλοτεχνημένο εξώφυλλο και περιεχόμενο που προσελκύει από την πρώτη σελίδα, η Έξοδος είναι το πρώτο βήμα του Άρη Σφακιανάκη για μια νέα σειρά βιβλίων με ιστορικό περιεχόμενο.

Είναι η δική του Έξοδος από τη μανιέρα, τον ρόλο που υποδυόταν στα πρόσφατα βιβλία του.


Βιβλία που διδάσκουν, συγκινούν, αλλά και μας διασκεδάζουν!

του Κώστα Στοφόρου By Literature | May 9, 2016

 

Μια από τις πιο συγκλονιστικές ταινίες που έχω δει μαζί με τα παιδιά μου είναι «Το αγόρι με τη ριγέ πιτζάμα», βασισμένο στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Τζον Μπόιν.

Ο Ιρλανδός συγγραφέας για μια ακόμη φορά στο νέο βιβλίο του «Το αγόρι στην κορυφή του βουνού» (εκδόσεις Ψυχογιός) καταφέρνει να αγγίξει βαθιά μικρούς και μεγάλους αναγνώστες.

Διαβάζοντάς το, ένιωθα στιγμές –στιγμές να μην αντέχω άλλο.

Το στόμα μου στέγνωνε. Ως που μπορούσε να φτάσει το δράμα;

Θα υπήρχε κάθαρση;

Δεν μπορούσα να αφήσω το βιβλίο από τα χέρια μου…

Ο συγγραφέας δείχνει -με μοναδικό τρόπο- πως ένα καλόψυχο παιδί θα μπορούσε κάτω από ορισμένες συνθήκες να πραγματοποιήσει τις πιο αποτρόπαιες πράξεις. Σελίδα τη σελίδα παρακολουθούμε τον μικρό Πιερό, με πατέρα Γερμανό και μητέρα Γαλλίδα, να χάνει πρώτα τον ένα και μετά τον άλλο από τους γονείς του, να πηγαίνει σε ορφανοτροφείο και αν καταλήγει υπό την προστασία της θείας του σε ένα σπίτι στο βουνό. Όχι σε ένα οποιοδήποτε σπίτι, αλλά στον τόπο αναψυχής του Αδόλφου Χίτλερ. Εκεί ο Πιερό θα γίνει Πίτερ, θα γοητευθεί από την προσωπικότητα του Χίτλερ, θα γίνει ένας μικρός ναζί και θα απαρνηθεί τον πιο αγαπημένο του φίλο, τον Ανσέλ. Ήταν βλέπετε εβραϊκής καταγωγής. Το άλλοτε ευαίσθητο παιδί θα γίνει απίστευτα σκληρό και δεν θα σταματά μπροστά σε τίποτα…

Πρόκειται για ένα μυθιστόρημα που διαβάζεται από μεγαλύτερα παιδιά αλλά και ενηλίκους και δείχνει ανάγλυφα πώς εκκολάπτεται το «αυγό του φιδιού».

Στο μυθιστόρημα του Μπόιν η παιδική ηλικία τραυματίζεται βάναυσα από την ιστορία, την κοινωνία και τους ενηλίκους.

Είναι σημαντικό τα παιδιά να μάθουν να μοιράζονται, να μιλάνε, να μην πνίγουν μέσα τους όσα τα βασανίζουν, να γνωρίσουν πως έχουν δικαιώματα και υποχρεώσεις.

Συναρπαστικό, με αγωνία και απρόβλεπτη εξέλιξη θα πρέπει να βρει οπωσδήποτε θέση στη βιβλιοθήκη σας… 

 

Τα βιβλία μπορείτε να τα δανειστείτε από τη Δημοτική Βιβλιοθήκη

 

Μαθητικό Πολιτιστικό Φεστιβάλ

Πάτρα 25, 26, 27 Ιουνίου 2017

 

Οι μαθητές και οι μαθήτριες της Λέσχης Ανάγωσης παρουσίασαν, 

με εικαστικές δημιουργίες αλλά και με δρώμενα επί σκηνής, 

την Τρίτη 26 Ιουνίου στο Σκαγιοπούλειο της Πάτρας,

το Πολιτιστικό Πρόγραμμα "Τα βιβλία πάνε σινεμά" 

που εκπόνησαν τη σχολική χρονιά 2016-2017.

 

Συγχαρητήρια! Καλή ξεκούραση! Καλές αναγνώσεις!

Ελπίζω να συνεχίσουμε το ίδιο δυναμικά και του χρόνου...

Ελένη Παναγιωτοπούλου 

 

ΘΑ ΕΙΜΑΣΤΕ ΚΑΙ ΕΜΕΙΣ ΕΚΕΙ!

Μαθητικό Πολιτιστικό Φεστιβάλ 2017

H Διεύθυνση Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Αχαΐας / Πολιτιστικά Θέματα σε συνεργασία με τον Πολιτιστικό Οργανισμό του Δήμου Πατρέων, στο πλαίσιο του Διεθνούς Φεστιβάλ Πάτρας, διοργανώνουν τριήμερο Μαθητικό Πολιτιστικό Φεστιβάλ, στις 25, 26 και 27 Ιουνίου, ώρα 19.30, στο Σκαγιοπούλειο Ίδρυμα (είσοδος από Σολωμού).
Σκοπός του Μαθητικού Πολιτιστικού Φεστιβάλ είναι η ανάδειξη της δημιουργικότητας των μαθητών που συμμετείχαν κατά τη σχολική χρονιά 2016-2017 σε Πολιτιστικά Προγράμματα, καθώς και η διάχυση των αποτελεσμάτων που προέκυψαν από την υλοποίησή τους στην τοπική κοινωνία, ενισχύοντας την ταυτότητα του ανοιχτού πολιτισμικού και κοινωνικού σχολείου.

«Τα βιβλία πάνε σινεμά»

Λέσχη Ανάγνωσης 2ου Γυμνασίου Αιγίου

 

Στη λέσχη ανάγνωσης συμμετέχουν οι μαθητές:

•        ΠΡΙΝΤΖΙΟΥ ΜΑΡΙΑ

•        ΦΡΑΓΚΟΥΛΗ ΒΑΣΙΛΙΚΗ

•        ΓΑΡΤΑΓΑΝΗΣ ΦΙΛΙΠΠΟΣ

•        ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΥ ΜΑΡΙΑ

•        ΛΕΚΑΙ ΑΝΤΟΝΕΤΑ

•        ΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΥ ΦΑΝΗ

•        ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΥ ΔΗΜΗΤΡΑ

•        ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ ΣΩΤΗΡΗΣ

•        ΤΑΤΑΖΗ ΠΕΤΡΟΣ

•        ΑΡΓΥΡΟΥ ΜΑΡΙΛΕΤΑ

•        ΑΡΓΥΡΙΑΔΟΥ ΕΛΕΝΗ

•        ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΥ ΜΑΡΘΑ

•        ΚΑΡΝΑΒΟΥ ΕΛΠΙΝΙΚΗ

•        ΚΑΡΑΘΑΝΑΣΗ ΔΗΜΗΤΡΑ

•        ΜΑΓΚΛΑΡΑ ΜΑΡΙΑΝΝΑ

 

Υπεύθυνη καθηγήτρια: η φιλόλογος Παναγιωτοπούλου Ελένη

Εμπειρίες των μαθητών από τη συμμετοχή τους

στη Λέσχη Ανάγνωσης τη σχολική χρονιά 2016-2017

 

Η Λέσχη ήταν για μένα ένα ταξίδι γνώσης και περιπέτειας εκτός των σχολικών μαθημάτων. Ήταν μια συναρπαστική εμπειρία ζωής. Διαβάσαμε πολλά βιβλία, ταξιδέψαμε με τους ήρωες μέσα στο χρόνο, αφιερώσαμε προσωπικές στιγμές, ψυχαγωγηθήκαμε κι ευχαριστηθήκαμε την ανάγνωση. Χάρη στο ενδιαφέρον και την αγάπη της καθηγήτριάς μου, κ. Παναγιωτοπούλου προβληματιστήκαμε και ασχοληθήκαμε με ιδιαίτερο τρόπο με την φιλαναγνωσία.

Είμαι πολύ τυχερή που συμμετείχα σ’ αυτό το πρόγραμμα και πήρα μέρος σε τόσες δημιουργικές δραστηριότητες. Εύχομαι να συνεχιστεί αυτό το τόσο σπουδαίο έργο.

Ελένη Αργυριάδου

 

Η εμπειρία µου από τη Λέσχη Ανάγνωσης µόνο θετική θα μπορούσε να είναι! Διαβάσαμε βιβλία, είδαμε ταινίες, κάναμε δράσεις, συμμετείχαμε σε εκδηλώσεις και αποκτήσαμε κρίση σε πολλά βιβλία μέσα από τις περιγραφές των µελών της Λέσχης. Οι συναντήσεις ομόρφυναν αρχικά τα μεσημέρια της Τετάρτης και αργότερα της Πέμπτης. Ήταν ένα ευχάριστο διάλειμμα από την ρουτίνα της καθημερινότητας.

Θα χαρώ πραγματικά πολύ εάν συνεχίσουμε τις συναντήσεις και τις επόμενες χρονιές.

Μαριάννα Μαγκλάρα

 

Θυμάμαι, στη Β’ Γυμνασίου, τον τρόπο με τον οποίο έγινα μέλος της Λέσχης Ανάγνωσης. Ήταν μετά από την παρότρυνση κάποιων φίλων μου που ήθελαν να πάμε όλες μαζί. Έτσι λοιπόν ξεκίνησα και συνεχίζω μέχρι και σήμερα.

Φέτος ήταν η δεύτερη χρονιά μου σ’ αυτή. Περάσαμε πολύ όμορφα. Διαβάσαμε βιβλία, φτιάξαμε με τη φαντασία μας πολύ ωραίες εργασίες, διασκεδάσαμε, γελάσαμε και συμμετείχαμε σε πολλές από τις γιορτές του σχολείου μας.

Επίσης φέτος είναι και η τελευταία μου χρονιά στο Γυμνάσιο. Ξέρω ότι παρόλο που θα πάω στο Λύκειο και δεν θα συμμετέχω πια στη Λέσχη, θα την θυμάμαι σαν μια ευχάριστη εμπειρία και θα συνεχίσω να παρακολουθώ την πορεία της μέσω της ιστοσελίδας. Εύχομαι, λοιπόν, σε όλα τα μέλη της Λέσχης ανάγνωσης καλό καλοκαίρι και καλή συνέχεια με δημιουργικότητα και όρεξη για  … βιβλία!!! 

Μαρία Πρίντζιου

 

Στη λέσχη ανάγνωσης γεμίσαμε δημιουργικά τις ώρες μας. Κάναμε πολλές ασκήσεις δημιουργικής γραφής και ετοιμάσαμε μικρές παραστάσεις και δρώμενα. Δώσαμε ιδιαίτερη βαρύτητα στα βιβλία και τις ταινίες. Πήγαμε ένα ταξίδι που μας γέμισε εμπειρίες. Δυστυχώς η χρονιά τέλειωσε και το ταξίδι για φέτος σταματά εδώ. Είμαι τυχερή που ήμουν μέλος αυτής της λέσχης και ελπίζω να συνεχίσει και τα επόμενα χρόνια με την ίδια ευρηματικότητα. 

Μάρθα Αγγελοπούλου

 

Φέτος, δεν ήμουν και πολύ τακτικός στις συναντήσεις της Λέσχης γιατί είχα πολλές υποχρεώσεις. Συμμετείχα όμως στις δράσεις, στις γιορτές και τις επισκέψεις. Στεναχωρούσα μερικές φορές την κυρία με την ασυνέπειά μου και ακόμα της «χρωστάω» μια ζωγραφιά. Πάντως η λέσχη ήταν ακόμα καλύτερη από πέρσι.

Πέτρος Τατάζη

 

Τώρα, στο τέλος της σχολικής χρονιάς, μου ζητήθηκε να αποτυπώσω τα αισθήματά μου για τη συμμετοχή μου στη Λέσχη ανάγνωσης του σχολείου μου. Αν και η επαφή με τα βιβλία δεν ήταν κάτι πρωτόγνωρο για εμένα, το να μοιράζομαι τις σκέψεις μου και να ακούω τις απόψεις των άλλων ήταν μια καινούρια εμπειρία. Παράλληλα, αφού εντάχθηκα σε μια ομάδα, γνώρισα πολλά παιδιά με τα οποία συνεργάστηκα και μοιράστηκα στιγμές χαράς, γέλιου και συγκίνησης. Ήταν μια από τις ωραιότερες εμπειρίες της σχολικής χρονιάς και ελπίζω να συνεχίσουμε… 

Δήμητρα Καραθανάση

 

Τη φετινή χρονιά στη Λέσχη Ανάγνωσης κάναμε πολλά και δημιουργικά πράγματα. Επισκεφθήκαμε το «ΕΚΑΜΕ», όπου παρουσιάσαμε ένα θεατρικό, χορέψαμε με τους μαθητές, φτιάξαμε στολίδια και στολίσαμε το χριστουγεννιάτικο δέντρο τους.

Δεν ξεχνώ τη σχολική γιορτή λήξης της χρονιάς, όπου απαγγείλαμε στίχους ποιητών που υμνούν τη ζωή. Στις συναντήσεις μας, παρουσιάζαμε τα βιβλία που είχαμε δανειστεί από τη βιβλιοθήκη, τις ταινίες που είχαμε δει και κουβεντιάζαμε για αυτά. Πέρασα φανταστικά και πιστεύω πως ήταν από τις καλύτερες χρονιές. 

Σωτήρης Σωτηρόπουλος

 

Αυτή τη χρονιά στη Λέσχη τα περάσαμε τέλεια! Αρχικά το θέμα «Τα βιβλία πάνε σινεμά» ήταν μαγευτικό. Έπειτα μου άρεσε που διαβάζαμε και παρουσιάζαμε τα βιβλία και τις ταινίες σε ζευγάρια. Το καλύτερο είναι που θα πάμε στην Πάτρα για να παρουσιάσουμε το πρόγραμμά μας στο Μαθητικό Πολιτιστικό Φεστιβάλ. Το μόνο που με στενοχώρησε ήταν που έλειπα από κάποιες συναντήσεις λόγω υποχρεώσεων και έτσι έχασα αρκετά ενδιαφέροντα πράγματα. 

Αντονέτα Λέκαϊ

 

Φέτος ήταν η δεύτερη συνεχόμενη χρονιά που ήμουν μέλος στη Λέσχη Ανάγνωσης του σχολείου μου. Η Λέσχη κάθε χρόνο ασχολείται με διαφορετικό θέμα και φέτος είχε τίτλο «Τα βιβλία πάνε σινεμά». Ήταν πολύ ενδιαφέρον θέμα και για μένα προσωπικά αποτελούσε και μια πρόκληση. Έπρεπε στην τελική μου εργασία να παρουσιάσω και να σχολιάσω δυο πράγματα που μου αρέσουν πολύ, δηλαδή το βιβλίο και την κινηματογραφική εκδοχή του. Ήθελα να αναδείξω και τα δύο χωρίς να υπερτιμήσω ή να υποτιμήσω κάποιο από αυτά. Τελικά, νομίζω ότι κατάφερα να ξεπεράσω αυτό το εμπόδιο και να εκφράσω σωστά τις απόψεις μου. Μέσα από το φετινό θέμα ανακάλυψα καινούριες μου πλευρές και ικανότητες. Ανυπομονώ να ασχοληθώ με το νέο θέμα της επόμενης χρονιάς. 

Δήμητρα Νικολοπούλου

 

Τελειώνοντας το Γυμνάσιο, θα έχω να θυμάμαι όχι μόνο τη φοίτησή μου στο σχολείο αλλά και τη συμμετοχή μου στη Λέσχη Ανάγνωσης. Έγινα μέλος της Λέσχης στη Β’ Γυμνασίου και ήμουν ενθουσιασμένη γιατί θα γνώριζα περισσότερα πράγματα για τη Λογοτεχνία και τα βιβλία, που τα λάτρευα από μικρό παιδί.

Μέσω της Λέσχης γνώρισα πολλά παιδιά, μικρότερα και μεγαλύτερα από εμένα, με τα οποία ανταλλάξαμε απόψεις, δεθήκαμε και καταλάβαμε ότι έχουμε πολύ περισσότερα κοινά από όσα φανταζόμασταν. Εκτός από τους συγγραφείς, τα βιβλία και φέτος και τις ταινίες, πήρα σημαντικά μαθήματα ζωής που θα θυμάμαι κάθε φορά που θα αναπολώ τη Λέσχη.  

Βασιλική Φραγκούλη

 

Τι μπορεί να πει κανείς άραγε για να περιγράψει τη φετινή φαντασμαγορική χρονιά; Φτάνουν λίγες λέξεις; Μόνο αν είναι αρκετά μαγικές. Γιατί η αλήθεια είναι πως η χρονιά περιλάμβανε πολλές περιπέτειες και μας έδωσε πολλές νέες γνώσεις. Ένα κομμάτι της χρονιάς λοιπόν ήταν και η Λέσχη Ανάγνωσης που τα τελευταία τρία χρόνια, με τη συνεχή καθοδήγηση της κ. Παναγιωτοπούλου, δεν σταματά να μας εκπλήσσει. Συμμετέχω στη Λέσχη τα τελευταία δύο χρόνια και δεν το μετάνιωσα ούτε στιγμή. Αν και φέτος δεν πρόσφερα όσο θα ήθελα, οφείλω στη λέσχη πολλές γνώσεις και καλούς φίλους. Συχνά σκέφτομαι πως αν δεν είχα πει το «ναι» εκείνη την πρώτη μέρα, που έμαθα για τη λειτουργία της, κάτι θα μου έλειπε. Γιατί τίποτα από αυτά που έμαθα δεν πήγε χαμένο, τα χρησιμοποίησα όλα, ένα προς ένα. Είμαι πολύ χαρούμενη που είμαι μέλος της Λέσχης.

Τελικά δεν μπόρεσα να τα περιγράψω όλα με λίγες λέξεις. Μάλλον, αυτό δεν είναι τυχαίο… 

Μαρία Ηλιοπούλου

 

Όταν άκουσα πρώτη φορά για τη λειτουργία της Λέσχης Ανάγνωσης, δεν εντυπωσιάστηκα τόσο. Στη συνέχεια όμως και αφού έγινα μέλος της, αποδείχτηκε μια αξέχαστη εμπειρία. Τα παιδιά έγιναν όλοι φίλοι μου. Το βιβλίο μου είχε μυστήριο και δράση, κάτι που με έκανε να δω με καλύτερο μάτι τη Λέσχη. Θα ήθελα πάρα πολύ να πάρω μέρος και του χρόνου, αν μου το επιτρέπουν οι ώρες, γιατί για μένα η Λέσχη έγινε ένα ευχάριστο χόμπι. 

Ελπινίκη Κάρναβου

 

Η πρώτη μου χρονιά στο Γυμνάσιο κύλησε γρήγορα και ευχάριστα. Σίγουρα θα μου μείνει αξέχαστη γιατί συμμετείχα σε πολλές εκδηλώσεις και προγράμματα ξεφεύγοντας από τη μονοτονία των μαθημάτων. Θα γράψω λίγα λόγια για τη συμμετοχή μου στη Λέσχη Ανάγνωσης. Το πρώτο πράγμα που μου τράβηξε το ενδιαφέρον ήταν ο τίτλος: «Τα βιβλία πάνε σινεμά». Δεν ήμουν σίγουρη ποιο ήταν το θέμα της. Τα βιβλία, το σινεμά ή και τα δύο; Αφού ζήτησα πληροφορίες από τα περσινά μέλη, κατάλαβα ότι βρήκα το δεύτερο σπίτι μου. Μου άρεσε πολύ να διαβάζω βιβλία στον ελεύθερο χρόνο μου αλλά έπειτα δεν είχα κάποιον να μιλήσω γι’ αυτά. Έτσι χάρηκα πολύ που θα εύρισκα κάποιους που θα ενδιαφέρονταν και θα αγαπούσαν τα βιβλία όσο και εγώ. Αμέσως γράφτηκα στη Λέσχη και με ανυπομονησία περίμενα την πρώτη συνάντηση.

Από την πρώτη κιόλας μέρα αγάπησα το χώρο της σχολικής βιβλιοθήκης και γρήγορα δέθηκα με τα άλλα μέλη της Λέσχης. Κάθε Πέμπτη, έπειτα από τα μαθήματα, καθόμασταν και συζητούσαμε για τα βιβλία, ξεχνάγαμε την κούραση της μέρας και πηγαίναμε στο σπίτι πιο χαρούμενοι. Επίσης, με τη Λέσχη συμμετείχαμε σε πολλές γιορτές και δίναμε τη δικιά μας πινελιά σε κάθε εκδήλωση του σχολείου.

Πέρασα ωραία στιγμές και γνώρισα πολλά νέα παιδιά, που έχουμε γίνει φίλοι.

Ελπίζω του χρόνου να είμαστε πάλι όλοι μαζί και να ζήσουμε μια αξέχαστη χρονιά. 

Μαριλέτα Αργυρού  

 

Ένας σύντομος απολογισμός της χρονιάς που πέρασε συντροφιά με τη λέσχη ανάγνωσης

 

Πώς να χωρέσεις σε λίγες λέξεις τη δραστηριότητα μιας ολόκληρης χρονιάς; Τις συναντήσεις, τις αναγνώσεις, τις κουβέντες, τις ιδέες, τα γέλια, τις γκρίνιες,

τις παρουσίες, τις απουσίες, τις πόζες, τις ζωγραφιές, τις κατασκευές, τις ταινίες,τα βιβλία;

Ενώ διαβάζαμε βιβλία και παρακολουθούσαμε ταινίες, τα παρουσιάζαμε στα άλλα μέλη της λέσχης και κουβεντιάζαμε για αυτά

  • βρήκαμε τον καιρό να γίνουμε δημοσιογράφοι φτιάχνοντας τη Χριστουγεννιάτικη εφημερίδα μας εμπνευσμένη από το Μολυβένιο στρατιώτη
  • γίναμε εθελοντές και να επισκεφθήκαμε το ΕΚΑΜΕ της πόλης μας, όπου παρουσιάσαμε δρώμενο το μολυβένιο στρατιώτη, χορέψαμε με τους νέους μας φίλους και στολίσαμε το χριστουγεννιάτικο δέντρο με στολίδια που μαζί κατασκευάσαμε
  • φτιάξαμε σελιδοδείκτες που δωρίσαμε στους καθηγητές μας για τις γιορτές
  • ασκηθήκαμε στη δημιουργική γραφή, γράφοντας ποιήματα και αστείους διαλόγους με την υπόκρουση κλασικής μουσικής «Το καρναβάλι των ζώων» του Σαιν Σανς
  • στείλαμε επιστολές στα πρόσωπα που επέζησαν από το αγόρι με τις ριγέ πυτζάμες
  • ετοιμάσαμε και παρουσιάσαμε τη γιορτή της 25ης Μαρτίου και διαβάσαμε φανταστικούς μονολόγους των ηρώων και των ηρωίδων του ’21, που οι ίδιοι είχαμε συγγράψει
  • συμμετείχαμε στη γιορτή λήξης του σχολείου μας και δείξαμε με στίχους ποιητών πως η ζωή είναι υπέροχη
  • μάθαμε προγραμματισμό και παίξαμε με το scratch 
  • γράψαμε παραμύθια με τον τίτλο του προγράμματος και προσπαθήσαμε να συμφιλιώσουμε τα βιβλία με τις ταινίες. Είχε προηγηθεί αγώνας  επιχειρηματολογίας με τίτλο θεατής ή αναγνώστης που κατέληξε σε δρώμενο
  • στολίσαμε τα παραμύθια μας και φιλοτεχνήσαμε ή ζωγραφίσαμε με το δικό μας τρόπο τα εξώφυλλα των βιβλίων που διαβάσαμε
  • κρατούσαμε ενημερωμένη τη γωνιά της λέσχης ανάγνωσης στην ιστοσελίδα του σχολείου μας
  • ετοιμάσαμε την παρουσίαση και εκθέσαμε τα έργα μας στο Μαθητικό Πολιτιστικό Φεστιβάλ της Πάτρας και συμπεριλάβαμε την πορεία όλης της χρονιάς και τις εργασίες μας σε έντυπο και cd
 

Η λέσχη ανάγνωσης προτείνει τα βιβλία του μήνα

(γιατί πιστεύει ότι η Λογοτεχνία μπορεί να μας κάνει να αγαπήσουμε την Ιστορία)

 

Θεσσαλία, 1880. Μέσα από τη ζωή μιας οικογένειας κολίγων ζωντανεύει ένας ολόκληρος κόσμος και μια εποχή. Είναι η εποχή που οι Θεσσαλοί αγρότες ζούνε μέσα στη μιζέρια και στην καταφρόνια, δουλεύοντας στα τσιφλίκια των αρχοντάδων. Ο ήρωας της ιστορίας, ο Γιάννης, γνωρίζει τις αθλιότητες, δοκιμάζει όλες τις στερήσεις, μα η πίστη του και η αγάπη του για την ελευθερία, τη δικαιοσύνη και τον άνθρωπο στέκονται πάνω απ' όλα.

Το Ένα δέντρο στην αυλή μας είναι ένα βιβλίο γεμάτο συγκλονιστικές περιπέτειες, πολύ συγκινητικό, μα πάνω απ' όλα αληθινό. Το υλικό του αντλήθηκε από μαρτυρίες παλιών κολίγων και θύμησες που η συγγραφέας ξανάπλασε κρατώντας, όσο ήταν μπορετό, τη γλώσσα και το ύφος των πρώτων διηγήσεων.


ΚΡΙΤΙΚΕΣ - ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ

Η λογοτεχνία μπορεί να γίνει το όχημα να μάθει κάποιος ιστορία, αυτό μας εκμυστηρεύεται έμμεσα η συγγραφέας στο τέλος του βιβλίου. Γιατί, δεν γίνεται απλή καταγραφή μιας περιόδου με την αποτύπωση του αγροτικού ζήτηματος, τους συλλογικούς αγώνες, αλλά μέσα από την ανθρώπινη δραστηριότητα, τα συναισθήματα και την απλή καθημερινή ζωή των ανθρώπων με τα μίση, τα πάθη και τα όνειρά τους σε πρώτο φόντο αποκαλύπτεται και φωτίζεται μια ολόκληρη ιστορική περίοδος. Πράγμα, πολύ σημαντικό για τον νέο αναγνώστη που καλείται να γίνει κοινωνός ιστορικών και κοινωνικών φαινομένων με έναν αβίαστο και εύληπτο τρόπο ώστε να γνωρίσει μέσα από τη ζωή των ηρώων και τη δική του θέση στον κόσμο.
Αναστασία Ευσταθίου, Kosvoice.gr, 07/10/13

 

Η Μαρούλα Κλιάφα (γεν.1937) γεννήθηκε και ζει στα Τρίκαλα. Σπούδασε δημοσιογραφία ενώ από το 1972 ασχολείται με τη λογοτεχνία, τη συλλογή λαϊκών παραμυθιών, παραδοσιακών παιχνιδιών και παλιών φωτογραφιών. Γνωστά και αγαπημένα έργα της είναι Η ηλιαχτίδα, Οι πελαργοί θα ξανάρθουν, Παραμύθια της Θεσσαλίας, Ας παίξουμε πάλι (σε συνεργασία με τη Ζωή Βαλάση), Θεσσαλία 1881-1981. Έχει αποσπάσει πολλές διακρίσεις και βραβεία ενώ τα έργα της μεταφράζονται και κυκλοφορούν στο εξωτερικό.

Αυτό το ιστορικό και κοινωνικό μυθιστόρημα της Μαρούλας Κλιάφα εστιάζει σε ένα θέμα κοινωνικής ιστορίας σχετικά άγνωστο στα παιδιά, το αγροτικό ζήτημα στη Θεσσαλία από το 1880 ως το 1910. Η πολυπόθητη απελευθέρωση της Θεσσαλίας σηματοδοτεί την απαρχή όχι της ελευθερίας, όπως ήλπιζαν οι κολίγοι του κάμπου, αλλά της καταπίεσής τους εκ μέρους των μεγαλοτσιφλικάδων, στα χέρια των οποίων περιήλθε ο αγροτικός κλήρος.

"Και τι με αφορά εμένα αυτή η εποχή", εύλογα θα σκεφτόταν ο υποψήφιος έφηβος αναγνώστης. Ο Γιάννης όμως, ο κεντρικός ήρωας που αφηγείται την ιστορία του σε πρώτο πρόσωπο, παιδί μιας οικογένειας φτωχών κολίγων που βιώνει τα κρίσιμα κοινωνικά γεγονότα της εποχής του, γοητεύει με τον άμεσο και απέριττο λόγο του. Πείθει από την πρώτη στιγμή ότι δεν σκοπεύει να κάνει ένα συγκαλυμμένο μάθημα Ιστορίας αλλά να αφηγηθεί την προσωπική του βιογραφία με την ίδια αμεσότητα που θα έκανε και ο σύγχρονος έφηβος στο facebook του. Μόνο που ο Γιάννης είναι παιδί ραγιά. Σιγοβράζει μέσα του ο θυμός και η λαχτάρα για αξιοπρέπεια και ελευθερία. Αριστοτεχνικά η συγγραφέας χτίζει την ψυχολογία ενός επαναστατημένου εφήβου που αγανακτεί με την παραίτηση και, στη συγκεκριμένη περίπτωση, δουλοπρέπεια του πατέρα του. Δεν πρόκειται για έναν ήρωα που πραγματοποιεί μεγάλα κατορθώματα, αλλά για ένα παιδί που ανδρώνεται, συνειδητοποιείται, παίρνει θέσεις, ταλαντεύεται ανάμεσα στις αντιλήψεις του πατέρα, ισχυρού προτύπου, και στις νέες ιδέες. Ανοίγει τα φτερά του, πάει στην πόλη, μαθαίνει γράμματα, συμμετέχει δειλά στην υπεράσπιση των δικαιωμάτων των κολίγων, αλλά το πληρώνει με σκληρή δουλειά, μοναξιά ακόμη και με φυλάκιση. Δεν είναι μόνο η αδικία, η φτώχεια, οι κακουχίες και η στέρηση της ελευθερίας που τον βαραίνουν. Είναι και οι τύψεις, η ταλάντευση ανάμεσα σε αυτό που ήταν και αυτό που τείνει να γίνει. Που ανήκει; Θαυμάσια η σκηνή που επιστρέφει με το καπέλο και το παπιγιόν του, δάσκαλος πια, στο πατρικό καλύβι, και ακούει την αδερφή του να φωνάζει στη μάνα του «ένας κύριος…». Βγάζει τα περιττά εξαρτήματα και τα τοποθετεί στο σκιάχτρο της αυλής για να εισέλθει στο σπίτι του κολίγος, αλλά συνειδητοποιημένος και αποφασισμένος να παλέψει για τη ζωή που ονειρεύτηκε αυτός και οι όμοιοί του όταν γιόρταζαν την απελευθέρωση από τους Τούρκους.

Η ζωή και ο αγώνας των αγροτών για απαλλοτρίωση της γεωργικής, η στάση του κράτους και των τσιφλικάδων, η στάση όσων είχαν αποδεχτεί τη θέση του ραγιά (στον Τούρκο ή τον τσιφλικά), η δράση των αγωνιστών, όλα αυτά συνθέτουν το σκηνικό της δράσης. Εξαιρετικά αποδίδονται οι λεπτομέρειες της καθημερινής ζωής των κολίγων. Μια καλύβα για σπίτι, για ανθρώπους και ζώα μαζί, λίγο άχυρο για στρώμα, ξυπολησιά, κουκιά, στην καλύτερη περίπτωση, για προσφάι, αμορφωσιά, όλα αυτά παρουσιάζονται όχι με ηθογραφική ή διδακτική διάσταση, αλλά ως κλειδιά κατανόησης της νοοτροπίας και της ζωής του ραγιά.

Αξιοσημείωτο είναι το λιτό ύφος της αφήγησης. Ο θάνατος βασικών ηρώων αναφέρεται επιγραμματικά. Η σιωπή άλλωστε είναι πιο δυνατή από τον θρήνο. Η γλώσσα έχει έντονα στοιχεία της ντοπιολαλιάς των αγροτών της Θεσσαλία (με τις απαραίτητες επεξηγήσεις σε υποσημειώσεις) που προσθέτουν μάλλον παρά αφαιρούν από τη γοητεία του κειμένου.

Συντάκτης: Ελένη Σβορώνου

 

Φαντάσου να σε λένε Οδυσσέα και να είσαι και ξερόλας. Να μπλέξεις με μια χαριτωμένη τσιγγάνα ονόματι Βέρα Φοβέρα που κινδυνεύεις να την ερωτευτείς τρελά• με έναν τοσοδούλη πρόσφυγα που τον φωνάζουν Οσμάν• και τον Αζόφ απ’ την Αζοφική, έναν εκατοντάχρονο μικρό καλικάντζαρο που ταξιδεύει στον χρόνο με μια τεράστια βελανιδιά, αραχτός στην κουφάλα της. 

Δεν υπάρχει! 

Κι όμως υπάρχει. Όταν μπουρδουκλώνονται στην Αρχαία Αθήνα, κινδυνεύουν να καούν ζωντανοί στα θυσιαστήρια, τους πουλάνε για σκλάβους, το σκάνε καβάλα σε μια κατσίκα, σκαρφαλώνουν στην Ακρόπολη, πέφτουν στο κενό, χάνουν τη Βέρα Φοβέρα και βρίσκουν τη βέρα τη χρυσή. Μήπως αυτή που χάρισε ο Περικλής στην Ασπασία του όταν της έκανε πρόταση γάμου; 

Ε τώρα, όντως δεν υπάρχει! 

Καλού κακού, όμως, κάντε τον σταυρό σας κι ας είμαστε προ Χριστού. Γιατί σ’ αυτή την κορυφαία περιπέτεια, τα τέσσερα ζιζάνια κοντεύουν να κάνουν τον Περικλή έξαλλο, τον Χρυσό Αιώνα σαν τενεκέ ξεγάνωτο, και την αρχαία ιστορία… 

ΚΟΥΛΟΥΒΑΧΑΤΑ!

 

…«Να τον πας στον ναύσταθμο με τις πολεμικές τριήρεις…»
«Με τις πολεμικές;» φώναξε κατατρομαγμένος ο Οδυσσέας. «Ποιες πολεμικές τριήρεις;»
«Αυτές με το έμβολο μπροστά και τις τρεις σειρές κουπιών. Εξού και το όνομα».
«Όχ, Παναγίτσα μου… Οχ , κι έρχεται κι ο Πελοποννησιακός Πόλεμος…»
«Ποιος πόλεμος, αγόρι μου; Έχουμε Τριακονταετή Ειρήνη».
«Δεν ξέρετε εσείς… Δεν ξέρετε…» μουρμούρισε ο Οδυσσέας, που από την Ιστορία της τετάρτης δημοτικού γνώριζε πως σε δύο μήνες θα έπαυε η ειρήνη και θα ξεσπούσε ο πόλεμος Αθήνας- Σπάρτης, ο οποίος θα κρατούσε
τριάντα ολόκληρα χρόνια.
«Οχ, ο καημένος… Οχ, τι έπαθα ο άμοιρος που θα τραβάω κουπί στις τριήρεις μέχρι να βγω στη σύνταξη…» άρχισε να μοιρολογεί.
«Μην είσαι τόσο απαισιόδοξος χρυσό μου», προσπάθησε να τον παρηγορήσει η Διοτίμα. “Μπορεί να βουλιάξετε ή να σας εμβολίσουν και να γλιτώσεις ένα σωρό χρόνια κουπί».
«Οχ, ο καήμενος… Οχ, ο φουκαράς… Που δε θα ζήσω για να πάω στο πανεπιστήμιο , να γίνω καθηγητής, να εκλεγώ Πρύτανης, να ανακαλύψω τον κρυφό τάφο του Μεγάλου Αλεξάνδρου και να πάρω το Νόμπελ… Αχ, κλάψε με, μάνα, κλάψε με…»

 

Η Δήμητρα Νικολοπούλου

συγκρίνει το «Ρωμαίος και Ιουλιέτα» του Ουίλιαμ Σαίξπηρ με την ταινία “Romeo and Juliet” του Baz Luhrmann του 1996

Το κορυφαίο και πασίγνωστο έργο του Σαίξπηρ «Ρωμαίος και Ιουλιέτα» είναι η ιστορία της αιώνιας και αληθινής αγάπης που καταφέρνει να υπερνικήσει όλα τα εμπόδια. Από το 1597 που γράφτηκε μέχρι σήμερα έχει αποτελέσει και συνεχίζει να αποτελεί πηγή έμπνευσης για χιλιάδες ανθρώπους των γραμμάτων και της τέχνης. Πολλοί σκηνοθέτες, ποιητές και πεζογράφοι έχουν εμπνευστεί από αυτό και έχουν φτιάξει τα δικά τους δημιουργήματα.

Διαβάζοντας το «Ρωμαίος και Ιουλιέτα» μου δημιουργήθηκαν πολλά συναισθήματα. Βλέποντας την ταινία του 1996 ζωντάνεψαν τα συναισθήματα. Κατά τη γνώμη μου η γνωριμία των δύο νέων περιγράφεται ιδιαίτερα από τον Σαίξπηρ. Περιβάλλεται από στοιχεία ρομαντισμού και χιούμορ. Η ταινία παρόλο που διαδραματίζεται στη σύγχρονη εποχή έχει καταφέρει μα κρατήσει τα βασικά στοιχεία του Σαίξπηρ.

Οι δύο πιο ξεχωριστές και πιο έντονες σκηνές στο έργο είναι αυτή στο μπαλκόνι της Ιουλιέτας, όπου συναντήθηκαν οι δύο και εξομολογήθηκαν την αγάπη τους και φυσικά, αυτή του συγκλονιστικού τέλους, όπου οι δυο νέοι πεθαίνουν μαζί μετά από όρκους αιώνιας αγάπης. Προσωπικά συγκινήθηκα περισσότερο από το θεατρικό έργο στις δυο παραπάνω σκηνές επειδή υπάρχει μεγαλύτερη ανάλυση των συναισθημάτων και το ιδανικό λεξιλόγιο.

Ο γρήγορος και αναπάντεχος γάμος του Ρωμαίου και της Ιουλιέτας αποδίδεται τέλεια στην ταινία. Σε αυτό το σημείο ο θεατής παίρνει μια ανάσα από την αγωνία των προηγούμενων γεγονότων. Ο θάνατος του Τύβαλδου, ξάδερφου της Ιουλιέτας από το σπαθί του Ρωμαίου απογειώνει την αγωνία. Μέσα από τις σελίδες του βιβλίου ζεις το δράμα και την στενοχώρια όλων των χαρακτήρων. Η επόμενη σκηνή που ο Σαίξπηρ καταφέρνει να αγγίξει τον αναγνώστη είναι αυτή της εξομολόγησης του Ρωμαίου στον πατέρα Λαυρέντιο και του μονόλογου της Ιουλιέτας. Ο ποιητής παρουσιάζοντας ταυτόχρονα τις σκέψεις των δύο νέων καταφέρνει να μοιράσει εξίσου το ενδιαφέρον.

Η ταινία με συγκίνησε όταν το γράμμα του πατέρα Λαυρέντιου δεν έφτασε ποτέ στον Ρωμαίο. Ο σκηνοθέτης καταφέρνει να κορυφώσει παραστατικά την αγωνία του θεατή τη στιγμή που ο Ρωμαίος φεύγει δευτερόλεπτα πριν φτάσει το γράμμα.

Ο σκηνοθέτης με εντυπωσίασε γιατί κατάφερε να εντάξει μια ιστορία αγάπης του παρελθόντος στη σύγχρονη εποχή με τις ανάλογες προσαρμογές.

Από την άλλη πλευρά ο Σαίξπηρ με εντυπωσίασε με το απέραντο λεξιλόγιό του και με τη σημασία που απέδιδε κάθε λεπτομέρεια.

Συμπέρασμα: η ταινία και το βιβλίο μου προσέλκυσαν εξίσου το ενδιαφέρον. Το καθένα έχει το δικό του ύφος. Η ταινία ερεθίζει άλλες αισθήσεις και άλλες το βιβλίο. Η κάθε τέχνη έχει τα δικά της μυστικά. 

 

Δείτε και το παρακάτω βίντεο

https://www.youtube.com/watch?v=sMel13nY0PE

Ο Σωτήρης και ο Πέτρος 

διάβασαν; ή φυλλομέτρησαν το βιβλίο "Η εφεύρεση του Ούγκο Καμπρέ" του Μπράιαν Σέλζνικ, είδαν; την ταινία "Ούγκο" του Μάρτιν Σκορτσέζε (2011), πάντως σίγουρα δεν μα τα παρουσίασαν. Τους άρεσε όμως πολύ η εικονογράφηση του βιβλίου, ιδιαίτερα του Πέτρου που αγαπάει να ζωγραφίζει.

Επειδή όμως και το βιβλίο και η ταινία είναι καταπληκτικά ας γράψουμε κάτι γι' αυτά.

Hugo

Περιπέτεια  |  Παραγωγή: 2011  |  Διάρκεια 126'

 

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ

Σκηνοθεσία: Martin Scorsese

Πρωταγωνιστούν: Asa Butterfield, Chloe Moretz, Christopher Lee, Jude Law, Ben Kingsley

Κριτική: Μαριάννα Ράντου

Η νέα ταινία του Martin Scorsese διηγείται την ιστορία ενός φτωχού, ορφανού αγοριού, που ζει μόνο σ' έναν σιδηροδρομικό σταθμό, με μόνη του παρηγοριά τη σιγουριά που του δίνουν τα καλοκουρδισμένα ρολόγια του σταθμού που έχει αναλάβει, κρυφά, να συντηρεί. Ο Hugo Cabret είναι ένα μοναχικό, πληγωμένο παιδί που ψάχνει απελπισμένα μια ανάμνηση από την οικογένειά του, ή έστω μια μικρή στιγμή αγάπης από τον ψυχρό κόσμο που τον περιβάλλει. Στο δρόμο του θα βρεθεί, τυχαία, ένα κορίτσι που θα τον πιάσει από το χέρι και θα του ζητήσει να της δείξει έναν κόσμο γεμάτο περιπέτεια, κι εκείνος δεν θα χάσει την ευκαιρία και θα απαντήσει στην πρόκλησή της. "Μα μπορεί να μπλέξουμε", θα του πει. "Μόνο έτσι θα ξέρεις ότι ζεις μια περιπέτεια", θα της απαντήσει. Και πράγματι, ξεκινώντας από το καλοκουρδισμένο του βασίλειο, θα φύγουν τρέχοντας και θα τρυπώσουν κρυφά σε ένα σινεμά, θα βρεθούν κυνηγημένοι, τιμωρημένοι, και τελικά, μέσω μιας σειράς περίεργων συμπτώσεων, αντιμέτωποι με ένα μυστικό που θα τους οδηγήσει σε μια απίθανη, φανταστική αποκάλυψη...

Φανταστείτε, για μια στιγμή, έναν κόσμο χωρίς σινεμά. Έναν κόσμο πεζό κι αβάσταχτα πραγματικό, χωρίς πολύχρωμα φανταστικά ταξίδια σε άγνωστα μέρη, χωρίς ειδυλλιακά ρομάντζα να μας γεμίζουν ελπίδα ή να μας ραγίζουν την καρδιά, χωρίς ξέφρενες καταδιώξεις να μας ανεβάζουν την αδρεναλίνη, χωρίς ξεκαρδιστικές γκάφες να μας χαρίζουν γέλιο, χωρίς ανατριχίλες και σοκαριστικά ξαφνιάσματα για να σφίγγουμε το χέρι του διπλανού μας. Έναν κόσμο χωρίς κινηματογραφικά φιλιά, χωρίς εκρήξεις, πλεκτάνες, κυνηγητά, επικές πολεμικές σκηνές, μεγαλεπήβολα μουσικοχορευτικά θεάματα, χωρίς τη μαγεία του αδύνατου, χωρίς την αναζήτηση του άπιαστου, χωρίς επισκέψεις στο άπειρο. Έναν κόσμο που τα όνειρά μας δεν θα μπορούσαν να αποτυπωθούν στο σελιλόιντ. Φανταστείτε έναν κόσμο χωρίς τον Georges Melies.

Ποιος είναι όμως αυτός ο θαυματουργός, αναντικατάστατος κύριος που γεμίζει με ζωή τις σκοτεινές αίθουσες και που, χωρίς αυτόν, θα είχαμε στερηθεί τόσες συγκινήσεις; Ο Georges Melies έζησε στο Παρίσι στις αρχές του προηγούμενου αιώνα, κι ήταν ένας ταχυδακτυλουργός, ένας ζωγράφος, ένας μάγος της εικόνας. Ήταν ο ιδιοκτήτης ενός παραμελημένου μαγαζιού με παιχνίδια, ένας εφευρέτης κι ένας πρωτοπόρος του κινηματογράφου μαζί. Ήταν ηθοποιός, σκηνοθέτης, σεναριογράφος, εικονολήπτης, μοντέρ και παραγωγός. Κι είναι, ακόμη, ο πραγματικός πρωταγωνιστής του «Hugo». "Αν ποτέ αναρωτιέσαι από που φτιάχνονται τα όνειρα, κοίτα γύρω σου: εδώ φτιάχνονται", θα μας πει κάποια στιγμή, δείχνοντας σ' ένα πιτσιρίκι το κινηματογραφικό του στούντιο, και συμπυκνώνοντας έτσι σε μια φράση τη μαγεία του «Hugo» -και μαζί κάθε άλλης ταινίας που κατάφερε να ξεπηδήσει από το πανί και να τρυπώσει στην καρδιά και τα όνειρά μας.

Είναι δύσκολο να γράψει κανείς για την ιστορία του «Hugo» και να μεταδώσει ταυτόχρονα με ακρίβεια το μεγαλείο της ταινίας. Να μεταδώσει με επαρκή τρόπο την αγάπη του Scorsese για το σινεμά, μια αγάπη που ξεχειλίζει από κάθε κάδρο και που δεν μπορεί παρά να σε ζεστάνει παρακολουθώντας τη. Το «Hugo» είναι μια απερίγραπτα όμορφη ταινία που υμνεί την ομορφιά των ταινιών. Είναι ένα συγκινητικό παραμύθι που έχει βαλθεί να αναδείξει τη ζεστασιά των κινηματογραφικών παραμυθιών. Είναι πάνω απ' όλα ένα μαγικό ταξίδι της φαντασίας, που μας ταξιδεύει στο πρώτο φανταστικό κινηματογραφικό ταξίδι που γυρίστηκε ποτέ: εκεί ακριβώς που ο μικρός Hugo θα βρει τις αναμνήσεις και τη ζεστασιά που έψαχνε, κι οι υπόλοιποι χαρακτήρες θα βρουν τη χαμένη τους αισιοδοξία, και εμείς, οι σύγχρονοι θεατές από την άλλη πλευρά της οθόνης, θα ανακαλύψουμε, για ακόμα μια φορά, ποια είναι η μαγεία του κινηματογράφου, διά χειρός Scorsese.

Από τις πρώτες ταινίες του 1900, από εκείνο το κινούμενο τρένο των αδερφών Lumiere που τρόμαξε τόσο πολύ τους πρώτους παριζιάνους θεατές που πετάχτηκαν από τις θέσεις τους γιατί νόμιζαν πως το τρένο έρχεται καταπάνω τους, μέχρι το τρένο που βασανίζει στους εφιάλτες του τον Hugo Cabret το 2010 (και που το 3D του Scorsese το φέρνει με εξίσου εντυπωσιακό τρόπο καταπάνω μας, ξυπνώντας μέσα μας το πρωτόγνωρο εκείνο συναίσθημα που ένιωσαν οι θεατές εκατό χρόνια πριν), έχουν μεσολαβήσει αμέτρητες ώρες κινηματογραφικού φιλμ και άπειρες κινηματογραφικές στιγμές. Ο Scorsese (και ο Brian Selznick, ο συγγραφέας του υπέροχου βιβλίου "The Invention of Hugo Cabret", στο οποίο βασίζεται η ταινία) ξέρει τη μαγεία τους. Λατρεύει τις σκοτεινές αίθουσες, τις κινηματογραφικές ιστορίες, τις μικρές και μεγάλες κινηματογραφικές στιγμές. Και έχει βαλθεί με τρόπο θαυμαστό να τις συντηρήσει, να τις αναδείξει, να τις αναπλάσει και να τις κάνει, εκτός από αναπόσπαστο μέρος της Ιστορίας, και αναπόσπαστο κομμάτι της ιστορίας του. Και καταφέρνει να μας παρουσιάσει, με τη μορφή ενός αξιολάτρευτου παιδικού παραμυθιού, ένα υποδειγματικό μάθημα για την ιστορία του κινηματογράφου.

Φανταστείτε, μετά από ένα τέτοιο ταξίδι, έναν κόσμο χωρίς σινεμά. Χωρίς τον Melies, χωρίς τον Scorsese. Χωρίς τον αγαπημένο σας σκηνοθέτη, χωρίς την αγαπημένη σας ταινία, χωρίς την αγαπημένη σας κινηματογραφική στιγμή. Φανταστείτε έναν κόσμο χωρίς σκοτεινές αίθουσες, χωρίς ονειροπόλους στα καθίσματα και χωρίς φανταστικά ταξίδια στο πανί.

Αν δεν μπορείτε, τότε το «Hugo» θα γίνει η αγαπημένη σας ταινία.

 

Δείτε και το παρακάτω βίντεο

https://www.youtube.com/watch?v=7_r_FRmJvZE

 

Η ΖΩΗ ΕΙΝΑΙ ΥΠΕΡΟΧΗ

Η λέσχη ανάγνωσης έβαλε τη δική της πινελιά στη γιορτή λήξης 

της σχολικής χρονιάς με στίχους ποιητών που υμνούν τη ζωή

 

 

ΧΟΡΕΨΕ ΑΡΓΑ

Παρακολούθησες ποτέ παιδιά στο λούνα-παρκ;
Ή άκουσες τη βροχή να πέφτει στο χώμα;
Παρακολούθησες το τρελό πέταγμα μιας πεταλούδας;
χάζεψες τον ήλιο καθώς ξεθωριάζει τη νύχτα;
Καλύτερα να χαλαρώσεις. Μη χορεύεις τόσο γρήγορα.
Η ζωή είναι μικρή. Η μουσική δεν κρατάει για πάντα.
Τρέχεις αλαφιασμένος κάθε μέρα;
Όταν ρωτάς κάποιον "πώς είσαι" ακούς την απάντηση;
Όταν τελειώνει η μέρα πέφτεις στο κρεβάτι αγκαλιά
με σκέψεις για εκατοντάδες δουλειές που γυρνούν στο κεφάλι σου;
Καλύτερα χαλάρωσε. Μη χορεύεις τόσο γρήγορα.
Η ζωή είναι μικρή. Η μουσική δεν κρατάει για πάντα.
Είπες ποτέ στο παιδί σου "θα το κάνουμε αυτό αύριο"
και μέσα στη βιασύνη του δεν είδες τη λύπη του;
έχασες επαφή; Άφησες μια καλή φιλία να πεθάνει
επειδή ποτέ δεν είχες το χρόνο να πάρεις ένα τηλέφωνο
και να πεις ένα "γεια";
Καλύτερα να χαλαρώσεις. Μη χορεύεις τόσο γρήγορα.
Η ζωή είναι μικρή. Η μουσική δεν κρατάει για πάντα.
Όταν τρέχεις σαν τρελός για να πας κάπου,
χάνεις τη μισή αξία της διαδρομής.
Είναι σα να πετάς ένα δώρο που δεν άνοιξες.
Η ζωή δεν είναι αγώνας ταχύτητας.
Γι' αυτό χαλάρωσε.
Άκου τη μουσική πριν τελειώσει το τραγούδι.

 

Συμμετείχαν τα μέλη της Λέσχης: Καραθανάση Δήμητρα, Κάρναβου Ελπινίκη, Μαγκλάρα Μαριάννα, Αργυρού Μαριλέτα, Ηλιοπούλου Μαρία, Λέκαϊ Αντονέτα, Γαρταγάνης Φίλιππος, Μητροπούλου Φανή, Πρίντζιου Μαρία, Φραγκούλη Βασιλική, Σωτηρόπουλος Σωτήρης, Τατάζη Πέτρος και οι φίλες τους: Kαρτέρη Ευτυχία, Αργυροπούλου Ράνια, Σωτηροπούλου Βασιλική, Κριλή Φωτεινή.

 

 

Η λέσχη ανάγνωσης προτείνει το βιβλίο του μήνα

 

Η μικρή Ρόζα της Τήνου

 ΞΕΝΟΦΩΝ Α. ΜΠΡΟΥΝΤΖAΚΗΣ

Η οικογένεια Δελλατόλα αποφασίζει να επιστρέψει στις ρίζες της, στον δικό της τόπο, στο νησί εκείνο των Κυκλάδων όπου όλα είναι αλλιώς... Αξιοποιώντας άριστα την ιστορία του νησιού της Τήνου αλλά και τον πλούτο της λαϊκής του παράδοσης, η συγγραφέας καταφέρνει, εκτός των άλλων, και έναν μικρό άθλο: να αποφύγει την ηθογραφία. Παρά το γεγονός ότι όλα τα υλικά επιβάλλουν ως αναγκαία συνθήκη το ηθογραφικό αφήγημα, η Κέζα εκμεταλλεύεται δεξιοτεχνικά εκείνη την πολιτισμική διάσταση του νησιού που το συνδέει ιστορικά με την ενετική περίοδο και ό,τι αυτή κληροδότησε στον τόπο.
Έτσι, ενώ η πλοκή περιορίζεται ασφυκτικά στα ελάχιστα όρια ενός μικρού χωριού της Τήνου, τα Λουτρά – εκεί όπου εγκαθίσταται η οικογένεια Δελλατόλα –, η ιστορική Σχολή των Ουρσουλινών του χωριού χαρίζει μια πειστική και αβίαστη οικουμενική διάσταση στα τεκταινόμενα. Στην ουσία, η συγγραφέας αντιπαραβάλλει την πραγματικότητα του τόπου με τη δυναμική της εκπαίδευσης – αυτής που δεν γνωρίζει σύνορα, αυτής που αντιμετωπίζει αποτελεσματικά τις θρησκευτικές, εθνικές και κοινωνικές προκαταλήψεις. Στα ασφυκτικά όρια ενός χωριού των Κυκλάδων συνυπάρχει ταυτόχρονα με τις πολιτισμικές ιδιαιτερότητες του τόπου και η παγκοσμιότητα με τα σύγχρονα προβλήματα. Έτσι, στο σύντομο και καλογραμμένο αφήγημα θίγονται οι θρησκευτικές διαφοροποιήσεις (ορθόδοξοι - καθολικοί), το πρόβλημα του φυλετικού ρατσισμού (Έλληνες - Αλβανοί), η διαφθορά (μέσα από την καθόλου συμπτωματική αναφορά στις έκνομες ενέργειες ενός άπληστου εργολάβου, ενός δημάρχου και των αστυνομικών αρχών), ταυτόχρονα με τη διακριτική και όχι δίχως κριτική στάση υπέρ ενός οικολογικού – στην ευρύτερή του έννοια – τρόπου ζωής που έχει σαν βάση του τον σεβασμό στο περιβάλλον – ο οποίος έρχεται σε αντιδιαστολή με την άλογη και ισοπεδωτική θεωρία της οικονομικής ανάπτυξης που επιβάλλεται σαν ύψιστη αναγκαιότητα και υπεράνω κάθε τιμήματος.
Στο αφήγημα πρωταγωνιστεί η μικρή και δαιμόνια Ρόζα, το δεύτερο παιδί της οικογένειας που εγκαθίσταται στα Λουτρά με σκοπό μια εναλλακτική ζωή. Η επαγγελματική ωστόσο επιλογή της οικογένειας να ανοίξει ένα Γραφείο Τελετών στο νησί προσκρούει πάνω σε μια απίθανη… ταφική ιδιαιτερότητα!
Χαρακτήρες, ονόματα, ήθη και έθιμα, συνήθειες, όλα αναπαρίστανται με «τοπικά υλικά» και αφορμές προκειμένου να συνθέσουν μιαν ιστορία σύγχρονη, όπου το νέο συγκρούεται με το παλιό συμβολικά και ουσιαστικά κυρίως μέσα από την ανασύσταση και επαναλειτουργία της Σχολής των Ουρσουλινών, η οποία αποτελεί τον στόχο εγκληματικών ενεργειών ως φορέας της εκπαίδευσης. Η δε λύτρωση έρχεται μέσα από την ατομική προσπάθεια – όπως είναι αυτή της μικρής Ρόζας –, η οποία βρίσκει τη δικαίωσή της μέσα στην κοινωνία.

 

Μπορείτε να δανειστείτε το βιβλίο από τη Δημοτική Βιβλιοθήκη

 

 

Φτιάξε καρδιά μου το δικό σου παραμύθι...

 

Τα βιβλία πάνε σινεμά

Μια φορά κι έναν καιρό σ’ ένα μακρινό τόπο που κανένας άνθρωπος δεν έχει ταξιδέψει και δεν γνωρίζει ζούσαν τα βιβλία. Η πόλη αυτή ονομαζόταν Χαρτούπολη. Η Χαρτούπολη ήταν ένας παραδεισένιος τόπος, γεμάτος ζωή και υπέροχα πράγματα για να δεις. Οι κάτοικοί της ήταν πολύ φιλόξενοι και ευγενικοί. Μα πάνω απ’ όλα ήταν σοφοί. Ο κάθε κάτοικος γνώριζε για κάτι που κανένας άλλος δεν ήξερε και κάθε φορά που συναντιόντουσαν, μιλούσαν για το περιεχόμενό τους και αντάλλασσαν χρήσιμες πληροφορίες. Στην πόλη αυτή υπήρχαν όλων των ειδών τα βιβλία. Άλλα ήταν πιο μικρά, άλλα πιο μεγάλα και κάποια είχαν περισσότερα χρώματα και εικόνες από άλλα, μα όλα ζούσαν αρμονικά μεταξύ τους. Τα  πιο σοφά και μεγάλα βιβλία ήταν οι λεγόμενες ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΕΣ. Οι Εγκυκλοπαίδειες δίδασκαν σε σχολεία και μετέφεραν  τις γνώσεις τους στ’ άλλα βιβλία.   Κάθε βιβλίο της Χαρτούπολης είχε και τα δική του δουλειά. Μανάβηδες και μαγείρισσες ήταν τα λεγόμενα βιβλία μαγειρικής. Πωλητές ήταν τα περιοδικά, αυτοί που ασχολούνταν με το θέατρο ήταν τα κόμικς και αυτές που έλεγαν τις ειδήσεις ήταν οι εφημερίδες. Έτσι όλοι είχαν με κάτι ν’ απασχοληθούν και ήταν ευχαριστημένοι.

Μέχρι λίγα χρόνια πριν τουλάχιστον γιατί τώρα τα πράγματα έχουν αλλάξει στη Χαρτούπολη. Τώρα όλα τα βιβλία είναι θλιμμένα και δεν ασχολούνται με τίποτα όπως παλιότερα.  Είναι όλη τη μέρα κλεισμένα μέσα στο σπίτι τους και το μόνο που κάνουν είναι να κλαίνε και να θρηνούν για την κακή τους μοίρα. Και αιτία για όλα αυτά, όπως λένε τα βιβλία, είναι οι ταινίες. Πραγματική όμως αιτία δεν είναι οι ταινίες μα η εγωιστική συμπεριφορά των βιβλίων.

Πριν λίγα χρόνια, λοιπόν, τα βιβλία ζούσαν αρμονικά και η ζωή κυλούσε ήρεμα στη Χαρτούπολη. Κάποια μέρα όμως, στο απέναντι μέχρι τότε άδειο νησί, διέκριναν κάτι μικρά κουτάκια με κάτι εικόνες στο σώμα τους. Τα βιβλία δεν έδωσαν σημασία καθώς ο αριθμός αυτών των παράξενων κουτιών ήταν πολύ μικρός. Με τις μέρες όμως ο αριθμός αυτός άρχισε να αυξάνεται και μετά από μερικούς μήνες το νησί γέμισε από αυτά. Τα βιβλία ήταν πολύ περίεργα για το τι μπορεί να είναι αυτά τα παράξενα όντα και η περιέργειά τους κορυφώθηκε  όταν έξω από την είσοδο του νησιού κρέμασαν μια τεράστια ταμπέλα που πάνω έγραφεΚΑΛΩΣ ΗΡΘΑΤΕ ΣΤΟ ΣΙΝΕΜΑ! Όλα τα βιβλία ήταν αρκετά φοβισμένα και έτσι έστειλαν μια ομάδα κατασκόπων στο  γειτονικό νησί για να ανακαλύψουν ποιοι ήταν οι νέοι τους γείτονες.

Η ομάδα των βιβλίων που θα πήγαινε ν’ ανακαλύψει ποιοι ήταν οι νέοι τους γείτονες και αν οι προθέσεις τους ήταν καλές ή κακές ήταν: Η ΚΛΕΦΤΡΑ ΤΩΝ ΒΙΒΛΙΩΝ, ΤΟ ΑΛΟΓΟ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ, Η ΕΜΜΑ, Ο ΑΡΧΟΝΤΑΣ ΤΩΝ ΜΥΓΩΝ, Η ΖΩΗ ΤΟΥ ΠΙ, ΤΑ ΣΚΟΥΠΙΔΙΑ ΚΑΙ Η ΦΑΡΜΑ ΤΩΝ ΖΩΩΝ. Πριν ξεκινήσουν, λοιπόν, έβαλαν τα περιοδικά να τους ράψουν μια στολή παρόμοια με αυτή των παράξενων πλασμάτων. Αφού ετοιμάστηκαν ξεκίνησαν για το απέναντι νησί. Όλα τους ήταν πολύ φοβισμένα και τρομοκρατημένα για το τι θα συναντήσουν εκεί.

Μόλις έφτασαν και πέρασαν από την είσοδο του νησιού εκστασιάστηκαν από το θέαμα που αντίκρισαν. Παντού υπήρχαν χρώματα, σχέδια και εικόνες που πρώτη φορά έβλεπαν τα βιβλία. Υπήρχαν μεγάλα και μικρά κτήρια. Τα μικρά κτήρια ήταν τα σπίτια τους. Κάθε σπίτι είχε κι ένα διαφορετικό χρώμα και το καθένα είχε το όνομα των κατοίκων του χαραγμένο στην πόρτα. Από την πίσω πλευρά υπήρχαν κάτι παράξενες εικόνες. Τα μεγάλα κτήρια ήταν πράσινα με πολλές εικόνες πάνω τους που κάποιες ήταν σαν τις εικόνες που είχαν τα σπίτια στην πίσω πλευρά τους. Ακόμα τα βιβλία διέκριναν μια τεράστια ταμπέλα πάνω τους που έγραφε: ΣΙΝΕΜΑ! Όλα τους αναρωτιόντουσαν τι να σήμαινε  αυτή η πρωτάκουστη για αυτά λέξη που την έβλεπαν παντού! Για να τους λυθεί η απορία, ρώτησαν ένα από τα παράξενα κουτιά, τι σημαίνει η λέξη σινεμά και πώς λέγονται οι κάτοικοι αυτού του νησιού. Η κάτοικος απόρησε μα τους απάντησε λέγοντάς τους ότι οι κάτοικοι αυτού του νησιού είναι οι ταινίες και ότι το σινεμά είναι ο χώρος που παίζονται όλες οι ιστορίες των κατοίκων αυτών. Τα βιβλία, δεν είχαν καταλάβει κι έτσι η ταινία  που το όνομα της ήταν Λάσσι συνέχισε λέγοντας ότι οι ταινίες είναι ιστορίες ή παραμύθια που παρουσιάζονται με κάποιες συνεχόμενες εικόνες και λόγια σε μια μεγάλη οθόνη στο σινεμά. Τα βιβλία είχαν καταλάβει μα ήθελαν να παρακολουθήσουν από κοντά μια  ταινία κι έτσι ακολούθησαν την Λάσσι στο σινεμά.

Το σινεμά ήταν ένας τεράστιος χώρος γεμάτος καρέκλες. Στην μπροστινή πλευρά υπήρχε μια τεράστια οθόνη που όμοιά της δεν είχαν ξαναδεί τα βιβλία. Αφού συνήλθαν από το θέαμα που αντίκρισαν και κάθισαν στις καρέκλες ρώτησε η Έμμα την Λάσσι τι θα έβλεπαν. Η Λάσσι της είπε ότι θα παρακολουθούσαν την ΚΛΕΦΤΡΑ ΤΩΝ ΒΙΒΛΙΩΝ. Όλα τα βιβλία πετάχτηκαν συγκλονισμένα από την θέση τους και είπαν όλα με ένα στόμα στη Λάσσι ότι αυτό δεν γίνεται καθώς  Η ΚΛΕΦΤΡΑ ΤΩΝ ΒΙΒΛΙΩΝ είναι βιβλίο. Αυτή τους είπε όμως ότι πολλές ταινίες έχουν γίνει από βιβλία. Τα βιβλία θύμωσαν μα δεν μπορούσαν να φύγουν γιατί μόλις άρχιζε η ταινία. Όλα τους κατά τη διάρκεια της ταινίας κοίταζαν έκπληκτα και με θαυμασμό το μεγάλο αυτό επίτευγμα που ήταν μπροστά τους. Τους πέρασε και ο θυμός καθώς κατάλαβαν τη μεγάλη αξία της ταινίας.  Αφού τελείωσε η προβολή, ευχαρίστησαν  τη   Λάσσι και έφυγαν τρέχοντας από το σινεμά για να πάνε πίσω στα υπόλοιπα βιβλία και να τους πούνε με κάθε λεπτομέρεια τι είχαν δει και μάθει εκεί.

Πίσω στη Χαρτούπολη όλοι τους περίμεναν με μεγάλη ανυπομονησία. Μόλις, λοιπόν, έφθασαν, άρχισαν αμέσως να διηγούνται ό,τι είχαν δει εκεί. Τους μίλησαν για το σινεμά, για τις ταινίες, για την κλέφτρα των βιβλίων και ακόμα για το πόσο τους είχε μαγέψει αυτός ο τόπος. Τέλος τους είπαν ότι οι ταινίες είναι πολύ φιλόξενες και ευγενικές και ότι δεν υπάρχει κανένας λόγος να τις φοβούνται.

Τα βιβλία όμως δεν άκουγαν τίποτα. Είχαν θυμώσει που κάποιες ταινίες δημιουργούνται από αυτά και έτσι αποφάσισαν να προκαλέσουν τις ταινίες σε λογομαχία. Η λογομαχία θα γινόταν στην Χαρτούπολη την επόμενη μέρα το πρωί και τα βιβλία ήταν όλο προετοιμασίες.

Η κρίσιμη ώρα είχε φτάσει. Τα βιβλία θα τα εκπροσωπούσε ένα από τα πιο σοφά και εξελιγμένα βιβλία: «ΟΙ ΕΙΚΟΣΙ ΧΙΛΙΑΔΕΣ ΛΕΥΓΕΣ ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ». Τις ταινίες θα τις εκπροσωπούσε: «ΟΙ ΕΙΚΟΣΙ ΧΙΛΙΑΔΕΣ ΛΕΥΓΕΣ ΚΑΤΩ «ΟΙ ΕΙΚΟΣΙ ΧΙΛΙΑΔΕΣ ΛΕΥΓΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΘΑΛΑΣΣΑ»,  σε ταινία. Η μονομαχία άρχισε, λοιπόν, και οι δύο πλευρές μιλούσαν για τα ίδια πράγματα με άλλα λόγια. Τα βιβλία βέβαια μιλούσαν πιο σοφά και εκλεπτυσμένα, με καλύτερα και πιο πλούσια επιχειρήματα  από ότι οι ταινίες! Από την άλλη πλευρά όμως οι ταινίες μιλούσαν με εικόνες, χρώματα και εφέ που πρώτη φορά άκουγαν τα βιβλία! Έτσι η λογομαχία κατέληξε με ισοπαλία. Οι ταινίες ήταν πολύ χαρούμενες που ήρθαν ισόπαλες με έναν τόσο άξιο αντίπαλο και επέστρεψαν πίσω στο νησί τους! Αντίθετα τα βιβλία ήταν συντετριμμένα! Ένιωθαν να απειλούνται από τις ταινίες και πίστευαν ότι μετά από λίγο καιρό αυτές θα υπερίσχυαν. Έπειτα από όλα αυτά έπεσε το ηθικό των βιβλίων και δεν ασχολήθηκαν με τίποτα ξανά! Με αυτό τον τρόπο περνούσαν τα χρόνια. Η  Χαρτούπολη είχε χάσει την λάμψη της. Όλοι οι κάτοικοι ήταν θλιμμένοι  και κανένας δεν είχε γελάσει από τη μέρα εκείνη. Έτσι συνέχισαν για αρκετό χρονικό διάστημα ώσπου, τα επτά βιβλία που είχαν πάει για πρώτη φορά στο ΣΙΝΕΜΑ και είχαν προσπαθήσει να πείσουν  τους υπόλοιπους να μην κάνουν τη λογομαχία, αποφάσισαν  να βρουν ένα σχέδιο για να βγάλουν τη Χαρτούπολη από τη θλίψη και να της φέρουν πάλι τη χαρά. Δεν άργησαν πολύ να βρουν το τέλειο σχέδιο μα για να το πραγματοποιήσουν  ήθελαν βοήθεια από τη Λάσσι.

Ξεκίνησαν, λοιπόν, κρυφά να πάνε στο νησί των ταινιών για να τη βρουν. Μόλις την βρήκαν της ζήτησαν να φέρει στη Χαρτούπολη ένα από τα άσπρα πανιά που βλέπουν τις ταινίες. Δεν της εξήγησαν τίποτα παραπάνω μα η Λάσσι που τους εμπιστευόταν, δέχτηκε.  Την επόμενη μέρα ένα τεράστιο πανί βρισκόταν στην είσοδο της Χαρτούπολης. Το μεσημέρι τα επτά βιβλία έβαλαν την ταινία Ε.Τ. ο Εξωγήινος να παίζει. Η ταινία έδειχνε ότι δύο άτομα τελείως διαφορετικά μπορούν να γίνουν φίλοι. Τα βιβλία  σιγά σιγά άρχισαν να μαζεύονται μπροστά στην οθόνη. Σε  όλα πέρασε το μήνυμα και κατάλαβαν τη μαγεία του σινεμά.

Μετά από όλα αυτά ζήτησαν συγγνώμη από τις ταινίες και μόνιασαν. Τα βιβλία κατάλαβαν ότι είναι ισότιμα με τις ταινίες και ότι και οι δύο έχουν πολλά να προσφέρουν! Τώρα τα βιβλία και οι ταινίες ζουν αρμονικά όλα μαζί σε μια υπέροχη πόλη που προς ανάμνηση αυτού του γεγονότος την ονόμασαν: ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΠΑΝΕ ΣΙΝΕΜΑ

                                                               ΜΑΡΙΛΕΤΑ ΑΡΓΥΡΟΥ

 

 

«Τα βιβλία πάνε σινεμά»

 

Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε σε μια μεγαλούπολη μια γυναίκα, η κυρία Χ. Η κυρία Χ στο σπίτι της είχε ένα δωμάτιο γεμάτο με… βιβλία! Μια τεράστια βιβλιοθήκη! Και αυτά τα βιβλία δεν ήταν συνηθισμένα! Ήταν μαγικά και μπορούσαν να μιλήσουν. Κανένας, βέβαια, δεν το ήξερε αυτό. Από όλα αυτά τα βιβλία, λοιπόν, δύο ήταν τα αγαπημένα της. Το ένα είχε μπλε εξώφυλλο και το άλλο κόκκινο. Αυτά τα δύο βιβλία, μάλιστα, τύχαινε να είναι πολύ καλοί φίλοι.

~

Μια μέρα η κυρία Χ πήγε στο σινεμά. Μέσα στην τσάντα της είχε το μπλε βιβλίο. Μιας και η τσάντα ήταν ανοιχτή, το βιβλίο μπορούσε να βλέπει κι αυτό την ταινία. Κάτι του θύμιζε αυτή η ταινία. Αλλά τι; Και τότε έμεινε έκπληκτο! Και όσο προχωρούσε η πλοκή του έργου τόσο μεγάλωνε η έκπληξή του. Η ιστορία που έβλεπε στη μεγάλη οθόνη ήταν ίδια με αυτήν που υπήρχε στα φύλλα του κόκκινου βιβλίου!

Όταν επέστρεψαν στο σπίτι ξεκίνησε να λέει στο φίλο του τι είχε συμβεί. Το κόκκινο βιβλίο ήταν πολύ ενθουσιασμένο! Το είχαν κάνει ΤΑΙΝΙΑ! Και πώς να ήταν αυτή η ταινία; Συμφωνούσε σε όλα με αυτά που έγραφε αυτό; Και τα πρόσωπα; Να ήταν έτσι όπως τα φανταζόταν; Ήθελε τόσο να τη δει… Αλλά δεν μπορούσε να γίνει τίποτα. Η κυρία τους δεν θα πήγαινε στην αυριανή προβολή για να δει την ίδια ταινία.

Την άλλη μέρα το μπλε βιβλίο είχε μια ιδέα…

- Βλέπεις αυτό το κουτί που βρίσκεται από κάτω μας; ρώτησε το φίλο του.

- Ναι.

- Ωραία! Ξέρεις πού θα πάει αυτό το κουτί;

- Όχι.

- Αυτό το κουτί θα πάει στις ανιψιές της κυρίας!

- Και μένα τι με νοιάζει; αγανάκτησε το κόκκινο βιβλίο. ΕΓΩ ΘΕΛΩ ΝΑ ΠΑΩ ΣΙΝΕΜΑ!

- Το σπίτι των ανιψιών βρίσκεται δίπλα από το σινεμά! Άμα μπούμε κι εμείς μέσα στο κουτί θα υπάρχει μια ελπίδα να δεις την ταινία σου!

- Ά πα πα πα ! Εγώ δεν είμαι για τέτοια! Όσο και να θέλω να πάω στο σινεμά, αυτό δεν πρόκειται να το κάνω!

Και πριν καλά καλά τελειώσει τη φράση του, το μπλε βιβλίο το έσπρωξε και μετά έπεσε κι αυτό! Πάνω στην ώρα που μπήκε στη βιβλιοθήκη η κυρία Χ για να πάρει το κουτί.

- Η περιπέτεια ξεκινάει! φώναξε το μπλε βιβλίο.

~

Η…  περιπέτειά τους δεν κράτησε και πολύ τελικά. Ένα αυτοκίνητο ήρθε, πήρε την κούτα και σε λίγο τα βιβλία μας βρισκόντουσαν πάνω σ’ ένα τραπέζι στο σαλόνι του σπιτιού των ανιψιών.

- Τι σκοπεύεις να κάνουμε τώρα; Ε; ρώτησε το κόκκινο βιβλίο. Ούτε την ταινία θα καταφέρω να δω εδώ που μ’ έφερες και είμαστε και μακριά από το σπίτι!

- Εεεε… Δεν είχα σκεφτεί τι θα κάναμε μετά. Πίστευα ότι κάτι θα βρούμε.

- Τι; Ένα κουτί που να λέει: « Για σινεμά πιέστε εδώ» ;

Τότε μπήκε στο δωμάτιο ένα κορίτσι. Ήταν η μεγαλύτερη κόρη της οικογένειας και είχε έρθει να δει τα καινούρια βιβλία. Τα κοίταξε όλα, αλλά τα μάτια της «καρφώθηκαν» στο κόκκινο.  Με μια κίνηση το πήρε, το έβαλε μέσα στο σακίδιό της κι έφυγε. Το μπλε βιβλίο ήταν απαρηγόρητο!

Στο σακίδιο της κοπέλας δεν υπήρχε και πολύς χώρος. Ούτε και φως. Το κόκκινο βιβλίο ήταν τρομαγμένο. Πού το πήγαινε; Δεν περίμενε και πολύ ώρα για να πάρει την απάντησή του. Το κορίτσι σταμάτησε να κινείται, άνοιξε το σακίδιο και το έβγαλε. Το βιβλίο δεν μπορούσε να συγκρατήσει τη χαρά του! Βρισκόταν στο σινεμά και  η ταινία του ξεκινούσε!

~

Έτσι, τα βιβλία μας είχαν πετύχει τον στόχο τους. Η κυρία τους γύρισε να τα πάρει όταν κατάλαβε ότι λείπουν κι έτσι επέστρεψαν στο σπίτι τους. Το κόκκινο ενθουσιασμένο και το μπλε χαρούμενο που τελικά είχε  βοηθήσει το φίλο του! Και ζήσανε αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα!

{ΤΕΛΟΣ}

                               Μαρία Πρίντζιου

 

 

Τα βιβλία πάνε σινεμά;

Μια φορά και ένα καιρό, πολλά, πολλά χρόνια πριν, όταν δεν είχε γεννηθεί ούτε ο προ-προ-προ-προπάππους σας  για να καταλάβετε, υπήρχαν τρία βασίλεια. Το πρώτο ήταν το βασίλειο των ανθρώπων, όπου ζούσαν αρμονικά όλοι οι άνθρωποι μαζί. Το δεύτερο και το τρίτο ήταν μυστικά, κανένας άνθρωπος δεν ήξερε ότι υπάρχουν. Αποτελούνταν από ταινίες και από βιβλία αντίστοιχα.  Η μακροχρόνια έχθρα ανάμεσα στα βιβλία και τις ταινίες ήταν προφανής. Όμως, οι περισσότεροι δεν γνώριζαν για ποιο λόγο μισούσε τόσο πολύ το ένα το άλλο. Εγώ και η παλιά γενιά των βιβλίων, όμως, ξέρουμε: λόγω μιας βεντέτας, που ξεκίνησε πολύ καιρό πριν. Σύμφωνα με αυτή, κάποια βιβλία υποστήριζαν ότι είναι καλύτερα από τις ταινίες. Οι ταινίες θύμωσαν τόσο πολύ με τα βιβλία που υποσχέθηκαν να πάρουν εκδίκηση.

Όσο πέρναγε ο καιρός, πολλοί άνθρωποι ανακάλυπταν τα δύο βασίλεια και στο τέλος έπαιρναν πολλά βιβλία και ταινίες για να τα πάνε στο βασίλειό τους. Αυτό άρεσε πολύ  και στα δύο γιατί όλοι είχαν περιέργεια να πάνε στο ξακουστό βασίλειο των ανθρώπων.

Έτσι λοιπόν, τα πράγματα γίνονταν όλο και χειρότερα για τα δύο βασίλεια. Οι απαγωγές, οι κλοπές, οι δολοφονίες ήταν συχνές. Ώσπου μια μέρα, μία μεγάλη κλέφτρα βιβλίων, απήγαγε όλα τα βιβλία σε ένα βράδυ…

Οι άνθρωποι στενοχωρήθηκαν πάρα πολύ γιατί αγαπούσαν τα βιβλία και είχαν γίνει πια αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής τους. Αποφάσισαν λοιπόν να επισκεφθούν όλοι μαζί πρώτα την κλέφτρα και έπειτα και τα δύο βασίλεια, εξηγώντας τους πως τους αρέσουν το ίδιο τα βιβλία και οι ταινίες καθώς τους ψυχαγωγούν και τους διασκεδάζουν.

Έτσι, λύθηκε αυτή η παρεξήγηση, τα βιβλία και οι ταινίες θεωρήθηκαν ίσες και από τότε έζησαν αγαπημένες. Γι’ αυτό εσείς και όλοι μας μπορούμε ελεύθερα να διαβάσουμε όποιο βιβλίο μας αρέσει ή να παρακολουθήσουμε όποια ταινία θέλουμε. Αλλά, μην πείτε σε κανέναν αυτή την ιστορία γιατί είναι μυστική…

 

Δήμητρα Καραθανάση 

 

 

Τα βιβλία πάνε σινεμά

 

          Μια φορά κι έναν καιρό, στην Παραμυθούπολη, ζούσαν πέντε καλοί φίλοι – ο Αστυνομικούλης, η Βιογραφούλα, ο Περιπετειούλης, η Παραμυθένια και ο Μυθιστορούλης. Οι ήρωες μας ήταν πολύ αγαπημένοι και λάτρευαν τα βιβλία.

Τα διάβαζαν, έπαιζαν μαζί τους, τα έκαναν καραβάκια και αυτά που  δεν τα ήθελαν για φίλους τα έσκιζαν.  Περνούσαν ατέλειωτες ώρες  μαζί και πήγαιναν πολλές βόλτες, όμως τους έλειπε κάτι, κάτι που τους  απαγόρευαν οι γονείς τους.  Οι δεύτεροι τους έλεγαν πως αν ξεπεράσουν τα σύνορα της πόλης τους, θα βρεθούν στο χωριό των κακών κινηματογράφων, το λεγόμενο Σινεβίλατζ και πως δεν έπρεπε να πάνε. Τα ατίθασα όμως βιβλιαράκια, μια μέρα που έλειπαν οι γονείς τους από το σπίτι βρήκαν την ευκαιρία να πραγματοποιήσουν το όνειρό τους!

          Όταν έφθασαν στο χωριό, ακολούθησαν το κεντρικό μονοπάτι κι έφθασαν στην πλατεία του χωριού.  Εκεί αντίκρισαν κάτι τελείως διαφορετικό από αυτό που περίμεναν. Είδαν κάποια φιλμάκια να παίζουν ανέμελα κάτω από το εκτυφλωτικό φως του ήλιου. Τα πλησίασαν και τους ζήτησαν να παίξουν μαζί τους. Τα φιλμάκια, όμως, παραξενεύτηκαν διότι δεν ήξεραν τα βιβλιαράκια και δεν απάντησαν στην ερώτησή τους. Τότε, τα βιβλιαράκια έκαναν την αρχή και τους συστήθηκαν. Τα φιλμάκια δεν έχασαν την ευκαιρία να κάνουν νέους φίλους και συστήθηκαν και αυτά. Έτσι ξεκίνησαν να παίζουν μαζί διάφορα παιχνίδια περνώντας υπέροχα μαζί και διασκεδάζοντας. Όμως, παίζοντας αδιάκοπα, έχασαν την  αίσθηση του χρόνου και όταν έπεσε ο ήλιος, τα παιδιά ήταν ακόμα στην πλατεία. Ξαφνικά ο  Αστυνομικούλης θυμήθηκε πως οι γονείς τους θα επέστρεφαν στο σπίτι σύντομα και τους προέτρεψε να γυρίσουν στα σπίτια τους δίνοντας την υπόσχεση στους καινούργιους τους φίλους πως θα  τους επισκέπτονταν ξανά. Ευτυχώς γι’ αυτά, τα βιβλιαράκια επέστρεψαν εγκαίρως στο χωριό τους χωρίς οι γονείς τους να αντιληφθούν την απουσία τους. Όλο το βράδυ σκέπτονταν τους καινούργιους τους φίλους και την επόμενη συνάντησή τους. Και αυτή δεν θα αργούσε.

          Μια εβδομάδα αργότερα, οι γονείς των ηρώων χρειάστηκε να αφήσουν πάλι μόνα τους τα παιδιά τους. Τότε οι μικροί μας φίλοι άρπαξαν την ευκαιρία και πήγαν να επισκεφθούν  ξανά τους καινούριους τους φίλους στο Σινεβίλατζ. Όταν ξανασυναντήθηκαν τα φιλμάκια πρότειναν στα βιβλιαράκια να τους δείξουν μια ταινία στο μεγάλο κινηματογράφο του χωριού τους. Τα βιβλιαράκια εμπιστεύτηκαν τους καινούριους τους φίλους και δέχτηκαν με χαρά την πρόσκληση, παρόλο που δεν γνώριζαν τι ήταν ταινία. Όμως δίστασαν να ρωτήσουν καθώς νόμιζαν πως θα τους κορόιδευαν. Όταν ξεκίνησε η προβολή με μεγάλη έκπληξη είδαν κάποιους χαρακτήρες να κινούνται, να μιλάνε και γενικότερα να συμπεριφέρονται όπως στην κανονική ζωή. Απόλαυσαν την ταινία και  κατενθουσιασμένοι ευχαρίστησαν τους φίλους τους που τους έδωσαν την ευκαιρία να ζήσουν αυτή την υπέροχη εμπειρία. Επίσης τους κάλεσαν να  τους επισκεφθούν και αυτοί , ώστε να τους ξεναγήσουν στη βιβλιοθήκη του χωριού τους για να γνωρίσουν  και αυτοί από κοντά τον μαγικό κόσμο του βιβλίου και να ταξιδέψουν μαζί τους σε κόσμους μακρινούς. Τα φιλμάκια, δυστυχώς, δεν μπόρεσαν να δεχτούν την πρόταση επειδή και αυτά αντιμετώπιζαν το ίδιο πρόβλημα. Οι γονείς τους, τους απαγόρευαν να απομακρύνονται από το χωριό τους. Τα βιβλιαράκια στην αρχή απογοητεύτηκαν αλλά όταν το σκέφθηκαν καλύτερα συνειδητοποίησαν πως θα ήταν καλύτερα έτσι γιατί οι γονείς τους δεν ήξεραν τίποτα για αυτές τις επισκέψεις και κάτι τέτοιο θα τους έβαζε σε μπελάδες. Τα βιβλιαράκια αποχαιρέτησαν για μια ακόμα φορά τους φίλους τους και γύρισαν χαρούμενα στο χωριό τους!

          Συνέχισαν τη ζωή τους χωρίς τους φίλους τους, αφού είχαν να συναντηθούν αρκετό καιρό και αυτό τους στενοχωρούσε πολύ. Όμως δεν μπορούσαν να κάνουν διαφορετικά. Οι γονείς τους δεν ξαναχρειάστηκε  να τα αφήσουν μόνα τους. Μια μέρα που η Παραμυθένια ήταν πολύ λυπημένη, αποκάλυψε στους γονείς της την επίσκεψή τους στο απαγορευμένο χωριό, όταν είχε χρειαστεί να μείνουν μόνα τους, δίχως όμως να πει τι έκαναν εκεί. Οι γονείς της θύμωσαν πάρα πολύ και αμέσως της απαγόρεψαν να κάνει παρέα και να ξανασυναντηθεί με τους υπόλοιπους τέσσερις αδερφικούς της φίλους. Η μικρή άρχισε να κλαίει με λυγμούς παρακαλώντας τους να μην της το κάνουν αυτό.

          Την ίδια τύχη είχαν όμως και τα υπόλοιπα μέλη της παρέας, με αποτέλεσμα όλα τα παιδιά–βιβλία να πέσουν σε κατάθλιψη, να αρνούνται να κάνουν οτιδήποτε, να μισούν τους γονείς τους και να έχουν επιθετική συμπεριφορά.  Οι γονείς τους δεν άντεχαν να τα βλέπουν έτσι και πίστευαν  πως με τον καιρό θα συνέλθουν και πως θα έπρεπε να τους δοθεί ένα μάθημα επειδή δεν τους υπάκουσαν.

Μια μέρα τα παιδιά κατάφεραν και συναντήθηκαν κρυφά στην βιβλιοθήκη του χωριού τους και αποφάσισαν πως έπρεπε να πείσουν τους γονείς τους να επισκεφθούν και αυτοί το Σινεβίλατζ. Οι γονείς αιφνιδιασμένοι από την κίνηση των παιδιών και θέλοντας να βάλουν ένα τέλος, δέχτηκαν την πρόταση. Όταν έφθασαν στο Σινεβίλατζ ήταν πολύ αρνητικοί επειδή δεν είχαν ακούσει καλά λόγια για αυτό το χωριό.

Τα παιδιά οδήγησαν τους γονείς τους στο μεγάλο κινηματογράφο και όλοι μαζί παρακολούθησαν μια ταινία. Μόλις αντίκρισαν τις πρώτες σκηνές έμειναν άναυδοι, χωρίς όμως να το δείχνουν λόγω του εγωισμού τους. Στη συνέχεια τους οδήγησαν στην πλατεία του χωριού όπου εκεί τους γνώρισαν τα φιλμάκια, τους καινούριους  φίλους που  είχαν κάνει. Οι γονείς κατάλαβαν πως δεν υπήρχε κανένας κίνδυνος στο χωριό αντιθέτως ήταν πολύ συναρπαστικό γιατί γνώριζες διαφορετικά πράγματα και τα φιλμάκια ήταν πολύ φιλικά. Έτσι παραδέχτηκαν πως αυτό που πίστευαν τόσο καιρό ήταν λάθος και υποσχέθηκαν στα παιδιά πως όταν επιθυμούν να συναντήσουν τους καινούριους φίλους τους  ή να δουν κάποια ταινία θα μπορούσαν να επισκεφθούν το χωριό.  

Φεύγοντας από το Σινεβίλατζ ο μπαμπάς του  Περιπετειούλη είπε: «Καλά όλα αυτά εδώ, αλλά δεν υπάρχει τίποτα καλύτερο από ένα καλό βιβλίο».

 

Μαριάννα Μαγκλάρα

 

 

Ο Φίλιππος 

δεν διάβασε όλο το βιβλίο "Η φάμα των ζώων" του Τζορτζ Όργουελ, 

είδε όμως την ομώνυμη ταινία κινουμένων σχεδίων

 

Όλα τα ζώα είναι ίσα 

μα μερικά είναι πιο ίσα από τα άλλα

 

Δείτε και το παρακάτω βίντεο

https://www.youtube.com/watch?v=eosqBTva8uo

 

 

Η Ελένη Αργυριάδου και η Μάρθα Αγγελοπούλου 

παρουσιάζουν το βιβλίο «Το άλογο του πολέμου» του Μάικλ Μομπούργκο 

και το συγκρίνουν με την ομώνυμη ταινία του Σπίλμπεργκ (2011)

Η ιστορία του βιβλίου διαδραματίζεται στο ξέσπασμα του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου στην Αγγλία και έχει σχέση με τη ζωή ενός αγοριού, του Άλμπερτ, ο οποίος αποκτά μετά από δημοπρασία, μέσω του πατέρα του, ένα μοναδικό άλογο, που το ονόμασαν Τζόι. Το άλογο μένει στη φάρμα της οικογένειας και εκπαιδεύεται από τον Άλμπερτ. Όμως ο πατέρας του σύντομα αντιλαμβάνεται ότι φέρθηκε ανώριμα που τον αγόρασε γιατί έτσι προστέθηκαν περισσότερα προβλήματα στις ήδη μεγάλες οικονομικές δυσκολίες της οικογένειας. Ο αφέντης της περιοχής απειλούσε τον πατέρα ότι θα του έπαιρνε το σπίτι αν δεν πλήρωναν το νοίκι. Ο Άλμπερτ κατάφερε με μόχθο να οργώσει το χωράφι και κατάφεραν να κρατήσουν το σπίτι τους. Ο πατέρας του όμως σύντομα αναγκάζεται να πουλήσει το άλογο στο ιππικό του στρατού. Έτσι ο Τζόι συμμετείχε στον πόλεμο. Εκπαιδεύτηκε σε πολύ σκληρές συνθήκες. Ο νέος ιδιοκτήτης του Τζόι, ο ίλαρχος Νίκολς, έστελνε σκίτσα του Τζόι στον Άλμπερτ για να παρακολουθεί την ανάπτυξή του. Κατά τη διάρκεια της εκπαίδευσής του, ο Τζόι γνώρισε ένα άλλο άλογο, τον Τόπθρον. Τους μετέφεραν και τους δυο στη Γαλλία για αιφνιδιαστική επίθεση. Οι Γερμανοί αρχικά τρόμαξαν, μα αργότερα οργανώθηκαν και συνέτριψαν το ιππικό των Άγγλων. Ο Τζόι κατάφερε να αποδράσει. Μετά από λίγο καιρό τον βρήκαν και τον πήραν οι Γερμανοί.

Ο Άλμπερτ από την άλλη είναι στρατιώτης και χάνει το φως του. Ο Τζόι από τις κακουχίες αρχίζει και χάνει βάρος και αδυνατίζει περισσότερο από τη στενοχώρια του, όταν ο Τόπθρον πεθαίνει μετά από βαριά αρρώστια. Στο μέτωπο η ζωή είναι πολύ σκληρή. Ο Τζόι φοβάται αλλά μάχεται. Μετά από πολύ τρέξιμο βρίσκεται στην Ουδέτερη Ζώνη μόνος ενώ οι οβίδες πέφτουν γύρω του βροχή. Μπλέκεται στα συρματοπλέγματα και τραυματίζεται. Τότε ακούει κάποιους που μιλούν, Ήταν οι σωτήρες του. Ένας Ουαλός και ένας Γερμανός τον ξέμπλεξαν και μετά από στοίχημα τον πήρε ο Ουαλός. Ο Τζόι μεταφέρεται στο νοσοκομείο, όπου τον περιποιούνται. Στο ίδιο νοσοκομείο βρίσκεται και ο Άλμπερτ, που μιλάει για το αγαπημένο του άλογο και πόσο του λείπει. Αποδεικνύεται ότι βρίσκεται στο διπλανό δωμάτιο. Τον μεταφέρου εκεί. Αναγνωρίζονται μετά από μια συγκινητική σκηνή. Ο Άλμπερτ εκμυστηρεύεται στον Τζόι την αγάπη του για μια χωριατοπούλα. Σύντομα ο πόλεμος τελειώνει και ο νέος με το άλογό του γυρίζουν ευτυχισμένοι πίσω.

 

Η ταινία

Η ταινία του Σπίλμπεργκ δεν διαφέρει πολύ από το βιβλίο. Ίσως σε κάποιες σκηνές υπάρχουν μικρές αλλαγές στα λόγια και τις πράξεις των ηρώων. Κατά τη γνώμη μας η ταινία ήταν καλύτερη από το βιβλίο αφού ο σκηνοθέτης απέδωσε με υπέροχες εικόνες, σε μιας μεγάλης διάρκειας ταινία, κατάλληλη για μεγάλους και για μικρούς, τη σύντομη ιστορία του συγγραφέα που προορίζεται για παιδιά.

 

Δείτε και τα παρακάτω βίντεο

https://www.youtube.com/watch?v=N14sIjUiM2Q

https://www.youtube.com/watch?v=yM79Zlkdweo

Ποια βιβλία διαβάζουμε φέτος;

Πατήστε τον παρακάτω σύνδεσμο

https://scratch.mit.edu/projects/156891397/#player

 

Το «Παραμύθι δίχως όνομα» της Μάρθας και της Ελένης

Μια φορά και έναν  καιρό  στην  Ονειρούπολη , ζούσαν τέσσερα παιδιά, μοναχοπαίδια που κατανάλωναν πάρα πολλά σοκολατένια  αυγά διότι ήθελαν να βρουν το χρυσό  εισιτήριο που θα τους έδινε την ευκαιρία να παρακολουθήσουν την ταινία «Tο κυνήγι των Πασχαλινών αυγών». Στους όρους του εισιτηρίου  ήταν γραμμένο πως όποιος κατάφερνε να βρει πρώτος αυτό το εισιτήριο θα έπαιρνε αυτόγραφο από τον πρωταγωνιστή και συγχρόνως θα επισκεπτόταν το εργοστάσιο που του ανήκε.

H  Έμιλυ, ένα δωδεκάχρονο κορίτσι ήταν η τυχερή.  Αφού είδε την ταινία  γνώρισε τον πρωταγωνιστή , ο  οποίος  την  οδήγησε  μέσα από μια συναρπαστική  περιπέτεια στο «Μαγικό μέρος» όπως  αποκαλούσε το εργοστάσιό του…

Η περιπέτεια  ήταν  η αιτία   η οποία την έφερε σε επαφή με  τα υπόλοιπα τρία  παιδία της ιστορίας μας.  Διαδραματίστηκε στο δάσος των κακαόδεντρων. Εκεί  το κορίτσι μάζεψε κόκκους κακάο. Σε μια στιγμή ένας από τους ήρωες ο Μάικλ,  που βρισκόταν εκεί για τον ίδιο λόγο, τινάχτηκε από ένα δέντρο και την τρόμαξε.  Η Έμιλυ λιποθύμησε και ξύπνησε ζαλισμένη  σε μια αίθουσα αγνοώντας  πού βρίσκεται.

Εκείνη τη στιγμή  μια κοπέλα  που την έλεγαν  Λένα προσπάθησε  να την  βοηθήσει  να σταθεί στα πόδια της  αλλά εκείνη αποτραβήχτηκε τρομαγμένη…  Αφού συνήλθε και μετά από πολύωρη συζήτηση, τα δύο κορίτσια γνωρίστηκαν μεταξύ τους και αποδείχτηκε πως η Λένα ήταν η κόρη του πρωταγωνιστή.

Έπειτα την οδήγησε σε ένα παραμυθένιο χώρο όπου υπήρχε μια τεράστια λίμνη γεμάτη από ζελέ φράουλα και βατόμουρα. Στο πίσω μέρος υπήρχε ένα τεράστιο συντριβάνι από το οποίο έτρεχε σοκολάτα.

Η Λένα  φώναξε τον πατέρα της. Εκείνος ξενάγησε την  Έμιλυ  διότι της το «χρώσταγε». Τα ματάκια της είδαν πολλά συναρπαστικά πράγματα όπως γιγάντια πασχαλινά γλειφιτζούρια, σπιτάκια με μπισκοτένιες σκεπές,  λουλούδια με πέταλα από σοκολατένια  ζαχαρόπαστα  και άλλα παρόμοια. Κάτι όμως περίεργο που την προβλημάτισε πολύ και της κέντρισε  το ενδιαφέρον ήταν αυτό που αντίκρισε... Ένας τεράστιος  σοκολατένιος πίνακας που είχε μια ζωγραφισμένη κοπέλα που μόλις την κοίταγες στα δεξιά αυτή σε κοίταγε προσφέροντας σου ένα σοκολατάκι. Όταν την κοίταγες αριστερά πάλι σε κοίταγε δίνοντάς  σου ένα ζελεδάκι. 

Η Έμιλυ είχε μπερδευτεί με  όλα αυτά τα άγνωστα πράγματα και προσπαθούσε να καταλάβει τι συνέβαινε. Ρώτησε τον «ξεναγό» της για το πού θα πήγαιναν μετά. Εκείνος της χαμογέλασε και της είπε να μην βιάζεται. Αυτή  δεν κατάφερε ποτέ να δει το επόμενο έκθεμα διότι την στιγμή εκείνη έγινε ένας καταστροφικός σεισμός που γκρέμισε όλο το εργοστάσιο και όσοι βρίσκονταν εκεί σκοτώθηκαν. Οι μόνοι επιζώντες ήταν η Έμιλυ, η Λένα  και ο πατέρας της .  

Η Έμιλυ, μετά από την εμπειρία που είχε, όταν μεγάλωσε, άνοιξε δικό της εργαστήριο  ζαχαροπλαστικής και αργότερα το επέκτεινε. Με το πέρασμα του χρόνου το  έκανε εργοστάσιο τιμώντας έτσι τα άτομα που σκοτώθηκαν. Το εργοστάσιο έγινε διάσημο και το όνομά του ήταν «Παραμύθι δίχως  όνομα».      

 

 

Η λέσχη ανάγνωσης προτείνει το βιβλίο του μήνα

 

Γιατί έχει θέμα του την άνοιξη, την ωραιότερη εποχή του χρόνου

Γιατί μας θυμίζει παραδόσεις και έθιμα από όλες τις γωνιές της Ελλάδας και μας μαθαίνει άλλα που δεν ξέραμε

Γιατί μας δείχνει την αδιάλειπτη πορεία μας στο χρόνο από την αρχαία Ελλάδα ως τις μέρες μας

Γιατί υπογραμμίζει την αξία της φιλίας και της συνεργασίας

Γιατί μας βοηθάει να ανακαλύψουμε τον εαυτό μας και τον κόσμο

Γιατί μπορούμε να το διαβάσουμε μαζί με τους μικρούς μας φίλους ή τα αδέρφια μας και να το απολαύσουμε διπλά

Γιατί μπορούμε να το κάνουμε δώρο τις μέρες του Πάσχα

Γιατί είναι καλογραμμένο και έχει ωραία εικονογράφηση

Γιατί οι δημιουργοί του είναι από τον τόπο μας

 

Όταν ο γερο-ασβός δεν μπορούσε πια να κυβερνήσει το βασίλειο του αγρού, τα ζώα αποφάσισαν να παραδώσουν τα ηνία σε ένα νεότερο βασιλιά. Προκήρυξαν διαγωνισμό με θέμα την «Άνοιξη». Ποιος θα ήταν ο νικητής ή η νικήτρια του διαγωνισμού που θα φορούσε το βασιλικό στέμμα;

Το κουνάβι, η χελώνα, η νυφίτσα και ο Πολύδωρος ο λαγός δήλωσαν υποψηφιότητα και ξεκίνησαν το ταξίδι τους στον αγρό, για να μάθουν τα πάντα για την άνοιξη. Μόνο που σε αυτό το ταξίδι της γνώσης δεν χρησιμοποίησαν όλοι τα ίδια μέσα.

Θα καταφέρει ο Πολύδωρος να γίνει ο σοφός βασιλιάς; Θα νικήσει τις αδυναμίες και τα ελαττώματά του; Και τι έχει να κερδίσει από τη Σάρα τη Σαρακοστή, τις Λαζαρίνες, τη Νέλα την κουνέλα, τον Τσικουλάτα και τα παιδιά του σχολείου; Τι ρόλο θα παίξει η Πουά η πασχαλίτσα; Και ποια είναι αυτή η Ηριγόνη που ανάβει τ’ άστρα ψηλά στον ουρανό;

Κι όταν ο μύθος φτάσει στη λύση του, μια νέα πτήση ξεκινά για να μυήσει μικρούς και μεγάλους σε φιλαναγνωστικές δράσεις, διασκεδαστικά παιχνίδια γνώσης και γλωσσικές δραστηριότητες.

Καλό ταξίδι στον κόσμο της γνώσης!

 

Η Μαρία Ηλιοπούλου και η Αντονέτα Λέκαϊ

παρουσιάζουν το βιβλίο «Η ζωή του Πι» του Γιαν Μαρτέλ

Ο Πι και η οικογένειά του ζούσαν μια υπέροχη ζωή στην Ινδία, που δεν κράτησε όμως για πάντα. Ο πατέρας του διατηρούσε δίπλα από το σπίτι τους έναν μεγάλο ζωολογικό κήπο με όλα τα είδη των ζώων. Το πιο θαυμάσιο και όμορφο ζώο ήταν η τίγρης της Βεγγάλης, που της είχαν δώσει το όνομα Ρίτσαρντ Πάρκερ. Ο πατέρας του Πι ήταν ένας πολύ φιλόδοξος άνθρωπος και γι’ αυτό ήθελε να μεταφέρει το ζωολογικό του κήπο στον Καναδά. Έτσι ο Πι, ο αδερφός του Ραβί, οι γονείς του και όλα τους τα ζώα επιβιβάστηκαν σε ένα τεράστιο πλοίο και ξεκίνησαν το ταξίδι τους. Ενώ όλα κυλούσαν ήρεμα και γαλήνια, ξαφνικά ξέσπασε μια τρομερή καταιγίδα.

Ο Πι ήταν τυχερός μέσα στην ατυχία του, κατάλαβε τι γινόταν και βγήκε στο κατάστρωμα του πλοίου. Όταν πήγε να ειδοποιήσει την οικογένειά του ήταν πλέον πολύ αργά. Το πλοίο είχε ήδη αρχίσει να βυθίζεται. Γρήγορα-γρήγορα οι υπεύθυνοι του πλοίου τον έβαλαν μέσα σε μια λέμβο και την έριξαν στη θάλασσα.

Και τώρα ξεκινάει η κυρίως ιστορία.

Ο Πι βρίσκεται μόνος του, ή τουλάχιστον έτσι νομίζει, και κλαίει για την οικογένειά του. Προσεύχεται και στους τρεις θεούς που πιστεύει, αλλά κανένας δεν τον βοηθά. Σύντομα ανακαλύπτει ότι δεν είναι τόσο μόνος όσο πίστευε. Συντροφιά του έχει μια ζέβρα, έναν ουρακοτάγκο και μια ύαινα. Όμως για να μην νιώσει ποτέ μόνος, στη λέμβο υπάρχει και η τρομερή τίγρη της Βεγγάλης, την οποία φοβάται πάρα πολύ. Όταν τα ζώα αρχίζουν να πεινάνε και το μόνο φαγητό που υπάρχει στη βάρκα είναι ο Πι και τα ζώα… Η ύαινα ως πιο δυνατή, κατασπαράζει την τρομοκρατημένη ζέβρα και λίγο αργότερα και τον ουρακοτάγκο. Όμως, κανένα ζώο δεν είναι πιο δυνατό από την τίγρη, που τρώει την ύαινα. Ο Πι βλέποντας όλα αυτά, φοβάται ακόμα περισσότερο. Έτσι φτιάχνει μια σχεδία και απομακρύνεται λίγο από τη βάρκα. Ταΐζει καθημερινά την τίγρη καθώς φοβάται μήπως γίνει ο ίδιος τροφή της. οι μέρες περνούν έτσι και οι περισσότερες προσπάθειες του Πι να εξημερώσει την τίγρη πέφτουν στο κενό.

Μετά από αρκετό διάστημα πείνας και φόβου ο Πι βλέπει από μακριά στεριά. Πολύ χαρούμενος και πιστεύοντας ότι η περιπέτειά του σε λίγο θα τελειώσει κάνει κουπί με όση δύναμη του έχει απομείνει και καταφέρνει να φτάσει στο πολυπόθητο νησί. Εκεί βρίσκει μικρά ζωάκια με το όνομα μαγκούστα για να φάει η τίγρης καθώς και διάφορα φυτά για τον ίδιο. Νομίζει πως βρίσκεται στον απόλυτο παράδεισο, όμως όχι. Αυτή είναι μια ακόμα περιπέτεια που πρέπει να αντιμετωπίσει. Κάποια μέρα βρίσκει μερικούς καρπούς και προσπαθώντας να καταλάβει τι ακριβώς είναι, τους ανοίγει και βρίσκει μέσα τους ανθρώπινα δόντια. Καταλαβαίνει λοιπόν ότι το νησί είναι σαρκοφάγο, παίρνει τον Ρίτσαρντ Πάρκερ και μερικές προμήθειες και φεύγουν γρήγορα από το νησί. Το τέλος όμως δεν αργεί να φτάσει. Σύντομα θα φτάσουν στις ακτές του Μεξικού. Αυτή είναι και η τελευταία φορά που ο Πι θα δει τον Ρίτσαρντ, ο οποίος εξαφανίζεται στη ζούγκλα. Κάποιοι ντόπιοι που έκαναν τη βόλτα τους στην παραλία, τον βρήκαν κατάκοπο και τον οδήγησαν στο νοσοκομείο της πόλης. Μόλις μαθεύτηκε ότι τελικά υπήρχε κάποιος επιζών αυτού του πλοίου, οι δημοσιογράφοι έτρεξαν να μάθουν την ιστορία του. Όμως δεν πίστεψαν αυτή την τρομερή και φαντασμαγορική ιστορία. Έτσι, αναγκάστηκε να τους πει μια ψεύτικη ιστορία μακριά από την πραγματικότητα. Στη θέση λοιπόν των ζώων έβαλε ανθρώπους. Τη μαμά του, τον μάγειρα και έναν ναύτη από το πλοίο. Με αυτό τον τρόπο αυτή η τρομερή περιπέτεια έφτασε στο τέλος της. αρκετά χρόνια αργότερα ο Πι έκανε τη δική του οικογένεια.

 

Η ταινία του Ανγκ Λι ήταν σχεδόν ίδια με την υπόθεση του βιβλίου. Τα γεγονότα παρουσιάζονται με τη σειρά. Τα χρώματα της ταινίας ήταν τα πιο εντυπωσιακά που έχουμε δει σε όλη μας τη ζωή. 

 

Δείτε και το παρακάτω βίντεο

 https://www.youtube.com/watch?v=gk-xcHaq9aY

 

Η Μαρία Πρίντζιου παρουσιάζει την «Έμμα» της Τζέιν Όστεν και τη συγκρίνει με την ομώνυμη ταινία του Ντάγκλας Μακ Γκραθ (1996) με την Γκουίνεθ Πάλτροου

 

Η συγγραφέας

Η Τζέιν Όστεν γεννήθηκε στις 16 Δεκεμβρίου του 1775 και πέθανε στις 18 Ιουλίου του 1817, μετά από πολύμηνη ταλαιπωρία από επώδυνη ασθένεια. Ο πατέρας της ήταν διδάκτωρ της Οξφόρδης και κληρικός. Η Όστεν είχε άλλα εφτά αδέρφια, εκ των οποίων μόνο μια αδερφή, την Κασσάνδρα.

Τα έργα της είναι μέρος της μετάβασης προς το ρεαλισμό του 19ου αιώνα. Οι πλοκές των έργων της, αν και κατά βάση κωμικές, υπογραμμίζουν την εξάρτηση των γυναικών από το γάμο προς εξασφάλιση κύρους και οικονομικής ασφάλειας.

 

Το βιβλίο

Ένα από τα έργα της Τζέιν Όστεν είναι και η «Έμμα». Η Έμμα Γούντχαουζ είναι μια νεαρή κοπέλα, 21 ετών, που ζει μαζί με τον πατέρα της σε ένα πυκνοκατοικημένο χωριό ονόματι Χάιμπουρι. Η οικογένειά της είναι η πιο διακεκριμένη της περιοχής.

Η υπόθεση ξεκινάει με την κουβέντα της Έμμας με τον πατέρα της για τον γάμο της γκουβερνάντας της. η ίδια πιστεύει ότι χάρη σε εκείνη έγινε αυτός ο γάμος, αφού είχε σκεφτεί ότι το ζευγάρι αυτό θα ήταν ιδανικό και έκανε το συνοικέσιο. Έτσι μας αποκαλύπτεται η μεγάλη αγάπη της ηρωίδας για τα προξενιά. Καθόλη τη διάρκεια του έργου, λοιπόν, η Έμμα κάνει διάφορες προβλέψεις και προσπαθεί να «ενώσει» άτομα του κύκλου της. σιγά-σιγά όμως, ανακαλύπτει ότι οι προβλέψεις της δεν είναι και τόσο σωστές, με αποτέλεσμα να γίνονται παρεξηγήσεις και να στενοχωρεί αγαπημένα της πρόσωπα. τελικά όλα ξεδιαλύνονται, η Έμμα παντρεύεται αυτόν που αγαπά και όλοι ζουν ευτυχισμένοι.

 

Η ταινία

Παρακολούθησα την ταινία «Έμμα» παραγωγής 1996 με την Γκουίνεθ Πάλτροου στον πρωταγωνιστικό ρόλο. Η υπόθεση της ταινίας είναι ίδια με αυτή του βιβλίου (παραλείπονται μόνο κάποια όχι τόσο σημαντικά γεγονότα). Οι σκηνές διαδέχονται γρήγορα η μια την άλλη και τα σκηνικά και τα κοστούμια μας ταξιδεύουν στον 19ο αιώνα.

 

Από το βιβλίο και την ταινία προτιμώ το βιβλίο, γιατί περιέχει περισσότερα γεγονότα και γνωρίζω καλύτερα τα πρόσωπα της ιστορίας. 

 

Δείτε και τα παρακάτω βίντεο

https://www.youtube.com/watch?v=Jz_P43jHN6w

www.youtube.com/watch?v=Ux-jt72Yl4I

Η λέσχη ανάγνωσης προτείνει το βιβλίο του μήνα

 

Ο Τεό, ο έφηβος που πριν από μερικά χρόνια έκανε το γύρο του κόσμου των θρησκειών με τη θεία του τη Μάρθα, είναι πλέον είκοσι έξι χρόνων, γιατρός, ανθρωπιστής και συνειδητοποιημένος οικολόγος. «Εδώ και πενήντα χρόνια», λέει, «το ανθρώπινο είδος δεν ξύνει απλώς τη γη, έχει τρυπήσει το δέρμα, είμαστε μέσα στη σάρκα, και κανένας δεν ξέρει τι μέλλει γενέσθαι». Με συνοδό την ακούραστη θεία Μάρθα, ο Τεό θα ξεκινήσει και πάλι για ένα ταξίδι στα πέρατα του κόσμου, για να ζήσει από κοντά και να καταγράψει τα περιβαλλοντικά προβλήματα που βασανίζουν τη Γη. Από το Δελχί ως την Τασκένδη, και από το Καμερούν μέχρι τον Καναδά, θα δει και θα μάθει πολλά, θα συναντήσει παλιούς φίλους και θα γνωρίσει τον έρωτα και τον πόνο στο πρόσωπο της νεαρής Ρενάτε, μόνο και μόνο για να δηλώσει στο τέλος του ταξιδιού: «ο άνθρωπος είναι ένα ζωντανό ον που δεν είναι πλέον και που δεν ήταν ποτέ κυρίαρχος της φύσης».

25η Μαρτίου

Οι μαθητές και οι μαθήτριες της Λέσχης Ανάγνωσης οργάνωσαν και παρουσίασαν την εθνική γιορτή στη σχολική μας κοινότητα με σατιρικό σκετς αλλά και φανταστικούς μονολόγους των ηρώων και ηρωίδων του ’21 που οι ίδιοι είχαν συγγράψει στο πλαίσιο άσκησης δημιουργικής γραφής

 

«Το όνομά της;»  από τη Μαρία Πρίντζιου

 

Μια γυναίκα κάθεται σε μια ακτή της Πάρου αναπολώντας… Είναι σκελετωμένη και τα ρούχα της μαρτυρούν τη μεγάλη φτώχεια της, ενώ στο πρόωρα γερασμένο πρόσωπό της έχουν αποτυπωθεί οι κακουχίες των τελευταίων χρόνων της ζωής της. Κάθεται, λοιπόν, και αναπολεί όλα όσα έχει περάσει.

Θυμάται τις μέρες που ζούσε ξένοιαστη στην Τεργέστη με όλες τις ανέσεις που τις παρείχε ο πατέρας της, που ήταν Έλληνας μεγαλέμπορος. Και έπειτα έφτασε στην Ελλάδα, στην Τήνο. Όταν ξέσπασε η επανάσταση δεν έμεινε με σταυρωμένα χέρια. Θέλοντας να βοηθήσει την πατρίδα της, πήγε στη Μύκονο. Και από εκεί ξεκίνησε όλη η δράση της αγοράζοντας με δικά της έξοδα  εξοπλισμό και πλοία και συγκροτώντας πολεμικό σώμα. Και δεν επαναπαύτηκε σε αυτό, αλλά συμμετείχε και η ίδια, πιάνοντας τα όπλα σε πολλές μάχες κατά των Οθωμανών.

Θυμάται βουρκωμένη την τεράστια τιμή που είχε δεχθεί με την απονομή του βαθμού του αντιστράτηγου για τις υπηρεσίες της. η προσφορά της συνεχίστηκε στέλνοντας επιστολές στο εξωτερικό, συμβάλλοντας στον φιλελληνισμό. Επιπλέον, έδωσε και τα τελευταία χρήματα που της απέμειναν για να στηρίξει τον αγώνα. Όμως, παρόλο που έκανε τόσα πολλά για το καλό των ελλήνων, αυτό που εισέπραξε τα τελευταία χρόνια ήταν πικρία. Πάμφτωχη, ξεχασμένη από όλους , πληγωμένη από τον τρόπο που της φέρθηκαν.

Σκουπίζει τα δάκρυά της και σηκώνεται με δυσκολία. Είναι άρρωστη από τυφοειδή πυρετό και δεν ξέρει πόσος καιρός της μένει. Σιγά-σιγά κατευθύνεται προς το εσωτερικό του νησιού.

Μια τραγική φιγούρα.

Το όνομά της;

Μαντώ Μαυρογένους  

 

 

«Λασκαρίνα το όνομά μου»  από τη Βασιλική Φραγκούλη

 

Λασκαρίνα το όνομά μου.

Έχασα τους άντρες μου, έχασα το παιδί μου, έχασα και όλη μου την περιουσία. Όλα για την πατρίδα. Όλα για την λευτεριά. Πόσο θα κρατήσει άραγε ο Αγώνας; Ζυγώνει η ώρα της λύτρωσης;

Ποιος το περίμενε; Η ζωή μου από την αρχή ήταν μια περιπέτεια. Γεννήθηκα στις φυλακές της Πόλης από πατέρα πλοίαρχο και πλούσια μάνα. Σταυριανός Πινότσης ακουγόταν κάτω στο νησί, στην ξακουστή την Ύδρα, και τον τρέμαν και οι πέτρες. Αλλά και για την μάνα μου, τη Σκεύω Κοκκίνη, λίγα δεν έχουν ακουστεί. Απ’ τις πλούσιες οικογένειες των Σπετσών οι Κοκκιναίοι. Περήφανη που ’μια παιδί τους. Από μικρή φαινόμουνα πως μ’ άρεσε η θάλασσα. Εκεί που τα άλλα κοριτσόπουλα φτιάνανε τα προικιά τους, εγώ ανέβαινα πάνω στα καΐκια και σάρωνα το Αιγαίο. Μες στο νερό ένιωθα λέφτερη και έτσι λέφτερος ήθελα να νιώθει και ο ελληνικός λαός.

Στα 17 μου παντρεύτηκα τον Δημήτριο Γιάννουζα, αρχοντοπαλίκαρο με καλή καρδιά. Μου χάρισε δυο παιδιά, αγόρια και τα δυο, να τα ζηλεύει όλο το νησί. Εννιά χρόνια περάσαμε μαζί. Πολεμήσαμε, ταξιδέψαμε, διαλαλήσαμε το μήνυμα για λεφτεριά παντού. Προσπαθήσαμε, αλλά… δεν βγαίνουν όλες οι προσπάθειες σε καλό. Ο Δημητρός μου σκοτώθηκε από αλγερινούς πειρατές στην προσπάθειά του να φέρει προμήθειες για τον αγώνα.

Τέσσερα χρόνια κράτησα το πένθος μου. Τέσσερα χρόνια βαριά και ασήκωτα. Πάλεψα, πάλεψα, πάλεψα αλλά δεν άντεχα άλλο τόσο πόνο. Χρειαζόμουν κάποιον δίπλα μου. Έτσι παντρεύτηκα τον Δημήτριο Μπούμπουλη. Οι Σπετσιώτες σιγά-σιγά ξέχασαν το «Λασκαρίνα». Τώρα πια ήμουν γνωστή ως «Μπουμπουλίνα». Με τον Δημήτριο αποκτήσαμε τρία παιδιά. Δέκα χρόνια ταξίδευε. Δέκα χρόνια πολεμούσα για την πατρίδα πλάι του. Δέκα χρόνια έμαθα τόσα πολλά που ούτε όλος ο χρόνος του κόσμου δεν έφτανε να τα ξεχάσω. Δυστυχώς, όμως, η μοίρα μου είναι τέτοια που στασό δεν μ’ αφήνει να βρω. Ο Μπούμπουλης σκοτώθηκε κι αυτός από άγριους πειρατές.

Σαράντα χρονών ήμουνα, δυο φορές χήρα με πέντε παιδιά. Μεγάλη περιουσία μου ’χαν αφήσει πίσω οι άντρες μου. Όλα μου τα χρόνια και τα υπάρχοντα τα αφιέρωσα στον Αγώνα. Ο «Αγαμέμνων» ήταν το καμάρι μου. Πλοίο τέτοιο κανείς δεν ξανάβρε. Πιστός υπηρέτης σ’ όλα. Στον αποκλεισμό του Ναυπλίου, στην άλωση της Τριπολιτσάς, στους δύσκολους αγώνες στο Άργος. Δε με εγκατέλειψε ποτέ. Κι ας κάναν απατεωνιές οι Τούρκοι να μου τα πάρουν όλα. Κανέναν δεν άφησα. Κανείς πάνω από την υπόληψή μου.

Και πώς μ’ αντάμειψε η πατρίδα; Με εξορίσανε. Γιατί; Γιατί πίστεψα στο δίκιο. Γιατί ήξερα ότι ο Κολοκοτρώνης έλεγε την αλήθεια. Με εξορίσανε. Πίσω στο νησί δεν είχαμε τίποτα. Φτωχή μ’ ανέβαζαν, φτωχή με κατέβαζαν. Και γω, εκεί, μόνη μου, χωρίς τα παιδιά μου, χωρίς τον Δημητρό μου, προσπαθούσα να ζήσω.

Η Ελλάδα που αγάπησα, που γι’ αυτήν έδωσα κάθε κομμάτι της ψυχής μου, όχι μόνο δεν με αντάμειψε αλλά με πλήγωσε περισσότερο και από τη σφαίρα που με βρήκε στην καρδιά από τους συμπατριώτες μου επειδή δεν ήμουν αρκετή. Επειδή ο γιος μου δεν ήταν ικανός. Τόσο πολύ με πλήγωσε… 

 

Η Μαριάννα Μαγκλάρα και η Μαριλέτα Αργυρού 

παρουσιάζουν το βιβλίο «Η κλέφτρα των βιβλίων» 

του Μάρκους Ζούσακ 

και το συγκρίνουν με την ομώνυμη ταινία του Μπράιαν Πέρσιβαλ (2013)

 

Ι. Η ΠΡΩΤΗ ΕΝΤΥΠΩΣΗ

Αρχικά, λόγω των πολλών σελίδων, µου φαινόταν ακατόρθωτο να καταφέρω να διαβάσω αυτό το βιβλίο. Έτσι, η εντύπωσή µου για αυτό δεν ήταν ιδιαίτερα καλή. Όµως, οι εντυπώσεις µου διαψεύστηκαν όταν ξεκίνησα την ανά.γνωση του βιβλίου. Τελικά., δεν ήταν τόσο δυσκολοδιάβαστο όσο το περίμενα. Όσο κυλούσαν οι σελίδες και το περιεχόμενο γινόταν όλο και πιο ενδιαφέρον, µου κινούσε την περιέργεια και το διάβαζα µε τις ώρες.

 

ΙΙ. ΥΠΟΘΕΣΗ

Κεντρική ηρωίδα του βιβλίου είναι η Λίζελ Μέρµινγκερ, ένα δεκάχρονο κορίτσι, όταν αρχίζει το έργο, το 1939. Στο ταξίδι για το Μόλχινγκ, μια μικρή πόλη στα περίχωρα του Μονάχου, όπου πάει για να συναντήσει τους θετούς της γονείς, ο μικρός εξάχρονος αδερφός της πεθαίνει. Στο νεκροταφείο κλέβει το πρώτο της βιβλίο, «Το εγχειρίδιο του νεκροθάφτη», χωρίς να ξέρει ακόμη ανάγνωση. Είναι µια έμφυτη αγάπη για το βιβλίο, όχι όμως ως περιεχόμενο, αλλά και για το βιβλίο ως αντικείμενο, μια αγάπη που θα τη συνοδεύει σ' ολόκληρη τη ζωή της, όταν η ίδια θα γράψει ένα βιβλίο.

Η μικρή Λίζελ, μόνη πια, καταλήγει στη φτωχή οικογένεια των Χούμπερμαν. Σύντομα ένας δυνατός συναισθηματικός δεσμός δημιουργείται µε τους θετούς γονείς. Η μητέρα, η Ρόζα, είναι µια δυναμική, φαινομενικά σκληρή γυναίκα, που κρύβει την αγάπη και την ευαισθησία της κάτω από τις υβριστικές προσφωνήσεις. Ο πατέρας, ο Χάνς, συνδέεται ιδιαίτερα με το κοριτσάκι και τα βράδια, όταν εκείνη ξυπνάει από εφιάλτες, κατεβαίνει στο υπόγειο και της μαθαίνει ανάγνωση από το πρώτο της κλεμμένο βιβλίο.

Ακολουθούν σκηνές από την ήσυχη ακόμα ζωή στη μικρή πόλη, γνωριμία µε άλλα παιδιά, στενή φιλία της Λίζελ με τον Ρούντι, αυτόν που θα γίνει αχώριστος σύντροφός της στις περιπέτειές της, ενώ η οργάνωση της Χιτλερικής Νεολαίας, ο φανατισμός και η σκληρότητα των μελών της µας εισάγει σταδιακά στο κλίμα της εποχής. Μιας εποχής που, μεταξύ άλλων, διακρίνεται και για τις πυρκαγιές της, όπου καίνε ό,τι θεωρείται εβραϊκό ή ανατρεπτικό στο ναζιστικό καθεστώς. Από μια τέτοια πυρκαγιά η μικρή Λίζελ σώζει και κλέβει, με κίνδυνο της ζωής της, ένα δεύτερο βιβλίο.

Η κλοπή των βιβλίων, θα γίνει σχεδόν εθισμός, όταν, βοηθώντας τη μητέρα της, που ξενοπλένει, η Λίζελ μεταφέρει τα πλυμένα και σιδερωμένα ρούχα στο σπίτι του δημάρχου κι εκεί βλέπει τη βιβλιοθήκη του. Η έκπληξη και η χαρά της δεν περιγράφονται.

Η κυρία δημάρχου, µια θλιμμένη γυναίκα που είχε χάσει το γιο της στον πόλεμο, αφήνει τη μικρή να κάθεται στη βιβλιοθήκη και να διαβάζει. Όμως ο πειρασμός είναι μεγάλος. Με τη βοήθεια του Ρούντι, η Λίζελ αρχίζει να μπαίνει κρυφά από το ανοιχτό παράθυρο της βιβλιοθήκης και να κλέβει βιβλία. (παράθυρο που θα αποδειχτεί πως αφηνόταν ανοιχτό επίτηδες!)

Μια μέρα στο σπίτι των Χσύμπερμαν φτάνει ο Μαξ Φάντενμπουργκ, κρατώντας για καμουφλάζ το Mein Kampf. Είναι Εβραίος, γιος ενός παλιού συμπολεμιστή του Χανς στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο, που είχε σώσει τότε την ζωή του Χανς. Έτσι τώρα αυτός το ανταποδίδει κρύβοντας τον Μαξ. Τα βιβλία θα ενώσουν τη Λίζελ και με τον Μαξ, που θα μείνει για δύο χρόνια κρυμμένος στο υπόγειο.

Η αγάπη για τα βιβλία µπλέκεται µε την όλη ατμόσφαιρα της εποχής.

Είναι ο πόλεμος, οι βομβαρδισμοί, είναι οι νέοι που χάνονται, είναι οι πατέρες που επιστρατεύονται, είναι η πείνα και οι διωγμοί των Εβραίων ...

Είναι ένα εξαίσιο βιβλίο που μιλάει για την αγάπη για τα βιβλία, την ειρήνη, τον άνθρωπο.

 

ΙΙΙ. Η ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΜΟΥ ΑΠΟΨΗ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΑΝΑΓΝΩΣΗ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ

Το βιβλίο μας μετέδωσε αρκετά μηνύματα κυρίως σχετικά µε την σημασία της ειρήνης και την αποφυγή του πολέμου. Όμως, πέρα από τα αντιπολεμικά μηνύματα, απορρέουν από το κείμενο ιδέες για την αγάπη του ανθρώπου, για το βιβλίο και για τη γνώση γενικότερα.

Είναι ένα εξαίρετο λογοτεχνικό έργο, όχι μακάβριο - παρά τις συχνές αναφορές στον θάνατο- αντιπροσωπευτικό της χώρας και της εποχής στην οποία αναφέρεται. Οι ιδέες και τα μηνύματα θα μπορούσαν να επιδράσουν θετικά στη ζωή μας εάν όλοι τα λάβουμε σοβαρά υπόψη μας.

 

ΙΙΙΙ. Η ΤΑΙΝΙΑ

Η κλέφτρα των βιβλίων είναι μια από τις πιο ωραίες ταινίες που έχω δει ποτέ. Και αυτή και το βιβλίο με έχουν αφήσει άφωνη. Το καθένα με το δικό του τρόπο και τα δικά του χαρακτηριστικά με έχει μαγέψει. Τα χρώματα, η μουσική, οι ηθοποιοί και τα ρούχα της εποχής σε ταξιδεύουν σε έναν άλλο τόπο και χρόνο. Είναι μια ταινία γεμάτη αίσθημα που όποιος και να τη δει του γεννιούνται ανάμεικτα συναισθήματα. Η ταινία ακολουθεί σε γενικές γραμμές τα γεγονότα του βιβλίου με μερικές αλλαγές. Εάν και μεγάλη σε διάρκεια, έχει παραλείψει θέματα και σκηνές του βιβλίου. Κατά τη γνώμη μου αυτή ήταν η μόνη της ατέλεια. Παρόλο που προτιμώ τα βιβλία από τις ταινίες, αυτή τη φορά είμαι ενθουσιασμένη και από τα δύο και θα ήθελα να ξαναδώ την ταινία και να ξαναδιαβάσω το βιβλίο.

 

Δείτε και τα παρακάτω βίντεο

https://www.youtube.com/watch?v=ov0xYUTN7T4

https://www.youtube.com/watch?v=_yozK8O0MeA

 

 

Το καρναβάλι των ζώων

 

Οι χελώνες

 

-Φτάνουμε;

-Δεν ξέρω!

-Πόση ώρα περπατάμε;

-Αρκετή. Πρέπει να έχουμε διανύσει 4 μέτρα.

-Μπράβο μας! Είμαστε αρκετά γρήγορες τελικά! Μέσα σε 20 λεπτά διανύσαμε 4 μέτρα!

-Κοίτα…γρήγορες δεν μας λες! Είμαστε όμως έξυπνες και πανέμορφες!

-Δίκιο έχεις! Έπρεπε να το σκεφτούμε να πάμε στα καλλιστεία των ζώων.

- Μα έχουμε πάει… Δηλαδή ήταν να πάμε αλλά με την αργοπορία σου δεν προλάβαμε!

-Με τη δικιά μου αργοπορία ή με τη δικιά σου, που έκανες 100 ώρες για να ετοιμαστείς;

-Ναι, ναι! Τέλος πάντων, δεν κάθεσαι λίγο να ξεκουραστούμε και συνεχίζουμε αργότερα;

-Έλα, λίγο ακόμα και τελειώνουμε, περίπου άλλα δύο μέτρα και μετά ξεκουραζόμαστε.

-Εντάξει! Πάμε 10 βήματα ακόμα: 1… 2… 3… 4… 5… 6… 7… 8… 9… 10.

-Ουφ, κουράστηκα! Σαν αιώνας μου φάνηκαν αυτά τα 10 βήματα!

-Και εμένα! Λέω να μπω λίγο στο καβούκι μου για να ξεκουραστώ!

-Και εγώ! Ευτυχώς να λες που έχουμε και αυτά τα καβούκια!

-Τελικά από όλα τα ζώα του κόσμου εμείς είμαστε τα πιο προικισμένα!

-… και τα πιο έξυπνα…

-… και τα πιο όμορφα.

- Να, που σε κάτι συμφωνούμε τελικά!!!

 

Μαριλέτα Αργυρού

 

 

ΧΕΛΩΝΕΣ

 

-Αμάν βρε χελωνίτσα μου, αγαπημένη φιλεναδίτσα μου. Το ξέρω ότι υπάρχει ένα πρόβλημα με την κίνησή σου αλλά προσπάθησε να κάνεις κάτι για να το λύσεις! Έχουμε αργήσει!

-Τι λες καλέ; Είσαι με τα καλά σου; Ο Μπολτ πηγαίνει πιο αργά από εμένα.

-Συγγνώμη, για τον ίδιο Μπολτ μιλάμε; Τον παγκόσμιο πρωταθλητή;

-Ναι καλέ! Αυτόν! Έκανε 9:50΄ ώρες στα 100 μέτρα!

- Ο Χριστός και η Παναγία! Εσύ τον έβγαλες πιο αργό και από εμάς! Έκανε 9.50 δευτερόλεπτα στα 100 μέτρα!

-Εεε… σιγά… λεπτομέρειες! Τι λεπτά, τι ώρες!

-Ω Χριστέ μου, τι ακούω; Προστάτευσέ με γιατί θα κάνω φονικό! Συνειδητοποιείς τι λες κουτή χελώνα; Σχολείο δεν πήγες;

-Αααα δεν συνεννοούμαι μαζίσου! Μα καλά, εσύ δεν έλεγες πως πάω πιο αργά; Ορίστε. Είσαι 1,5 χιλιοστό πίσω μου!

-Αχ! Πού έχω μπλέξει!

-Ααα, ώστε τώρα μας το παίζεις σοφή και «δήθεν»! Εμείς είμαστε χαζοί! Καλά-καλά! Σου έχω πολλά μαζεμένα τώρα τελευταία!

-Γιατί, καλέ, σε θίξαμε;

-Αν είναι δυνατόν! Πόσο να αντέξω και εγώ η χελώνα; Ζώο είμαι!

- Τέλος πάντων! Έχε χάρη που δεν θέλω να τσακωθούμε μέρα που είναι! Άντε, κουνήσου!

-Καλά ντε! Μην κάνεις έτσι!

 

Μαριάννα Μαγκλάρα

 

 

Ενυδρείο

 

Μέσα στο ενυδρείο

περνάμε πολύ ωραία.

Είμαστε πολλά ψάρια μαζί

κι όμως κολυμπάμε ήσυχα παρέα.

Δεν υπάρχουν κίνδυνοι,

το φαγητό στο πιάτο,

το ενυδρείο πάντα καθαρό,

διακοσμητικά γεμάτο.

Ένα μπαουλάκι εκεί,

ένα ναυάγιο δίπλα,

φύκια, πετρούλες ψεύτικα,

μα αφού δεν υπάρχουν δίχτυα…

Το αφεντικό μας καμαρώνει,

στους φίλους μας δείχνει ολημερίς

κι εμείς πέρα δώθε κολυμπάμε ανέμελα

λες κι είμαστε σταρ διεθνείς!

Τα λέπια μας γυαλιστερά

με χρώματα ποικίλα,

πράσινα, μπλε, κόκκινα,

ραβδώσεις, σχήματα φίνα.

Πτερύγια δυνατά

και ουρές γυμνασμένες,

έτοιμες για αγώνα

και σκανταλιές «βρεγμένες»!

Και μ’ όλα αυτά εντυπωσιάζουμε

όποιον και να μας δει.

Τα ψάρια είναι τα καλύτερα

κύριε κριτή!

 

Μαρία Πρίντζιου

 

 

Ο ΚΥΚΝΟΣ

 

Ένα αίνιγμα θα βάλω

όχι και πολύ μεγάλο

βρείτε τ’ όνομά μου

και κερδίστε την καρδιά μου

 

Είμαι άσπρος και κομψός

αληθινά αριστοκρατικός,

όλοι σε μένα θε να μοιάσουν

και παραμύθια να μου φτιάξουν.

 

Τα ολόλευκα φτερά μου

μ’ αγκαλιάζουν απαλά

στις κρύες νύχτες του χειμώνα

βρίσκω πάντα ζεστασιά.

 

Έχετε ακουστά τα κρύα

που ’ρχονται από τη Ρωσία

και τα διάσημα μπαλέτα

και τα πλούσια κονσέρτα.

 

Αν ξέρετε από μουσική

έχετε ακουστά και αυτή

του Τσαϊκόφσκι το σονέτο

που ’χει γίνει και κονσέρτο.

 

Όχι και να το παινευτώ

αλλά είμαι προικισμένο από μικρό

με μπαλέτα με έχουνε υμνήσει

και με παραμύθια επίσης.

 

Σας βοήθησα καθόλου

για να βρείτε τ’ όνομά μου;

 

Για όσους δεν το έχουν βρει

έχω μια περιγραφή

η μυτούλα μου είναι κομψή

και έχει χρώμα πορτοκαλί.

 

Με περίσσια χάρη κολυμπώ

απ’ όταν ήμουνα μικρό

αγαπώ αληθινά

στη ζωή μου μια φορά.

 

Είμαι ο άσπρος ο γλυκός

ο κύκνος σας ο λατρευτός.

 

Δήμητρα Νικολοπούλου

 

 

ΛΙΟΝΤΑΡΙ

 

Περήφανο και δυνατό

και όχι να το παινευτώ

το πρώτο όνομα της ζούγκλας είμαι εγώ.

Η χαίτη μου ανεμίζει,

η γούνα μου λαμπυρίζει,

και ο βρυχηθμός μου φοβίζει.

Βασιλιάς, όνομα και πράγμα.

Μένω άγρυπνος τη νύχτα,

το λαό μου προστατεύω

και το βαθύ μπλε ουρανό αγναντεύω.

Το ξημέρωμα σαν έρθει

για κυνήγι εγώ θα πάω

την οικογένεια να θρέψω

με το κορμί μου να μαγέψω.

«Μετριόφρων» δεν με λες,

χαίρομαι να με θαυμάζω

αλλά όταν το καθήκον με καλεί,

εγώ τα άρματα φωνάζω.

 

Βασιλική Φραγκούλη

 

 

ΛΙΟΝΤΑΡΙ

 

Είμαι ο βασιλιάς των ζώων. Είμαι το πιο περήφανο και μεγαλοπρεπές ζώο.

Έχω το πιο επιβλητικό και αυτοκρατορικό περπάτημα. Επίσης έχω την πιο εντυπωσιακή χαίτη από αγνό παρθένο μαλλί. Το περιποιούμαι, το φροντίζω και το γυαλίζω. Είμαι λίγο καβγατζής, θυμώνω εύκολα και δεν δέχομαι τις προσβολές. Τρώω τον άμπακο, ρεύομαι με θόρυβο κι άμα είμαι χορτάτος το ρίχνω στον ύπνο. Μ’ αρέσει η τεμπελιά και να τρομάζω τους άλλους με το βρυχηθμό μου. Θέλω όλοι να με υπηρετούν και να με θαυμάζουν!

 

Μάρθα Αγγελοπούλου

 

 

ΛΑΓΟΣ (από πού ξεφύτρωσε αυτός;)

 

-Βρε παιδιά δεν ξέρω τι λέτε εσείς και ούτε με ενδιαφέρει να μάθω! Φαγητό έχουμε;

-Ναι! Πεινάμε, ντε!

-Να’ χα τώρα ένα φρέσκο καρότο! Θα έτρεχα πολλά χιλιόμετρα για ένα…

-Ναι, σιγά! Λες και μπορείς!

-Μπα. Τρέχω 70 χιλιόμετρα την ώρα, αν θέλεις να ξέρεις!

-Ναι, φυσικά! Μα είσαι τόσο μικροκαμωμένος!

-Ακριβώς για αυτό! Είμαι 4-6 κιλά, άρα είμαι ευκίνητος.

-Μάλιστα… πάντως από ό,τι έχω ακούσει είστε πολύ ξενέρωτοι… Ευχαριστώ, δεν θα πάρω!

-Μωρέ τι μας λες; Με το καλό άλμα που έχουμε, όλο χοροπηδάμε! Δεν κάνουμε άλλη δουλειά! Είμαστε οι καλύτεροι!

-Αλλά, από ό,τι γνωρίζω, σας νικάει η χελώνα!

-Όχι, είναι λάθος αυτό. Έριξε υπνωτικό στο καρότο μου!

-ναι σιγά μην έριξε και κώνειο!

-Τι είναι αυτό;

-Άστο, είναι για έξυπνα ζώα: Δεν θα κάτσω να σου εξηγώ…

-Καλά, καλά… Θα το ψάξω στο Google!

-Μου ’μαθες και το Google, ακόμα δεν βγήκες από το αυγό!

-Θηλαστικά είμαστε, χαζέ! Εμ, τι μας πέρασες; Οι λαγοί τρέχουν… και στην τεχνολογία!

 

Δήμητρα Καραθανάση

 

 

 

Η λέσχη ανάγνωσης προτείνει το βιβλίο του μήνα

 

Ο νεαρός Αμίρ ζει στην Καμπούλ με τον στοργικό αλλά αυστηρό πατέρα του. Αποφασισμένος να του αποδείξει την αξία του, παίρνει μέρος σ' έναν παραδοσιακό αγώνα με χαρταετούς. Ο Χασάν, πιστός φίλος και υπηρέτης του, είναι πρόθυμος, όπως πάντα, να τον βοηθήσει. Κανένα απ' τα δυο αγόρια όμως δεν μπορούσε να προβλέψει ότι αυτό που θα συνέβαινε στον Χασάν εκείνο το απόγευμα του αγώνα θα άλλαζε για πάντα τη ζωή τους. Μετά την εισβολή των Ρώσων και τη φυγή του Αμίρ στην Αμερική, ο νεαρός Αφγανός θα συνειδητοποιήσει ότι κάποια μέρα θα αναγκαστεί να επιστρέψει στην πατρίδα του μόνο και μόνο για να βρει αυτό που δεν μπορεί να του χαρίσει ο καινούργιος κόσμος του: τη λύτρωση. Μια ιστορία θυσίας, προδοσίας και ανθρωπίνων σχέσεων με φόντο την Ιστορία του Αφγανιστάν. 

 

Καλέντ Χοσεϊνί - Πρόλογος για τη 10η επέτειο έκδοσης του βιβλίου ΧΑΡΤΑΕΤΟΙ ΠΑΝΩ ΑΠ' ΤΗΝ ΠΟΛΗ 

 

Όταν άρχισα να γράφω το Χαρταετοί πάνω απ’ την πόλη, το Μάρτιο του 2001, ήθελα να διηγηθώ μια ιστορία για δικό μου λογαριασμό, την οποία είχα συλλάβει ουσιαστικά ως ιστορία δυο αγοριών: το ένα ήταν διχασμένο, βρισκόταν σε μια κατάσταση ρευστή, αβέβαιη, και από συναισθηματική και από ηθική άποψη· το άλλο ήταν αγνό, πιστό, πατούσε σε πιο στέρεο έδαφος λόγω της καλοσύνης και της ακεραιότητάς του. Ήξερα ότι η φιλία τους ήταν καταδικασμένη και ότι η σύγκρουση στην οποία θα οδηγούνταν θα επηρέαζε καθοριστικά τη ζωή τους. Το γιατί και πώς θα συνέβαινε αυτό ήταν τα ερωτήματα που δεν έπαψαν να με απασχολούν καθ’ όλη τη διάρκεια της συγγραφής. Ήξερα ότι έπρεπε να γράψω το Χαρταετοί πάνω απ’ την πόλη για να βρω την αλήθεια, αλλά νόμιζα ότι το έγραφα κυρίως για τον εαυτό μου, για να μάθω εγώ ο ίδιος αυτές τις απαντήσεις.

 

          Μπορεί να φανταστεί κανείς την έκπληξή μου όταν συνειδητοποίησα πόσο θερμά υποδέχτηκαν αυτό το βιβλίο άνθρωποι απ’ όλο τον κόσμο, αμέσως μόλις εκδόθηκε. Ακόμα εκπλήσσομαι όταν παίρνω γράμματα από την Ινδία, τη Νότια Αφρική, το Τελ Αβίβ, το Σίντνεϊ, το Λονδίνο, το Άρκανσο∙ είναι από αναγνώστες που θέλουν να μου εκφράσουν το πάθος και τον ενθουσιασμό τους για το βιβλίο μου. Πολλοί θέλουν να στείλουν χρήματα στο Αφγανιστάν∙ κάποιοι θέλουν να υιοθετήσουν παιδιά από το Αφγανιστάν. Σε αυτές τις επιστολές διακρίνω την απίστευτη δύναμη της λογοτεχνίας να ενώνει τους ανθρώπους και συνειδητοποιώ ξανά και ξανά πόσο οικουμενικές είναι ορισμένες ανθρώπινες εμπειρίες: η ντροπή, η ενοχή, η μεταμέλεια, η φιλία, η αγάπη, η συγχώρεση, η εξιλέωση.

 

          Η παιδική ηλικία του Αμίρ λειτούργησε ως αντανάκλαση της δικής μου με πολλούς τρόπους, κι έτσι ξέρω πολύ καλά τι είδους επίδραση μπορεί να έχει η πραγματική ζωή στη λογοτεχνία. Μετά την έκδοση του βιβλίου, όμως, έμαθα και την επίδραση που μπορεί να έχει η λογοτεχνία στη ζωή – όχι μόνο στους αναγνώστες αλλά και στον ίδιο το συγγραφέα. Το Μάρτιο του 2003, ενώ το μυθιστόρημα βρισκόταν ακόμα υπό έκδοση, επέστρεψα στην Καμπούλ για πρώτη φορά έπειτα από είκοσι εφτά χρόνια. Παρόλο που τα δυο τρίτα του Χαρταετοί πάνω απ’ την πόλη βασίζονταν σε εμπειρίες της οικογένειάς μου, πρώτα στο Αφγανιστάν και μετά στην Καλιφόρνια, είχα περιγράψει αυτή την επιστροφή του πρωταγωνιστή μου στο Αφγανιστάν προτού εγώ τη ζήσω στ’ αλήθεια. Είχα φύγει από το Αφγανιστάν όταν ήμουν μόλις έντεκα χρόνων, ένας αδύνατος μαθητής στην έβδομη τάξη του σχολείου∙ και επέστρεψα στα τριάντα οχτώ, γιατρός, συγγραφέας, σύζυγος και πατέρας δυο παιδιών.

 

          Σε αυτό το ασυνήθιστο πλαίσιο, η δεκαπενθήμερη παραμονή μου στην Καμπούλ μετατράπηκε σε μια μάλλον σουρεαλιστική εμπειρία, καθώς έβλεπα καθημερινά μέρη και πράγματα τα οποία, κατά κάποιο τρόπο, είχα ήδη δει, νοερά, με τα μάτια του ήρωά μου, του Αμίρ. Έφτασα να θυμηθώ συγκεκριμένες αράδες από το βιβλίο όταν οι δικές μου σκέψεις ταυτίστηκαν πια με του Αμίρ: Ο δεσμός που είχα νιώσει με εκείνη την αρχαία γη με είχε ξαφνιάσει. Νόμιζα πως είχα ξεχάσει αυτή τη γη. Να όμως που δεν την είχα. Ίσως τελικά να μη με είχε ξεχάσει ούτε το Αφγανιστάν. Η συνηθισμένη πρακτική στη λογοτεχνία είναι να γράφεις για πράγματα τα οποία έχεις ήδη βιώσει. Στην Καμπούλ, εγώ βίωνα αυτά που είχα ήδη γράψει.

 

          Πολύ γρήγορα, οι διαχωριστικές γραμμές ανάμεσα στις μνήμες του Αμίρ και τις δικές μου άρχισαν να θολώνουν. Ο Αμίρ είχε βιώσει τις δικές μου αναμνήσεις στις σελίδες του Χαρταετοί πάνω απ’ την πόλη, και τώρα συνειδητοποιούσα ότι ήταν η σειρά μου να ζήσω τις δικές του.

 

          Νομίζω, πάντως, ότι έζησα τη στιγμή της πιο συνταρακτικής και ιλιγγιώδους συνάντησης λογοτεχνίας και πραγματικής ζωής όταν βρέθηκα στο πατρικό μου, στη Βαζίρ Άκμπαρ Χαν, το σπίτι όπου μεγάλωσα, έτσι ακριβώς όπως ο Αμίρ είχε βρεθεί στο παλιό πατρικό του στην ίδια εκείνη γειτονιά. Μου πήρε τρεις μέρες να το ανακαλύψω –δεν είχα διεύθυνση και η γειτονιά είχε αλλάξει δραματικά– αλλά εξακολούθησα να ψάχνω ώσπου εντόπισα τη γνώριμη αψίδα στην αυλόπορτα.

 

          Είχα την ευκαιρία να περπατήσω γύρω από το παλιό μου σπίτι – οι στρατιώτες του Παντζίρ που ζούσαν εκεί ήταν αρκετά γενναιόδωροι ώστε να μου επιτρέψουν αυτή τη μικρή, νοσταλγική περιδιάβαση. Συνειδητοποίησα ότι, όπως είχε συμβεί και στο πατρικό του Αμίρ, η μπογιά είχε ξεθωριάσει στους τοίχους, το χορτάρι είχε αγριέψει, τα δέντρα είχαν χαθεί, οι τοίχοι ήταν φθαρμένοι. Ένιωσα την ίδια έκπληξη με τον ήρωά μου όταν το σπίτι μού φάνηκε πολύ μικρότερο απ’ αυτό που για τόσο πολλά χρόνια είχα μάθει να ονειρεύομαι και να θυμάμαι. Και όταν βγήκα από την αυλόπορτα, μπορώ να πάρω όρκο ότι είδα μια κηλίδα από λάδι στο οδόστρωμα όμοια με αυτές του τεστ Ρόρσαχ, έτσι ακριβώς όπως είχε συμβεί και στον Αμίρ, στο βιβλίο, όταν βρέθηκε στο δρόμο έξω απ’ το σπίτι του πατέρα του. Καθώς αποχαιρετούσα και ευχαριστούσα τους στρατιώτες, συνειδητοποίησα και κάτι ακόμα: Αν δεν είχα γράψει το Χαρταετοί πάνω απ’ την πόλη, θα είχα βιώσει με πολύ πιο έντονο και συναισθηματικά φορτισμένο τρόπο την επίσκεψη στο πατρικό μου, κι αυτό διότι, από μια άποψη, είχα ήδη περάσει την ίδια δοκιμασία. Είχα βρεθεί πλάι στον Αμίρ όταν στάθηκε στην είσοδο του δικού του πατρικού και είχα βιώσει τη δική του αίσθηση απώλειας. Τον παρακολούθησα καθώς άγγιζε τα σκουριασμένα σίδερα της πύλης και χαζέψαμε παρέα την οροφή που είχε σκεβρώσει και τα ρημαγμένα μπροστινά σκαλιά. Το γεγονός ότι είχα γράψει αυτή τη σκηνή έκανε κάπως πιο εύκολο το δικό μου βίωμα, το άμβλυνε, το έκανε λιγότερο έντονο. Ήταν λες και η Τέχνη έπαιρνε τα σκήπτρα από τη Ζωή, λες και την προλάβαινε.

 

          Έχουν περάσει δέκα χρόνια από την πρώτη έκδοση του Χαρταετοί πάνω απ’ την πόλη.Εξακολουθώ ν’ αγαπώ αυτό το βιβλίο. Το αγαπώ όπως θα αγαπούσε κάποιος ένα δύσκολο, παράξενο, δύστροπο και άτακτο παιδί που ταυτόχρονα είναι βαθιά έντιμο και μεγαλόψυχο. Και φυσικά εξακολουθώ να εκπλήσσομαι με τον ενθουσιασμό του κόσμου απέναντί του, όλα αυτά τα δέκα χρόνια κυκλοφορίας. Ως συγγραφέας, είμαι κατενθουσιασμένος όταν οι αναγνώστες ανταποκρίνονται τόσο θετικά στην ιστορία, στις ανατροπές της πλοκής, στους χαρακτήρες, στον Αμίρ με τα προβλήματα και τις ενοχές του, στον Χασάν με την αγνότητα και την καταδίκη που κουβαλά. Ως Αφγανό, με τιμά που οι αναγνώστες μού λένε ότι αυτό το βιβλίο τούς βοήθησε να αντιληφθούν το Αφγανιστάν ως έναν πραγματικό, υπαρκτό τόπο, κάτι παραπάνω από όσα άκουγαν κάποτε στις ειδήσεις για τις σπηλιές του Τόρα Μπόρα, τα λιβάδια με τις παπαρούνες και τον Μπιν Λάντεν. Είναι μεγάλη τιμή όταν οι αναγνώστες μού λένε ότι το μυθιστόρημά μου τους επέτρεψε να δώσουν στο Αφγανιστάν ένα πρόσωπο ανθρώπινο και οικείο, και ότι στο εξής δεν αντιμετωπίζουν την πατρίδα μου συγκαταβατικά, σαν ακόμα έναν τόπο δυστυχίας, αιώνιων προβλημάτων και συγκρούσεων. Ελπίζω το ίδιο να ισχύει και για εσάς.

 

          Σας ευχαριστώ, όπως κάθε φορά, για τη στήριξη και το κουράγιο.

 

ΚΑΛΕΝΤ ΧΟΣΕΪΝΙ

 

 

Δείτε και το τρέιλερ της ταινίας:

http://www.youtube.com/embed/sLtavGjAOJY

 

Η Ελπινίκη Κάρναβου και η Δήμητρα Καραθανάση 

παρουσιάζουν το βιβλίο του Γουίλιαμ Γκόλντινγκ «Ο άρχοντας των μυγών» 

Αυτή τη χρονιά στη λέσχη ανάγνωσης του σχολείου μας, το κάθε μέλος έπρεπε να διαλέξει ένα βιβλίο, το οποίο θα διαβάσει και στη συνέχεια, θα παρουσιάσει. Εμείς, διαλέξαμε το βιβλίο «Ο άρχοντας των μυγών». Τόσο ο μυστήριος τίτλος, που αφήνει ερωτηματικά, τόσο η εξίσου μυστηριώδης περίληψη στο οπισθόφυλλο του βιβλίου, μας παρότρυνε να το διαβάσουμε.

 

Ο συγγραφέας

Ο συγγραφέας του βιβλίου, ονόματι Ουίλιαμ Τζέραλντ Γκόλντινγκ, ήταν Βρετανός μυθιστοριογράφος και ποιητής, ο οποίος τιμήθηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1983. γεννήθηκε στις 19 Σεπτεμβρίου, 1911 στο Κόλομπ Μάινορ, ένα χωριό κοντά στο Νιουκουέι, της Κορνουάλης, στην Αγγλία. Άρχισε να γράφει στην ηλικία των επτά ετών. Ο πατέρας του ήταν διευθυντής σε τοπικό σχολείο και διανοούμενος, που είχε ριζοσπαστικές πολιτικές πεποιθήσεις και πίστευε πολύ στην επιστήμη. Η οικογένεια μετακόμισε στο Μάρλμπορο και ο Ουίλιαμ παρακολούθησε μαθήματα στο Marlborough Grammar School. Αργότερα πήγε στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης(στο Κολέγιο Brasenose) το 1930, όπου σπούδασε φυσικές επιστήμες και Αγγλική γλώσσα. Το πρώτο του βιβλίο, μια συλλογή ποιημάτων, εκδόθηκε ένα χρόνο πριν ο Γκόλντινγκ πάρει το πτυχίο του.

 

Ο άρχοντας των μυγών, το πρώτο του μυθιστόρημα, (Lord of the flies) (1954) (ταινία,1963), εισήγαγε ένα από τα συχνά θέματα της πεζογραφίας του -τη μάχη ανάμεσα στην εγγενή βαρβαρότητα της ανθρωπότητας και την εκπολιτιστική επίδραση της λογικής.

 

Η υπόθεση

Μια παρέα παιδιών, από έξη έως δώδεκα ετών, βρίσκονται ναυαγοί σε ένα απομονωμένο τροπικό νησί, στην μέση του ωκεανού, αφού το αεροπλάνο που τους μετέφερε έπεσε κάτω, χτυπημένο. Βρισκόμαστε σε περίοδο πολέμου κι έτσι δικαιολογείται η ρίψη του αεροπλάνου. Στην αρχή τα παιδιά προσπαθούν να οργανωθούν για να επιβιώσουν, επιλέγοντας έναν αρχηγό ανάμεσά τους, που όπως συμβαίνει πάντα είναι ο πιο δυναμικός χαρακτήρας. Το νησί κρύβει μια ζούγκλα και η σκοτεινιά της βλάστησης γεννάει φόβους στα παιδιά ότι εκεί μέσα υπάρχει ένα θηρίο που στο εξής θα αποτελεί μια μόνιμη απειλή στην ύπαρξή τους. Σταδιακά όμως οι σκληρές συνθήκες της ζωής θα αποδιοργανώσουν την ομάδα, ενώ οι ανταγωνισμοί μεταξύ τους και οι ασυμφωνίες των χαρακτήρων θα τους οδηγήσουν σε αλληλοεξόντωση. Τα παιδιά πια έχουν περάσει από το στάδιο του πολιτισμού στη βαρβαρότητα. Το όνειρο των παιδιών να ζήσουν ελεύθερα, χωρίς τους μεγάλους και τις πιέσεις τους, πάνω στο νησί θα καταλήξει σε εφιάλτη.

 

Οι ήρωες

Τζακ Μέριντιου

Ο Τζακ αντιπροσωπεύει το κακό και τη βία, τη σκοτεινή πλευρά της ανθρώπινης φύσης. Ένας πρώην χορωδός και «αρχηγός» στο σχολείο του έφτασε στο νησί έχοντας βιώσει κάποια επιτυχία στην άσκηση του ελέγχου των άλλων, κυριαρχώντας στη χορωδία με τη μιλιταριστική στάση του. Είναι πρόθυμος να κάνει κανόνες και να τιμωρήσει εκείνους που τους παραβιάζουν, παρόλο που τις παραβιάζει με τον ίδιο τρόπο όταν χρειάζεται να προωθήσει τα συμφέροντά του. Το κύριο ενδιαφέρον του είναι το κυνήγι, μια προσπάθεια που αρχίζει με την επιθυμία για κρέας και χτίζει την συντριπτική επιθυμία να κυριαρχήσει και να σκοτώσει άλλα ζωντανά πλάσματα. Το κυνήγι αναπτύσσει την αγριότητα που ήδη έτρεξε κοντά στην επιφάνειά του, κάνοντάς τον «πίθηκο», καθώς περνάει μέσα από τη ζούγκλα. Ο τομέας του είναι τα συναισθήματα που κυβερνούν και τροφοδοτούν τη ζωική του φύση.

 

Ραλφ

Ο Ραλφ αντιπροσωπεύει την ηγεσία, τον σωστά κοινωνικοποιημένο και πολιτισμένο νεαρό. Είναι ελκυστικός, χαρισματικός και αξιοπρεπώς ευφυής. Δείχνει προφανή κοινή λογική. Ο Ραλφ είναι αυτός που συλλάβει τον τόπο συνάντησης, τη φωτιά και τις καλύβες. Συνθέτει και εφαρμόζει το πνευματικό πνεύμα του Πίγκυ και αναγνωρίζει τους ψευδείς φόβους και τις δεισιδαιμονίες ως εμπόδια στην επιβίωσή τους. Είναι διπλωμάτης και φυσικός ηγέτης.

Η ικανότητα του Ραλφ για ηγεσία είναι εμφανής από την αρχή (είναι ο μόνος εκλεγμένος ηγέτης των αγοριών. Δουλεύει προσεκτικά για να διατηρήσει την εστίαση της ομάδας στην ελπίδα διάσωσης. Ο βρετανικός πολιτισμός φημίζεται για πολιτισμένο αποθεματικό σε συναισθηματικούς καιρούς. Σύμφωνα με τα πρότυπα της κοινωνίας που έχει αφήσει πίσω, ο Ραλφ είναι κύριος.

 

Πίγκυ

Ο Πίγκυ είναι  διανοούμενος με κακή όραση, πρόβλημα βάρους και άσθμα. Είναι το πιο σωματικά ευάλωτο από όλα τα αγόρια, παρά την μεγαλύτερη νοημοσύνη του. Ο Πίγκυ αντιπροσωπεύει τον ορθολογικό κόσμο. Παρέχει επίσης τη μοναδική θηλυκή φωνή.

Η διάνοια του Πίγκυ ωφελεί την ομάδα μόνο μέσω του Ραλφ. Ενεργεί ως σύμβουλος του. Δεν μπορεί να είναι ο ίδιος ο ηγέτης επειδή δεν διαθέτει ηγετικές ικανότητες και δεν έχει καμία σχέση με τα άλλα αγόρια. Ο Πίγκυ βασίζεται επίσης πάρα πολύ στη δύναμη της κοινωνικής σύμβασης. Πιστεύει ότι η κατοχή της κόγχης του δίνει το δικαίωμα να ακουστεί. Πιστεύει ότι η διατήρηση των κοινωνικών συμβάσεων έχει αποτελέσματα.

 

Σάιμον

Ο ρόλος του Σάιμον ως καλλιτεχνικός, θρησκευτικός οραματιστής καθιερώνεται όχι μόνο από τον κρυμμένο χώρο του διαλογισμού αλλά και από την περιγραφή των ματιών του: "τόσο φωτεινά είχαν εξαπατήσει τον Ραλφ να τον θεωρούν απολαυστικά ομοφυλόφιλο και κακό". Ενώ ο Πίγκυ έχει τα γυαλιά - ένα σύμβολο της όρασης και της αλήθειας - ο Σάιμον έχει λαμπερά μάτια, σύμβολο άλλου είδους όρασης και αλήθειας. Ο Σάιμον είναι διαφορετικός από τα άλλα αγόρια, όχι μόνο λόγω της σωματικής αδυναμίας του, που εκδηλώθηκε στα λιποθυμημένα μάτια του, αλλά και κατά το διαρκές ενδιαφέρον του για τα πιο ευάλωτα αγόρια.

 

Σαμ και Έρικ

Ο Samneric (Sam και Eric) αντιπροσωπεύουν εντελώς πολιτισμένους και κοινωνικοποιημένους ανθρώπους. Ως πανομοιότυπα δίδυμα, ήταν πάντα μια ομάδα, αν και η μικρότερη των ομάδων, αλλά μια ομάδα παρ’ όλα αυτά. Δεν ξέρουν άλλο τρόπο παρά να υποτάξουν στη συλλογική ταυτότητα και τη θέληση. Αρχικά αφιερώνονται στη διάσωση αλλά κατακλύζονται εύκολα από την αγριότητα της φυλής. Αντιπροσωπεύουν τα καλοπροαίρετα μέλη του κοινού που παίζουν με τους κανόνες του υπεύθυνου. Είναι εύκολο να εκφοβιστούν από τον Τζακ και να εγκαταλείψουν τα καθήκοντά τους για την καταπολέμηση της πυρκαγιάς. Σε ρεαλιστικό, ίσως ανθρώπινο επίπεδο, μπορεί να γελάσουν για να διαλύσουν την ενοχή τους ή επειδή η παιδική τους προοπτική τους έχει ήδη επιτρέψει να ξεχάσουν την απώλεια που προκάλεσαν ή επειδή η προτεραιότητά τους είναι απλώς να αποφύγουν την τιμωρία.

 

Ρότζερ

Ο Ρότζερ αντιπροσωπεύει τον σαδισμό, το άτομο που απολαμβάνει να πληγώνει τους άλλους. Περιγράφεται στο Κεφάλαιο 1 ως αγόρι "που κρατούσε τον εαυτό του με αποφυγή και μυστικότητα". Το μυστικό του είναι ότι είναι, κατά κάποιο τρόπο, πιο κακό από ό, τι ακόμη και ο Τζακ. Όλη τη ζωή του, ο Ρότζερ έχει προετοιμαστεί για να λυθεί ή να καλύψει τις παρορμήσεις του. Αρχικά, σε ένα κακό πνεύμα. Ο Ρότζερ χαράζει μια ξεχωριστή θέση στη φυλή, όπως ο αγκαθωτός, ο βασανιστής που παίζει βασικό ρόλο σε όλες τις δικτατορίες και απολαμβάνει το ρόλο ενός δολοφόνου.

Η ταινία

Διάρκεια: 92'
Σκηνοθεσία:Peter Brook

Σενάριο:Peter BrookΟυίλιαμ Γκόλντινγκ Μουσική:Raymond Leppard

Παραγωγή:Lewis M. Allen Gerald Feil Al Hine

 

Δείτε και τα παρακάτω βίντεο

https://www.youtube.com/watch?v=HxK47yMYNbg

https://www.youtube.com/watch?v=WIuHyduImtE

https://www.youtube.com/watch?v=-tXpA3dIEtI  

Η Βασιλική Φραγκούλη παρουσιάζει το βιβλίο «Το αγόρι με τη ριγέ πιτζάμα» 

και το συγκρίνει με την ομώνυμη ταινία του Μαρκ Χέρμαν (2008)

ΒΙΒΛΙΟ

Συγγραφέας :Τζον Μπόιν

Ημερομηνία Έκδοσης : 10/2006

Τίτλος πρωτοτύπου: The Boy in the Striped Pyjamas

Εκδοτικός Οίκος : Κέδρος 

 

ΤΑΙΝΙΑ

Σενάριο\Σκηνοθεσία : Mark Herman

Κυκλοφορία:2008

Κύριοι Πρωταγωνιστές : Asa Butterfield(Bruno)
Jack Scanlon(Shmuel)

 

Ο ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ

Ο Τζον Μπόιν γεννήθηκε στο Δουβλίνο το 1971. Σπούδασε φιλολογία στο Trinity College στο Δουβλίνο και παρακολούθησε σεμινάρια δημιουργικής γραφής στο University of East Anglia, στο Norwich, όπου και δίδαξε αργότερα. Ζει στο Δουβλίνο. Έχει γράψει επτά μυθιστορήματα για ενήλικες, ενώ το πρώτο του παιδικό βιβλίο, "Το αγόρι με τη ριγέ πιτζάμα" αποτέλεσε διεθνές εκδοτικό φαινόμενο αφού μεταφράστηκε σε 42 γλώσσες, βρισκόταν επί δύο χρόνια στις υψηλότερες θέσεις των λιστών ευπώλητων βιβλίων και πούλησε περισσότερα από πέντε εκατομμύρια αντίτυπα παγκοσμίως, ενώ μεταφέρθηκε και στη μεγάλη οθόνη. Το βιβλίο του "Ο Νόα το έσκασε" έχει μεταφραστεί σε 24 γλώσσες και ήταν υποψήφιο για πολλά βραβεία, το "Μπάρναμπι Μπρόκετ" κυκλοφορεί σε 29 χώρες και ήταν υποψήφιο για διάφορα βιβλία ενώ το "Μείνε εκεί που είσαι και μετά φύγε" ήταν υποψήφιο για το Ιρλανδικό Βραβείο του Παιδικού Βιβλίου της Χρονιάς.    

 

ΒΙΒΛΙΟ-ΤΑΙΝΙΑ

Περιεχόμενο, τόπος, χρόνος και τα σχετικά…

Υπόθεση:

Το βιβλίο αφηγείται την ιστορία δύο παιδιών, την περίοδο του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, τα όποια χωρίς να έχουν τίποτα κοινό, γνωρίζονται κάτω από άθλιες συνθήκες, σε μια εποχή όπου κυριαρχούν τα συναισθήματα του φόβου, του μίσους, της μισαλλοδοξίας και του τρόμου και αποφασίζουν να γίνουν φίλοι.

 Ο Μπρούνο  είναι γιος μιας εύπορης, κοινότυπης γερμανικής οικογένειας όπου ο πατέρας είναι ένας διακεκριμένος στρατηγός των Ναζί. Μια μέρα αναγκάζονται να μετακομίσουν από το Βερολίνο σε ένα μέρος το όποιο είναι χαραγμένο βαθειά στην Ιστορία, το Άουσβιτς. Η ζωή του Μπρούνο έχει κάνει στροφή 360ο μοιρών. Ξαφνικά, χάνει όλους τους φίλους του, φεύγει από πόλη στην οποία μεγάλωσε, αποχωρίζεται την γιαγιά και τον παππού του, μένει σε ένα περιβάλλον το οποίο αποπνέει λύπη και στεναχώρια, δεν έχει παρέα να παίξει, όλοι είναι απόμακροι και φέρονται λες και κρύβουν κάτι. Περνούσαν  οι μέρες, οι δυνατότητες για οποιαδήποτε μορφή ψυχαγωγίας στέρευαν και έτσι ο Μπρούνο αποφάσισε να εξερευνήσει τα τόσα πολλά που έβλεπε από το παράθυρο του δωματίου και θα μπορούσε επίσης να ανακαλύψει και τι ήταν αυτή η «φάρμα» που έβλεπε. Τότε είναι η πρώτη φορά που συναντά τον Σμούελ, ένα εβραιόπουλο, στην ίδια ηλικία με τον Μπρούνο, του οποίου, όμως, δεν του είχε φερθεί σωστά η ζωή καθώς είχε καταλήξει στο στρατόπεδο συγκέντρωσης μαζί με τον πατέρα του. Έτσι, λοιπόν, ξεκινάει μια αθώα παιδική φιλία με ένα άδοξο και φρικτό τέλος.

 

Πρόκειται για μια φανταστική ιστορία, η οποία θα δεν θα μπορούσε να είναι αδύνατη , επειδή μιλάμε για μια εποχή παγκόσμιας τρέλας, όπου ο καθένας αντιμετώπιζε την κατάσταση διαφορετικά, πόσο μάλλον ένα παιδί στην ηλικία του Μπρούνο, όπου το μυαλό του δεν σκέφτεται εγωιστικά και το ίδιο απάνθρωπα με ένα ενήλικα εκείνης της εποχής.

 

ΠΡΟΣΟΧΗ!

Με την φράση «φανταστική ιστορία»  αναφέρομαι μόνο στο κομμάτι του Μπρούνο, διότι η Ιστορία του Σμούελ είναι πέρα για πέρα αληθινή και  την έζησαν χιλιάδες παιδιά σε όλη την Ευρώπη, επειδή είχαν  «λάθος» ταυτότητα σύμφωνα με τους Ναζί.

 

Σύγκριση Βιβλίου-Ταινίας

 

Ανάμεσα στο βιβλίο «Το αγόρι με τις ριγέ πιζάμες» και την ομώνυμη ταινία που δημιουργήθηκε μετέπειτα, υπάρχουν αρκετές ομοιότητες. Θα μπορούσαμε μάλιστα να την χαρακτηρίσουμε ως πιστή μεταφορά του βιβλίου στη μεγάλη οθόνη. Όταν είδα λοιπόν την ταινία, κατάλαβα ότι ο σκηνοθέτης σε κανένα σημείο δεν ξεφεύγει από την ιστορία και την

πλοκή του βιβλίου. Τα πρόσωπα, τα τοπία, το τέλος είναι παρόμοια. Όλες οι ερμηνείες στην ταινία είναι καταπληκτικές. Κατά την άποψή μου κάποιες σκηνές όπως αυτή με το κλάμα της μάνας, είναι πολύ μελό και κλισέ αλλά το αποτέλεσμα είναι πραγματικά συγκινητικό, οπότε μπορούμε να μιλήσουμε για μία πολύ προσεγμένη κόπια, που παρόλα αυτά δεν προωθήθηκε ποτέ όσο θα έπρεπε, ειδικά στον ελλαδικό χώρο.

 

Αποσπάσματα από το βιβλίο που μου έκαναν εντύπωση:

Οι άνθρωποι της άλλης πλευράς

«Ποιοι είναι όλοι αυτοί οι άνθρωποι;» ρώτησε χαμηλόφωνα [η Γκρέτελ], σαν να μη ρωτούσε τον Μπρούνο, αλλά να περίμενε απάντηση από κάποιον άλλο. «Και τι κάνουν εδώ;»

Ο Μπρούνο σηκώθηκε, και για πρώτη φορά στάθηκαν εκεί μαζί, δίπλα δίπλα, και έβλεπαν τι συνέβαινε ούτε δεκαπέντε μέτρα από το νέο τους σπίτι.

Όπου κι αν έπεφτε το μάτι τους υπήρχαν άνθρωποι, ψηλοί, κοντοί, γέροι, νέοι, που πήγαιναν πέρα δώθε. Κάποιοι στέκονταν σε ομάδες, εντελώς ακίνητοι, με τα χέρια τεντωμένα κατά μήκος του κορμιού τους, και προσπαθούσαν να κρατήσουν όρθιο το κεφάλι τους καθώς ένας στρατιώτης περνούσε μπροστά τους, με το στόμα του να ανοιγοκλείνει γρήγορα σαν να τους φώναζε κάτι. Κάποιοι άλλοι προχωρούσαν στη σειρά, κι έσπρωχναν καροτσάκια απ' τη μια άκρη του καταυλισμού ως την άλλη. Εμφανίζονταν από ένα σημείο που δε φαινόταν και έσπρωχναν τα καροτσάκια τους μέχρι ένα σημείο πίσω από μια καλύβα, όπου εξαφανίζονταν πάλι. Μερικοί στέκονταν σε ομάδες κοντά στις καλύβες χωρίς να μιλάνε, με το κεφάλι σκυμμένο, σαν να έπαιζαν κάποιο παιχνίδι όπου προσπαθείς να περάσεις απαρατήρητος. Κάποιοι στηρίζονταν σε πατερίτσες και άλλοι είχαν επιδέσμους στο κεφάλι τους. Κάποιοι κουβαλούσαν φτυάρια και τους οδηγούσαν στρατιώτες σε ένα μέρος όπου δε φαίνονταν πια.

Ο Μπρούνο και η Γκρέτελ διέκριναν εκατοντάδες ανθρώπους, μα υπήρχαν τόσες καλύβες και ο καταυλισμός εκτεινόταν πολύ πιο μακριά από εκεί που έφτανε το βλέμμα τους, που έμοιαζε να υπάρχουν χιλιάδες άνθρωποι εκεί πέρα.

«Και όλοι αυτοί ζουν τόσο κοντά μας», είπε συνοφρυωμένη η Γκρέτελ. «Στο Βερολίνο, στον ήσυχο δρόμο μας, υπήρχαν μόνο έξι σπίτια. Κι εδώ έχει τόσο πολλά. Γιατί ο Πατέρας ανέλαβε μια δουλειά σε ένα τόσο απαίσιο μέρος και με τόσο πολλούς γείτονες; Δεν μπορώ να το καταλάβω».

«Κοίτα εκεί», είπε ο Μπρούνο, και η Γκρέτελ κοίταξε προς την κατεύθυνση που έδειχνε το δάχτυλο του Μπρούνο και είδε, πέρα μακριά, μια ομάδα παιδιών να προχωράνε στριμωχτά και να τους φωνάζουν μια ομάδα στρατιώτες. Όσο πιο πολύ τους φώναζαν οι στρατιώτες, τόσο περισσότερο συσπειρώνονταν τα παιδιά, μα έπειτα ένας από τους στρατιώτες όρμησε καταπάνω τους και τα παιδιά χωρίστηκαν και φάνηκε να κάνουν αυτό που τους ζητούσε, δηλαδή να μπουν στη σειρά. Όταν το έκαναν αυτό, οι στρατιώτες άρχισαν να γελάνε και να τα χειροκροτούν.

«Πρέπει να είναι κάτι σαν πρόβα», υπέθεσε η Γκρέτελ, αγνοώντας το γεγονός πως μερικά απ' τα παιδιά, ακόμα κι απ' τα μεγαλύτερα, ακόμα και τα συνομήλικα της, έμοιαζαν να κλαίνε.

«Σ' το 'πα πως έχει παιδιά», είπε ο Μπρούνο.

«Όχι όμως παιδιά απ' αυτά με τα οποία θα ήθελα εγώ να παίξω», είπε αποφασιστικά η Γκρέτελ. «Αυτά είναι μες στη βρόμα. Η Χίλντα και η Ίζαμπελ και η Λουίζ κάνουν μπάνιο κάθε πρωί, το ίδιο κι εγώ. Αυτά τα παιδιά είναι σαν να μην έχουν κάνει μπάνιο ποτέ στη ζωή τους».

«Φαίνεται πολύ βρόμικο αυτό το μέρος», είπε ο Μπρούνο. «Μήπως όμως δεν έχουν μπάνιο;»

«Μην είσαι ανόητος», είπε η Γκρέτελ, παρότι της είχαν πει πάμπολλες φορές να μην αποκαλεί τον αδελφό της ανόητο. «Τι είδους άνθρωποι δεν έχουν μπάνιο;»

«Ξέρω κι εγώ;» είπε ο Μπρούνο. «Άνθρωποι που δεν έχουν ζεστό νερό, ίσως;»

Η Γκρέτελ κοίταξε λίγο ακόμα κι έπειτα αναρρίγησε και κοίταξε προς την άλλη πλευρά. «Θα πάω στο δωμάτιο μου να τακτοποιήσω τις κούκλες μου», είπε. «Η θέα από κει είναι σαφώς καλύτερη».

Με αυτή την παρατήρηση έφυγε, διέσχισε το διάδρομο, πήγε στο δωμάτιο της κι έκλεισε την πόρτα πίσω της, μα δεν άρχισε αμέσως να τακτοποιεί τις κούκλες της. Κάθισε στο κρεβάτι και απ' το νου της πέρασαν ένα σωρό πράγματα.

Κι απ' το νου του αδελφού της πέρασε μια τελευταία σκέψη καθώς κοίταζε τους εκατοντάδες ανθρώπους εκεί πέρα που έκαναν τις δουλειές τους. Το γεγονός πως όλοι τους - τα μικρά αγόρια, τα μεγάλα αγόρια, οι πατεράδες, οι παππούδες, οι θείοι, οι άνθρωποι που ζουν σε κάθε δρόμο και μοιάζουν να μην έχουν κανένα συγγενή - φορούσαν τα ίδια ρούχα: γκρι ριγέ πιτζάμες και στο κεφάλι τους ένα γκρι ριγέ σκουφάκι.

«Τι παράξενο», μουρμούρισε ο Μπρούνο, κι έπειτα απομακρύνθηκε απ' το παράθυρο.

 

Η συνάντηση με το αγόρι που φορούσε ριγέ πιτζάμα

«Από πού ήρθες;» ρώτησε ο Σμούελ μισοκλείνοντας τα μάτια του και κοιτάζοντας προσεχτικά τον Μπρούνο.

«Από το Βερολίνο»

«Πού είναι αυτό;»

Ο Μπρούνο άνοιξε το στόμα του για να απαντήσει, αλλά ανακάλυψε πως δεν ήταν και απόλυτα σίγουρος.

«Στη Γερμανία βέβαια», είπε. «Εσύ δεν ήρθες από τη Γερμανία;»

«Όχι, είμαι από την Πολωνία»,  είπε ο Σμούελ. 

«Πολωνία», είπε ο Μπρούνο σκεφτικός ζυγίζοντας τη λέξη. «Δεν είναι τόσο ωραία όσο η Γερμανία, ε;»

Ο Σμούελ συνοφρυώθηκε.

«Και γιατί δεν είναι;» ρώτησε.

«Να, γιατί η Γερμανία είναι η σπουδαιότερη απ' όλες τις χώρες», απάντησε ο Μπρούνο, που θυμήθηκε κάτι που είχε ακούσει τον Πατέρα να συζητάει με τον Παππού πολλές φορές. «Είμαστε ανώτεροι».

Ο Σμούελ τον κοίταξε, αλλά δε μίλησε κι ο Μπρούνο ένιωσε πως ήθελε να αλλάξει θέμα, γιατί με το που είπε τα λόγια αυτά, του φάνηκαν κάπως παράξενα και δεν ήθελε να θεωρήσει ο Σμούελ πως ήταν αγενής. [….]

«Ο δικός μου τόπος είναι πολύ πιο όμορφος από το Βερολίνο», είπε ο Σμούελ, που δεν είχε πάει ποτέ στο Βερολίνο. «Είναι όλοι φιλικοί και είμαστε πολύ μεγάλη οικογένεια, και το φαγητό είναι πολύ καλύτερο».

«Εντάξει, τότε πρέπει να συμφωνήσουμε διαφωνώντας», είπε ο Μπρούνο, που δεν ήθελε να τσακωθεί με τον καινούριο του φίλο.

«Εντάξει», είπε ο Σμούελ.

Καθώς γύρισε κι έφυγε, ο Μπρούνο παρατήρησε ξανά πόσο κοντούλης και κοκαλιάρης ήταν ο καινούριος του φίλος. Δεν είπε τίποτα όμως, γιατί ήξερε πόσο δυσάρεστο είναι να σε κρίνουν για κάτι τόσο χαζό όσο το ύψος σου και δεν ήθελε με τίποτα να φανεί αγενής απέναντι στον Σμούελ.

 

 

Απαγορεύεται.....

Πάντως εγώ εξακολουθώ να πιστεύω πως [ο Πατέρας] έχει κάνει ένα τρομερό λάθος», είπε ήρεμα ο Μπρούνο. 
«Ακόμα κι αν το πιστεύετε, δεν πρέπει να το λέτε δυνατά», είπε βιαστικά η Μαρία, πηγαίνοντας προς το μέρος του και μοιάζοντας να θέλει να τον λογικέψει. «Υποσχεθείτε μου πως δε θα το λέτε».
«Μα γιατί;» ρώτησε εκείνος συνοφρυωμένος. «Λέω αυτό που νιώθω. Μήπως απαγορεύεται;»
«Ναι», είπε εκείνη. «Απαγορεύεται».
«Απαγορεύεται να λέω αυτό που νιώθω;» επέμεινε ο Μπρούνο με δυσπιστία.
«Ναι», επέμεινε εκείνη και η φωνή της ήταν τώρα τσιριχτή. «Μην λέτε κουβέντα γι' αυτό, Μπρούνο. Δεν καταλαβαίνετε πόσα προβλήματα μπορεί να δημιουργήσετε; Σε όλους μας;»
Ο Μπρούνο την κοίταξε. Υπήρχε κάτι στο βλέμμα της, μια τρομερή ανησυχία, που δεν την είχε ξαναδεί και τον αναστάτωσε.
«Καλά», μουρμούρισε.

 

Ο καλύτερός μου φίλος για πάντα

 

Ο Σμούελ ήρθε πολύ κοντά του και τον κοίταξε έντρομος. «Λυπάμαι που δε βρήκαμε τον μπαμπά σου», είπε ο Μπρούνο.

«Δεν πειράζει», είπε ο Σμούελ.

«Και λυπάμαι που δεν καταφέραμε να παίξουμε, όταν όμως έρθεις στο Βερολίνο, θα το κάνουμε. Και θα σου γνωρίσω τους φίλους μου, τον... Οχ, πώς τους έλεγαν να δεις;» αναρωτήθηκε απογοητευμένος που δε θυμόταν τα ονόματα τους, γιατί ήταν οι τρεις κολλητοί του φίλοι για πάντα, μα να που είχαν διαγραφεί απ' τη μνήμη του.

Δεν μπορούσε να θυμηθεί κανενός το όνομα και δεν μπορούσε να φέρει στο νου του τα πρόσωπα τους.

«Τέλος πάντων», είπε κοιτάζοντας τον Σμούελ, «δεν έχει σημασία. Έτσι κι αλλιώς δεν είναι πια οι κολλητοί μου φίλοι».

Κοίταξε κάτω κι έκανε κάτι που δεν ήταν του χαρακτήρα του: έπιασε το λεπτοκαμωμένο χέρι του Σμούελ και το έσφιξε γερά.

 

«Εσύ είσαι ο καλύτερος μου φίλος, Σμούελ», είπε. «Ο καλύτερός μου φίλος για πάντα».

 

Ο Σμούελ μπορεί να άνοιξε το στόμα του για να απαντήσει κάτι, μα ο Μπρούνο δεν το άκουσε ποτέ, γιατί εκείνη τη στιγμή ακούστηκε ένα βαρύ αγκομαχητό απ' όλους αυτούς που είχαν στριμωχτεί στο δωμάτιο, καθώς η μπροστινή πόρτα έκλεισε ξαφνικά και αντήχησε απ' έξω ένας δυνατός μεταλλικός ήχος.

 

Ο Μπρούνο ανασήκωσε τα φρύδια του μην μπορώντας να καταλάβει τι σήμαιναν όλα αυτά, υπέθεσε όμως πως είχαν να κάνουν με το να μην μπει η βροχή και να μην κρυολογήσει ο κόσμος.

Κι έπειτα το δωμάτιο έμεινε κατασκότεινο και κατά κάποιο τρόπο, παρά την αναταραχή που προκλήθηκε, ο Μπρούνο ανακάλυψε πως εξακολουθούσε να κρατάει γερά το χέρι του Σμούελ στο δικό του και τίποτα στον κόσμο δε θα μπορούσε να τον πείσει να το αφήσει.

 

 

Κλείνοντας θα ήθελα να αφήσω εδώ κάποια λόγια της Μ. Βαμβουνάκη για το βιβλίο "αγόρι με την ριγέ πιτζάμα"

 

«Κι αν είναι κάτι να μείνει απ' αυτή την ιστορία ας μείνει η παιδική αθωότητα  και η φιλία, ως διαθέσεις ψυχής που ακόμα και ως αναμονή, αεί ερχόμενες κι ας μη φτάσουν ποτέ - κρατούν όρθιο το παρόν και το μέλλον. "Ό,τι κι αν πάθαμε, ό,τι κι αν τραβήξαμε ως τώρα στη ζωή, με κάθε νέο παιδί, με κάθε νέα φιλία μπορούμε να ξαναχτίσουμε τον κόσμο μας και τον Κόσμο."»

 

Δείτε και τα παρακάτω βίντεο

https://www.youtube.com/watch?v=uUqG5GvH00c

https://www.youtube.com/watch?v=awPEfEhSs4I

http://www.kedros.gr/files/TO%20AGORI.pdf

 

 

Αγαπητή Γκρέτελ,

σου γράφω αυτό το γράμμα γιατί έχουμε πολύ καιρό να επικοινωνήσουμε. Από τότε που έφυγες από το Βερολίνο και πήγες στο «Ούσβιτς», αν δεν κάνω λάθος, δεν έχουμε μιλήσει καθόλου. Μόνο εκείνη τη φορά δια αλληλογραφίας, λίγο πριν αρχίσεις μαθήματα. Πραγματικά το γράμμα σου ήταν μια μεγάλη έκπληξη για μένα! Πίστευα ότι με είχες ξεχάσει… Παρόλα αυτά η μεγαλύτερη έκπληξη με περίμενε προς το τέλος του γράμματος… Μου μίλησες για τα βιβλία που διαβάζεις, τη μουσική που ακούς και γενικά για τις απόψεις σου! Έγραφες πολύ εχθρικά και έτρεφες ένα μίσος για όλους τους Εβραίους. Γιατί τους μισείς; Τι σου έχουν κάνει; Σε ενοχλεί που είναι διαφορετικοί από εμάς; Δεν καταλαβαίνω… δεν θυμάμαι να ήσουν κακιά με κανέναν! Έχεις αλλάξει πραγματικά… Ειδικά εκείνα τα φασιστικά τραγούδια που ακούς και τα μηνύματα που περνούν… Τα απεχθάνομαι!!! Έμαθα για τον αδελφό σου… Έγινε είδηση παντού… Τόσο απάνθρωπο, τόσο βίαιο… Ελπίζω να κατάλαβες τι εγκλήματα υποστηρίζεις! Πήρες ένα μάθημα για όλες τις φασιστικές απόψεις σου; Πραγματικά εύχομαι να αλλάξεις… μακάρι να γίνεις πάλι η παλιά καλόκαρδη Γκρέτα… η φίλη μου…

                                                                                                           Με αγάπη

                                                                                                           Δήμητρα

 

 

Αγαπητή Γκρέτελ,

δεν με ξέρεις και μπορεί να σου φανεί παράξενο που σου γράφω αφού δεν έχουμε  γνωριστεί. Γι’ αυτό θα σου συστηθώ πρώτα. Είμαι η Μαριλέτα Αργυρού και ζω στην Ελλάδα. Συγκεκριμένα σε μια μικρή πόλη, το Αίγιο. Είμαι 13 χρονών και πηγαίνω στην Α΄  Γυμνασίου. Έχω ακούσει την ιστορία της οικογένειάς σου και πραγματικά με έχει συγκλονίσει. Θα μου άρεσε να ξέρω πώς εξελίχθηκαν τα πράγματα. Γι’ αυτό σου έγραψα το γράμμα, μήπως μπορέσεις και μου λύσεις κάποιες απορίες…

Αρχικά συλλυπητήρια για τον αδερφό σου! Πραγματικά, λυπάμαι πολύ! Μόλις άκουσα πόσο άδικα έχασε τη ζωή του συγκλονίστηκα. Ελπίζω να έχετε ξεπεράσει το χαμό του και να μην συνεχίσει να σας επηρεάζει αρνητικά στη ζωή σας. Σχετικά με αυτό θα ήθελα να μάθω πώς το πήρε ο πατέρας σου. Χωρίς παρεξήγηση αυτός έχει τη μεγαλύτερη ευθύνη για αυτό που συνέβη. Ελπίζω να σταμάτησε να «εργάζεται» στο στρατόπεδο συγκέντρωσης γιατί πραγματικά η δουλειά του ήταν απάνθρωπη. Κάτι ακόμα… Μήπως τιμώρησε τους στρατιώτες για το λάθος που έκαναν;

Επίσης θέλω να μάθω για τη μαμά σου. Τι κάνει; Πώς αντιμετώπισε το χαμό του γιου της, που έφυγε με έναν τόσο άδοξο και απάνθρωπο τρόπο; Πιστεύω πως είναι μια αγνή ψυχή που δεν ανέχεται τέτοιου είδους θηριωδίες. Πρέπει να ήτα από τους λίγους ανθρώπους τότε στη Γερμανία που δεν ήταν τόσο φανατισμένοι. Την θαυμάζω κιόλας που μέσα σε όλα αυτά κατάφερε και υποστήριξε τη γνώμη της με κάθε κόστος.

Τέλος θα ήθελα να μάθω για σένα. Τι δουλειά κάνεις; Επηρέασε καθόλου το μέλλον σου ο θάνατος του αδερφού σου; Άλλαξαν οι απόψεις σου για τον Χίτλερ και τη πολιτική του απέναντι στους άλλους λαούς;

Αν μπορέσεις, απάντησέ μου! Θα περιμένω με ανυπομονησία το γράμμα σου!

Σου εύχομαι να έχεις πάντα αγάπη στην καρδιά σου και να έχεις μια χαρούμενη ζωή!

                                                                                                   Με εκτίμηση

                                                                                                   Μαριλέτα

 

                                                                                                                         

Αγαπητή Γκρέτελ,

σου γράφω για μια ιστορία που συνέβη χρόνια πριν. Αν και δεν ξέρεις ποια είμαι, εγώ ξέρω ότι τώρα θα είσαι μια πολύ όμορφη δεσποινίδα, και δεν αμφιβάλλω καθόλου, θα έχεις επιτυχίες όχι μόνο στον ερωτικό αλλά και στον επαγγελματικό τομέα. Είχες μια πολύ δύσκολη εφηβεία, την οποία κανένα κορίτσι δεν θα μπορούσε να φανταστεί. Πέρασες πολλά ζόρια και βάσανα, αλλά δεν πρέπει να λυπάσαι γιατί αυτά είναι που σε κάνουν τη σημερινή δυνατή κυρία. Αν, όμως, θες για κάτι να στενοχωριέσαι, ποια είμαι εγώ για να το αποτρέψω; Νομίζω ότι καταλαβαίνεις απόλυτα τι εννοώ. Όλος αυτός ο χαμένος κόπος και χρόνος για να εντυπωσιάσεις τον λοχαγό Κότλερ ήταν άδικος μιας και από την αρχή ήξερες ότι είσαι πολύ μικρή γι’ αυτόν αλλά και δεν του άξιζες. Κάλλιστα, όλος αυτός ο χρόνος θα μπορούσε να είχε χρησιμοποιηθεί για να βελτιώσεις τη σχέση σου με τον μικρό σου αδερφό. Ωχ… κάτι σου θύμισα; Λυπάμαι, δεν θα ήθελα αυτό το γράμμα μου να φανεί σαν τιμωρία ούτε κριτική για τις πράξεις σου. Τουλάχιστον αυτό προσπαθώ αν και εδώ που τα λέμε, φοβάμαι πως δεν τα πολυκαταφέρνω!

Τέλος πάντων, δεν βρήκα ποτέ την ευκαιρία να σε συλλυπηθώ για το θάνατο του αδερφού σου, αν και ήθελα να το κάνω πολύ καιρό. Και θα μου πεις, γιατί δεν διάλεξες τη μητέρα μου ή τον πατέρα μου. Θα σου απαντήσω ότι δεν ήθελα να τους ταράξω, δεν ήθελα να τους ενοχλήσω μέσα στη δυστυχία τους για τα σφάλματά τους. Και πίστεψέ με, έχουν κάνει πολλά λάθη και αυτοί. Ο αδερφός σου ήταν από τα πιο αθώα παιδιά που έχω γνωρίσει και αυτό είναι που με τράβηξε σ’ αυτόν. Η λάμψη στα μάτια του, η αθωότητα στο χαμόγελό του, ο γλυκός του χαρακτήρας. Κρίμα που δεν κατάφερα να τον γνωρίσω. Κρίμα που δεν κατάφερε αυτός να γνωρίσει τον κόσμο. Είμαι σίγουρη ότι θα μας εξέπληττε όλους. Αλλά αυτά συμβαίνουν και ο Μπρούνο δεν ήταν ο μόνος που χάθηκε στη ματαιότητα αυτού του κόσμου.

Ζητώ να δεχθείς τα συλλυπητήριά μου, έστω και αργοπορημένα, αλλά και τη συγγνώμη μου για την οποιαδήποτε αναστάτωση.

                                                                                                               Με φιλικούς χαιρετισμούς

                                                                                                                            Βασιλική

 

 

Κύριε,

παίρνω το θάρρος να σας γράψω αυτό το γράμμα θέλοντας να σας θέσω κάποια ερωτήματα που μου έχουν δημιουργηθεί. Καταρχάς να σας ενημερώσω ότι έχω διαβάσει το βιβλίο και έχω δει την ταινία που αναφέρεται στο δράμα της οικογένειάς σας, κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η ιστορία σας με συγκίνησε αφάνταστα και ταυτόχρονα μου δημιούργησε πολλά ερωτήματα όπως ανέφερα και πιο πάνω.

Ποια νομίζετε ότι ήταν η αιτία για το θάνατο του γιου σας; Πιστεύετε ότι έχετε και εσείς ένα μερίδιο ευθύνης; Κατά τη γνώμη μου, αν δεν είχατε δεχτεί αυτή τη μετάθεση, δεν θα είχε συμβεί τίποτα από όλα αυτά. Όταν καταλάβατε αυτό που είχε συμβεί στο παιδί σας, ποια ήταν η επόμενη αντίδρασή σας; Είμαι σίγουρη για τον πόνο και την λύπη που νιώσατε εσείς και η οικογένειά σας. Μπορούσατε να φανταστείτε αυτή την τραγική κατάληξη; Και αν ναι, τι θα κάνατε; Θα προδίδατε την χώρα και τα πιστεύω σας ή την οικογένειά σας; Μερικές φορές, πιστεύω, θα πρέπει να αφήνουμε τις προσωπικές μας φιλοδοξίες στην άκρη και να βάζουμε στην πρώτη θέση την ασφάλεια της οικογένειάς μας.

Μετανιώσατε για την σκληρή στάση σας απέναντι στα παιδιά και την γυναίκα σας; Μετανιώσατε που ζούσατε σε ένα σπίτι που δίπλα του καίγονταν καθημερινά χιλιάδες άνθρωποι; Από τις περιγραφές στην ταινία και στο βιβλίο, κατάλαβα ότι εκείνο το σπίτι ήταν ακατάλληλο για τη γυναίκα και τα παιδιά σας. Ήταν μια φυλακή. Επίσης οι ιδέες που προωθούνταν εκεί ήταν απάνθρωπες. Γιατί οι Γερμανοί αναπτύξατε τόσο μίσος για τους Εβραίους; πλέον έχουν αλλάξει τα πιστεύω σας;

Θα ήθελα πραγματικά να πάρω μια απάντηση σε αυτό το γράμμα. Μέσα από την απάντησή σας θα μπορούσα ίσως να καταλάβω και τη δική σας θέση.

                                                                                                                                       Δήμητρα

 

 

Αγαπητή κυρία,

λυπάμαι πολύ για τον άδικο χαμό του γιου σας! Ήταν ένα καλόκαρδο και γεμάτο αθωότητα αγόρι. Μέχρι τις τελευταίες του στιγμές ακολουθούσε τα όνειρά του, αγνοώντας τα «όχι», τα «μην» και τα «απαγορεύεται». Τόλμησε να κάνει αυτό που πολλοί φοβούνταν και να σκεφτούν. Παρά τους βομβαρδισμούς ιδεών, ιδανικών υπέρ του φασισμού και κατά των Εβραίων. Πραγματικά, αναρωτιέμαι ορισμένες φορές πόσοι άνθρωποι χάθηκαν, γιατί χάθηκαν. Μήπως τα αίτια του θανάτου τους βασίζονταν στο φόβο των δυνατών; Είναι μερικές από τις σκέψεις μου, όταν ασχολούμαι με το συγκεκριμένο θέμα.

Τώρα, θα ήθελα να σας ρωτήσω και κάποια πράγματα που αφορούν τις δικές σας εμπειρίες. Πώς νιώσατε όταν μάθατε πως έκαιγαν τους Εβραίους και μάλιστα ο σύζυγός σας ήταν υπεύθυνος γι’ αυτό; Τι αισθανθήκατε όταν συνειδητοποιήσατε πως ο γιος σας εξαφανίστηκε; Θεωρήσατε τον άντρα σας υπεύθυνο για το θάνατο του γιου σας; Πώς αντιδράσατε όταν μάθατε ότι η Γκρέτελ είχε υιοθετήσει αυτές τις ναζιστικές και φασιστικές ιδέες από μια τόσο τρυφερή ηλικία; Ποιος ήταν υπεύθυνος γι’ αυτό;

Οι απαντήσεις θα ήταν πολύ ενδιαφέρουσες και θα μας βοηθούσαν να κατανοήσουμε την ιστορία σας σε βάθος. Ελπίζουμε κάποια στιγμή να βρεθεί η λύση στις απορίες μας.

                                                                                                                                       Μαριάννα

 

Αγαπητή κυρία,

σας γράφω για το άδικο τέλος του γιου σας, που πέθανε με τον πιο απαίσιο τρόπο και θα ήθελα να σας κάνω κάποιες ερωτήσεις. Πώς νιώθετε που χάσατε το γιο σας και για την ευθύνη του άντρα σας; Που πηγαίνατε για μια καλύτερη ζωή και βρεθήκατε μόνες σας με την Γκρέτελ; Θέλετε να μιλήσετε με τον άντρα σας για τις πράξεις του και να τον πείσετε να σταματήσει (γιατί από μόνος του είναι πολύ σκληρός για να το κάνει) ή δεν θέλετε να του μιλάτε καθόλου; Γιατί δεν του ζητήσατε διαζύγιο; Στεναχωρήθηκα πολύ για τον Μπρούνο και ελπίζω καμιά μητέρα να μην χάσει έτσι το γιο της. Η μόνη λέξη που μπορώ να σας πω είναι κουράγιο!

                                                                                                                                      Μάρθα

 

 

 

 

Η λέσχη ανάγνωσης προτείνει το βιβλίο του μήνα

 

Τι συμβαίνει όταν μια δεκατριάχρονη ονειρεύεται να γίνει συγγραφέας και αναζητά έμπνευση στο ημερολόγιο που έγραφε όταν ήταν μικρή; Η Μία είναι δεκατριών χρονών και έχει μια κρυφή επιθυμία: να γίνει συγγραφέας. Όταν μια γνωστή σχολή δημιουργικής γραφής ανακοινώνει πως θα επιλέξει μαθητές, αποφασίζει να πάρει μέρος στο διαγωνισμό. Στο διαγωνισμό συμμετέχει και ο Σον, ένας γοητευτικός νεαρός, και η Μία θέλει οπωσδήποτε να του κάνει καλή εντύπωση. Για να αντλήσει έμπνευση, η Μία ξαναδιαβάζει το παλιό παιδικό της ημερολόγιο... Οι πραγματικές και οι φανταστικές ιστορίες από το παρελθόν ανακατεύονται με όσα της συμβαίνουν, και δημιουργούν ένα υπέροχο μίγμα, που θα διασκεδάσει και θα εμπνεύσει κάθε αναγνώστη, και ιδιαίτερα κάθε επίδοξο συγγραφέα.
Ένα πολύ ενδιαφέρον, χιουμοριστικό και συγκινητικό μυθιστόρημα, στο οποίο αποκαλύπτονται τα βασικά μυστικά για την τέχνη της συγγραφής, της έμπνευσης, της μυθοπλασίας.

 

ΚΡΙΤΙΚΗ

Χωρίς διδακτισμό, χωρίς αυστηρή κριτική, απλά, όμορφα και στρωτά, λες και συμμετείχα σε φιλική συζήτηση με πρόθυμο συγγραφέα, διάβασα για τους τρόπους αφήγησης, για τις ανατροπές και τις εκπλήξεις, για τη ζωντάνια που χρειάζεται ένας διάλογος, για το τι πρέπει να παραλειφθεί από την πλοκή για να μη βαρεθεί ο αναγνώστης και πολλά άλλα. [...] Το βιβλίο είναι για παιδιά από 12 ετών και πάνω, όμως συστήνω να το διαβάσουν και ενήλικες αναγνώστες, για όλους τους λόγους που περιέγραψα ανωτέρω!
Πάνος Τουρλής, CaptainBook, 26/08/15

 

Επειδή στις διακοπές ξεκουραστήκαμε αρκετά και διαβάσαμε πολλά βιβλία, η λέσχη ανάγνωσης προτείνει και άλλα βιβλία για αυτό το μήνα, για μια καλή "αναγνωστική" χρονιά

 

Το Ήθελα μόνο να χωρέσω είναι ένα μυθιστόρημα για εφήβους (δεχόμαστε και μεγαλύτερους, αρκεί να θυμούνται πώς είναι να νιώθεις ότι δε χωράς πουθενά).

 

Με λίγα λόγια

Η Ζωή είναι 15 χρονών και καθόλου έτοιμη για το λύκειο, για την αλλαγή σχολείου, για τις αλλαγές στο σώμα της, για τις αλλαγές γενικώς. Στην προσπάθειά της να ταιριάξει στο νέο περιβάλλον, να κρατήσει τους φίλους της και να κερδίσει αυτόν που δεν λέει να γυρίσει να την κοιτάξει, διαλέγει να ελέγξει την κατάσταση με το μόνο τρόπο που ξέρει: να γίνει αυτό που πιστεύει ότι όλοι θεωρούν όμορφο, ακόμα κι αν έτσι ρισκάρει να χάσει τον ίδιο της τον εαυτό.

Μέσα από το blog της, τις διηγήσεις των γονιών της, τις συζητήσεις με την κολλητή της στο chat και τα μικρά ντοκουμέντα της καθημερινότητάς της, η Ζωή θα χάσει και θα ανακαλύψει ξανά από την αρχή τον τρόπο να προχωράει, να βρίσκει τη θέση της, να αγαπάει τον εαυτό της και να χαίρεται την κάθε στιγμή.

 

Περισσότερα για τη συγγραφέα, το βιβλίο και το πολύ σοβαρό θέμα που θίγει μπορείτε να βρείτε παρακάτω:

17961.pdf (254204)

1164719.pdf (1072744)

17878.pdf (277628)

 

Το βιβλίο μπορείτε να το δανειστείτε από τη Δημοτική Βιβλιοθήκη

 

 

Πρώτα είδα το αγόρι. Τα πρωινά καθόταν στο πεζούλι, κάτω από τη σκιά της κληματαριάς, και περίμενε. Μόνο και βουβό. Εκείνη έφτανε πάντα αργά το μεσημέρι. Έβαζε δυο πιάτα στο τραπέζι κι έτρωγαν αντικριστά. 

Μετά, μια μέρα είδα το ποδήλατο. Το λάδωνε, το γυάλιζε, το κρατούσε από το τιμόνι και το κοιτούσε. Άστραφταν τα μάτια του. Ανέβαινε στη σέλα κι έκανε πως το οδηγούσε. Αργότερα άρχισε τις βόλτες στο τετράγωνο. Όλη την ώρα. Μπορεί και να ξεμάκραινε λίγο. Κάποια στιγμή δεν κρατήθηκα. Φώναξα δυνατά: «Πώς σε λένε;» «Γκεζίμ Πρέντσε», μου απάντησε βιαστικά. 
Το επόμενο καλοκαίρι είχε ξεθαρρέψει. Έβγαινε κι έπαιζε μπάλα στην αλάνα. Τότε τον είδα κι εκείνον. Ήρθε ένα πρωί με μια μικρή βαλίτσα. Περνούσε τις ώρες του στην αυλή. Είχε μόνιμα ένα ραδιοφωνάκι στο αυτί. Μέρα νύχτα άκουγε τις ειδήσεις. Μερικά βράδια τους συναντούσα στο λόφο του Μόντε Σμιθ να κοιτούν απέναντι τα βουνά. 

Ο αποχωρισμός και η απώλεια διατρέχουν την ιστορία. Τα πρόσωπα, μέσα από τις αφηγήσεις τους, μας δείχνουν αυτό που θέλουν πιο πολύ: κάπου να σταθούν.

 

Διαβάστε και την βιβλιοπαρουσίαση της Ελένης Σαραντίτη:

http://diastixo.gr/kritikes/ellinikipezografia/5985-pianeis-choma

 

 

 

Η λέσχη ανάγνωσης προτείνει το βιβλίο του μήνα

 

1936. Στις γειτονιές του κέντρου της Αθήνας ο κόσμος μιας άλλης εποχής ξεδιπλώνεται. Ένας κόσμος τόσο διαφορετικός μα και τόσο όμοιος με τον σημερινό...
Η οικογένεια Πολυχρονιάδη ετοιμάζεται να αποκτήσει το τέταρτό της παιδί. Η Αγγελική, η μητέρα της οικογένειας, κουράζεται πολύ στο σπίτι με τα τρία κορίτσια της και ζητά από τον άντρα της τον Γιάννη να πάρουν ένα κορίτσι να τη βοηθάει. Εκείνη την εποχή όλες οι γειτόνισσές της έχουν ένα μικρό κοριτσάκι, ένα δουλάκι. Η Αγγελική όμως δεν είναι σαν όλες τις άλλες... Αφού πείθει τον Γιάννη, φέρνουν από τη Βαγία της Αίγινας ένα ορφανό κοριτσάκι 6 χρονών, τη Σοφία. Η Σοφία βρίσκει στο νέο της σπίτι μια ζεστή αγκαλιά και ανατρέπει στην οικογένεια, αλλά και στη γειτονιά τα πάντα. Τα κορίτσια βελτιώνουν τη συμπεριφορά και τις συνήθειές τους και η Αγγελική και ο Γιάννης γίνονται «γονείς» ενός ακόμη παιδιού. Σε μια κοινωνία που τα αφεντικά συμπεριφέρονται στα δουλάκια τους ψυχρά, συμφεροντολογικά και συχνά με σκληρότητα, η Σοφία μαθαίνει να διαβάζει και να γράφει, φωνάζει την Αγγελική «Αγγελούκα» και τον Γιάννη «Γαβ-Γαβ» και με την αθωότητα ενός μικρού παιδιού εισχωρεί στις καρδιές των ανθρώπων.

 

Ευχαριστούμε την Κατερίνα Δρόλια που μας δάνεισε το βιβλίο

 

 

Τούτες τις γιορτινές μέρες ας μην ξεχνάμε τα παιδιά που εργάζονται και πέφτουν θύματα εκμετάλλευσης.

Διαβάστε και τα παρακάτω άρθρα:

Η βιοπάλη και η κακομεταχείριση των ανήλικων εργαζομένων

της Σεμίνας Τσοκανά

Είναι παραμονή Χριστουγέννων του 2008. Η πόλη είναι στολισμένη, γιορτινή και όμορφη. Τα παιδιά είναι ήδη στους δρόμους και λένε τα κάλαντα. Παντού, ακούγονται οι ξέγνοιαστες και χαρούμενες φωνές τους. Όμως υπάρχει και η άλλη όψη των πραγμάτων όπου επικρατεί η δυστυχία, η φτώχεια, η βιοπάλη και η κακομεταχείριση, κυρίως, των παιδιών, που εργάζονται κάτω από απάνθρωπες και επικίνδυνες συνθήκες για να μπορέσουν να επιβιώσουν. Πρόκειται για παιδιά φτωχών οικογενειών, ορφανά ή εγκαταλειμμένα απ’ τους γονείς τους και παιδιά μεταναστών ή προσφύγων που αναγκάζονται να απαρνηθούν την ξεγνοιασιά της παιδικής ηλικίας, να βγουν στη βιοπάλη και να αντιμετωπίσουν αφόρητες καταστάσεις εκμετάλλευσης και καταπίεσης. Μια τέτοια περίπτωση αποτελούν και τα παιδιά που εργάζονται ως μαθητευόμενοι τεχνίτες σε ένα μεγάλο ξυλουργείο που βρίσκεται κοντά στο γραφείο μου. Είναι παιδιά Πακιστανών μεταναστών ηλικίας 12-15 χρονών που εργάζονται στο υπόγειο μιας πολυκατοικίας κάτω από άθλιες συνθήκες. Ο εργοδότης τους, τους αναγκάζει να εργάζονται πολλές ώρες ασταμάτητα, με χαμηλό μισθό και να σηκώνουν βαριά φορτία. Τους μιλάει πολύ άσχημα, τους συμπεριφέρεται πολύ σκληρά, χωρίς να κατανοεί τις ανάγκες τους σε αυτή την τόσο τρυφερή ηλικία. Βέβαια η περίπτωση αυτών των παιδιών δεν είναι η μοναδική. Η κακομεταχείριση και η εκμετάλλευση των ανήλικων εργαζόμενων είναι ένα διαχρονικό, κοινωνικό πρόβλημα που υπάρχει και στις μέρες μας, παρ’ όλο που υπάρχουν νόμοι και διεθνείς οργανώσεις που προστατεύουν τα δικαιώματα των παιδιών. Είναι φανερό ότι τόσο το κράτος όσο και όλοι οι πολίτες πρέπει να ευαισθητοποιηθούμε και να βοηθήσουμε τα παιδιά αυτά να ζήσουν τη ζωή που δικαιούνται, όπως όλα τα άλλα παιδιά!

 

Η κακομεταχείριση των ανήλικων εργαζομένων

της Ιφιγένειας Σπυροπούλου 

      Καθημερινά σε όλο τον κόσμο υπάρχουν παιδιά που στερούνται της παιδικής τους ηλικίας, των δικαιωμάτων τους για ελευθερία καθώς και ασφάλεια και εκπαίδευση με συνέπεια να προδιαγράφεται για αυτά ένα μέλλον περιθωριοποίησης και κοινωνικού αποκλεισμού. Και αυτό, γιατί δεν τους δίνεται καν η δυνατότητα να αναπτύξουν τις ικανότητές τους και να διευρύνουν τις γνώσεις και τις δεξιότητές τους αλλά και την κοινωνική τους θέση μέσα από το σχολείο. Βασικά δικαιώματα του παιδιού, όπως το δικαίωμα στη μόρφωση και το δικαίωμα στο παιχνίδι, είναι άγνωστα γι’ αυτά τα παιδιά. Κάποια παιδιά δουλεύουν σε θορυβώδη κι επικίνδυνα εργοστάσια, άλλα τα χωράφια από την αυγή ως το σούρουπο, άλλα είναι θύματα της βιομηχανίας της παιδικής πορνείας.

      Σύμφωνα με στατιστικές της UNICEF στη Νότιο Σαχάρα της   Αφρικής 1 στα 3 παιδιά είναι θύματα της παιδικής εργασίας∙ αυτό το ποσοστό αντιπροσωπεύει 69 εκατομμύρια παιδιά.

Στη Νότιο Ασία άλλα 44 εκατομμύρια παιδιά συμμετέχουν στην παιδική εργασία. Τα παιδιά που ζουν στις φτωχότερες οικογένειες και στις αγροτικές περιοχές είναι πλέον πιθανά να ασχοληθούν με την  εργασία.   

      Στην Ελλάδα χωρίς να είναι γενικευμένο το φαινόμενο παιδικής εργασίας και κακομεταχείρισης, όλοι έχουμε δει τα παιδιά των φαναριών που έχουν υποχρεωθεί να δουλεύουν για να στηρίξουν υλικά ομάδες ενηλίκων που τα εκμεταλλεύονται. Σε πολλές περιπτώσεις έχει αποκαλυφθεί η εργασία παιδιών με επικίνδυνα μηχανήματα, μπορεί να είναι «αόρατα» σε μας, βρίσκονται όμως, να εργάζονται σε σπίτια ως βοηθοί, πίσω από τοίχους εργαστηρίων και σε χωράφια.                                                                                                        

           Σύμφωνα με πρόσφατη έκθεση του Οργανισμού Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων η Ελλάδα είναι χώρα προορισμού και διέλευσης για γυναίκες και παιδιά που διακινούνται για σκοπούς σεξουαλικής εκμετάλλευσης και καταναγκαστικής εργασίας. Τα περισσότερα από τα παιδιά-θύματα προερχόμενα από την Αλβανία έχουν υποβληθεί σε αναγκαστική εργασία, επαιτεία, διάπραξη ήσσονος σημασίας αδικημάτων, ενώ κάποια διακινούνται για σκοπούς σεξουαλικής εκμετάλλευσης. Η έκθεση σημειώνει ότι η Ελλάδα δεν ανταποκρίνεται πλήρως στα ελάχιστα πρότυπα εξάλειψης της διακίνησης ανθρώπων, έχει όμως καταβάλλει σημαντικές προσπάθειες για να το πετύχει.

        Δυστυχώς η κοινωνία διαιωνίζει το φαινόμενο αυτό δείχνοντας τον σχετικό οίκτο. Όμως, κανείς δε διερωτάται ποια ήταν αυτά τα παιδιά, από πού έρχονταν, σε ποιες συνθήκες ζούσαν, ποιες ακριβώς ήταν οι αιτίες που τα έβγαλαν στο δρόμο. Τα παιδιά αυτά που εργάζονται καθημερινά στους δρόμους της χώρας μας δεν είναι μόνο θύματα εκμετάλλευσης επιτηδείων αλλά και θύματα της δικής μας αδιαφορίας και αδράνειας!

        Υποχρέωση όλων των πολιτισμένων χωρών του σύγχρονου κόσμου είναι να δώσει τέλος στον εφιάλτη της παιδικής εργασίας, εκμετάλλευσης και κακοποίησης ανηλίκων. Το ξεκίνημα μπορεί να γίνει με απλές πρακτικές από εμάς τους ίδιους, τους απλούς πολίτες δίνοντας περισσότερη σημασία σε αυτά που συμβαίνουν γύρω μας. Για παράδειγμα, εάν γνωρίζουμε στην γειτονιά μας παιδιά που έχουν την ανάγκη μας, τότε αντί να πετάμε πράγματα που δεν μας χρειάζονται ας τα δωρίσουμε στα παιδιά αυτά. Αντί για χρηματικό ποσό σε παιδιά που δουλεύουν στους δρόμους ας τους προσφέρουμε κάποιο φαγητό ή χυμό. Έτσι η βοήθειά μας πηγαίνει απευθείας στα παιδιά και σε όχι σε αυτούς που τα εκμεταλλεύονται.

        Σημαντική είναι η στήριξη των ανθρωπιστικών οργανώσεων που προσπαθούν να καταπολεμήσουν το φαινόμενο της παιδικής εργασίας και εκμετάλλευσης όπως είναι η UNICEF και πολλές άλλες Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις. Υπάρχουν προγράμματα υιοθεσίας ή αναδοχής παιδιών που, με ένα ελάχιστο ποσό που μπορεί να πληρώνει μια μέση οικογένεια, ένα παιδί του «τρίτου κόσμου» έχει τη δυνατότητα να πηγαίνει σχολείο. Εξίσου σημαντικό όμως είναι η αγορά προϊόντων UNICEF που το μεγαλύτερο μέρος των χρημάτων που πληρώνουμε πηγαίνουν σε παιδιά που τα έχουν ανάγκη αυτά και οι οικογένειές τους.

        Κύριο μέλημα των κυβερνήσεων όλων των κρατών της γης για την πάταξη της εργασίας των ανηλίκων είναι η εξασφάλιση καλής ποιότητας εκπαίδευσης μέχρι την ενηλικίωσή τους.

         Κοινωνική απαίτηση είναι ο σεβασμός στην διακήρυξη των δικαιωμάτων του παιδιού που ψηφίστηκε από την Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών στις 20 Νοεμβρίου του 1959 και αναφέρεται ρητά στα δικαιώματα των παιδιών για ισότητα χωρίς διάκριση φυλής, θρησκείας και εθνικότητας για προστασία της σωματικής, ψυχικής, πνευματικής και κοινωνικής ανάπτυξης (με δωρεάν μόρφωση),δυνατότητας παιχνιδιού και ψυχαγωγίας. Απαραίτητη προϋπόθεση για την επίτευξη των σκοπών αυτών είναι η προστασία των παιδιών από την εγκατάλειψη και την επαγγελματική εκμετάλλευση.

 

Η κακομεταχείριση των ανήλικων εργαζόμενων

της Φιλίππας Φωκά

Κάποιες σαφείς ενδείξεις μας δείχνουν πως η κακομεταχείριση των ανήλικων εργαζομένων είναι ένα από τα προβλήματα της καθημερινότητας και της επικαιρότητάς μας. Με αφορμή ένα απόσπασμα από το βιβλίο του Άντον Τσέχωφ 

"Ο Βάνκας" αναφερόμαστε στο θέμα αυτό. Τα παιδιά που κακομεταχειρίζονται από τα "αφεντικά" τους υφίστανται ψυχοσωματική βία. Κάποια παιδιά ακόμη και στην Ελλάδα, καθημερινά περνούν αυτό το μαρτύριο στη ζωή τους είτε για να καλύψουν κάποιες ανάγκες της οικογένειας είτε για να μπορέσουν τα ίδια να ζήσουν. Σύμφωνα με πληροφορίες ένα μεγάλο ποσοστό ανήλικων εργαζομένων πέφτουν θύματα εκμετάλλευσης. Στον πλανήτη οι ανήλικοι εργάτες ξεπερνούν τα 210 εκατομμύρια ενώ ο μεγαλύτερος αριθμός συγκεντρώνεται στην Αφρική όπου καταγράφονται 157 εκατομμύρια παιδιά-εργάτες. Τα παιδιά αυτά αναγκάζονται να δουλεύουν μαζί με ενηλίκους σε σκληρές και ανθυγιεινές εργασίες σε συνθήκες άκρως βλαβερές για την υγεία και την ανάπτυξή τους. π.χ.

Στις φυτείες, όπου πολλές φορές εργάζονται αναγκαστικά (Σαν Σαλβαδόρ).

Σε εργοστάσια ταπητουργίας όπου τα παιδιά κάθονται γονατιστά για ώρες στοιβαγμένα σε στενούς χώρους για να υφαίνουν τα "ωραιότερα" χαλιά του κόσμου (Ινδία, Πακιστάν).

Σε βυρσοδεψεία, όπως στην Αίγυπτο, τα περισσότερα παιδιά εργάζονται πάνω από 8 ώρες την ημέρα. 

Στις Ηνωμένες Πολιτείες ο αριθμός φθάνει τα 5,5 εκατομμύρια, ενώ στην Ελλάδα οι ανήλικοι εργαζόμενοι ξεπερνούν τις 15.000.Το 1919 έγινε μία σύμβαση των Δικαιωμάτων του Παιδιού. Η σύμβαση αυτή καλεί τα κράτη μέλη που υπέγραψαν: α)να ορίζουν ένα κατώτατο όριο ή κατώτατα όρια ηλικίας για την είσοδο στην επαγγελματική απασχόληση, β)να προβλέπουν κατάλληλη ρύθμιση των συνθηκών εργασίας, γ)να προβλέπουν κατάλληλες ποινές και άλλες κυρώσεις για να εξασφαλίσουν την αποτελεσματική εφαρμογή της Σύμβασης. Τα τελευταία χρόνια έχουν γίνει πολλές προσπάθειες για την κατάργηση της παιδικής εργασίας. Όμως και με μια τέτοια λύση οι απόψεις δεν συμφωνούν. Διατυπώνεται, για παράδειγμα, η άποψη, ότι η μοναδική διέξοδος σε αυτό το πρόβλημα είναι να σταματήσει η συμμετοχή ανήλικων εργαζομένων σε εργοστάσια, οικογενειακές επιχειρήσεις, φάρμες, κ.λ.π..

Το συμπέρασμα που καταλήγουμε είναι πως τα παιδιά τα οποία δουλεύουν ως εργάτες σε κάθε γωνιά του κόσμου, είτε σε ανεπτυγμένες είτε σε μη ανεπτυγμένες χώρες θα πρέπει να μην υποκύπτουν στην εκμετάλλευση τους από ενηλίκους διότι ο καθένας μας έχει δικαίωμα στη ζωή, στο να κάνει όνειρα, να μορφώνεται, να χαίρεται. Όλοι έχουμε ίσα δικαιώματα γιατί δεν διαφέρουμε ο ένας από τον άλλον. Έτσι και αυτά τα παιδιά έχουν δικαίωμα να ζήσουν όπως κάθε άλλο παιδί... 

http://efivoidimosiografoi.pbworks.com/w/page/9518486/%CE%97%20%CE%BA%CE%B1%CE%BA%CE%BF%CE%BC%CE%B5%CF%84%CE%B1%CF%87%CE%B5%CE%AF%CF%81%CE%B9%CF%83%CE%B7%20%CF%84%CF%89%CE%BD%20%CE%B1%CE%BD%CE%AE%CE%BB%CE%B9%CE%BA%CF%89%CE%BD%20%CE%B5%CF%81%CE%B3%CE%B1%CE%B6%CE%BF%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CF%89%CE%BD

 

Ο Μολυβένιος Στρατιώτης και η Μπαλαρίνα του πήγαν  στο  ΕΚΑΜΕ

Ο μαγικός κόσμος  ενός  παραμυθιού έκανε και πάλι το θαύμα του: Μια ιστορία αγάπης, ανάμεσα στο Μoλυβένιο Στρατιώτη και την όμορφη Μπαλαρίνα, είναι ικανή να ταξιδέψει  μικρούς και μεγάλους στο όνειρο και τη φαντασία, να τους βοηθήσει να επικοινωνήσουν, να ξεδιπλώσουν τα συναισθήματά τους, να χορέψουν, να συνεργαστούν, να γελάσουν… Ό,τι δηλαδή συνέβη και στην πραγματικότητα, όταν οι μαθητές που συμμετέχουν στη Λέσχη Ανάγνωσης του 2ου Γυμνασίου Αιγίου, επισκέφτηκαν το ΕΚΑΜΕ Αιγίου, την περασμένη Πέμπτη με αφορμή το εορτασμό της Εθνικής και Παγκόσμιας Ημέρας Ατόμων με αναπηρία, στις 3 Δεκεμβρίου.

Το παραμύθι του Μολυβένιου Στρατιώτη  ξαναγράφτηκε με τη ματιά και τη φαντασία των μαθητών της Λέσχης Ανάγνωσης  και δραματοποίησαν τη δική τους εκδοχή σε ένα πολύ τρυφερό θεατρικό δρώμενο υπό την καθοδήγηση της φιλολόγου κ. Ελένης Παναγιωτοπούλου η οποία άλλωστε είναι υπεύθυνη και για τη δραστήρια πορεία της Λέσχης Ανάγνωσης  στο σχολείο.  Η φιγούρα του Μολυβένιου Στρατιώτη (που ενσάρκωνε ο μαθητής Ανδρέας Θεοδωρόπουλος)  αλλά και η όμορφη μπαλαρίνα με τις χορευτικές της ικανότητες (Ραφαέλα Δημουλά) μαζί με άλλα παιχνίδια  «ζωντάνεψαν» και πέρασαν τα δικά τους διαχρονικά μηνύματα για τη δύναμη της αγάπης, την αποδοχή της διαφορετικότητας, τη συνεργασία!  Τα παιδιά του ΕΚΑΜΕ δεν έμειναν απλοί θεατές! Συμμετείχαν στο χορό των «παιχνιδιών», χόρεψαν βαλς  μαζί τους υπό τους ήχους της μουσικής που έπαιζε η Μαρία Τριανταφυλλοπούλου,  αλλά έδωσαν και το δικό τους τέλος στο παραμύθι ώστε ο Στρατιώτης και Μπαλαρίνα  να μείνουν για πάντα μαζί…

 

Η εμπειρία μου από την επίσκεψη στο Ε.ΚΑ.ΜΕ

 

Την 1η του Δεκέμβρη επισκεφθήκαμε το Ε.ΚΑ.ΜΕ της πόλης μας. Λόγω της παγκόσμιας ημέρας παιδιών με ειδικές ανάγκες και των Χριστουγέννων που πλησιάζουν σκεφτήκαμε να δώσουμε λίγη χαρά σε αυτά τα παιδιά.

Φτάνοντας στο κέντρο μας υποδέχτηκαν οι υπεύθυνοι σε ένα ζεστό και φιλόξενο περιβάλλον με ένα δέντρο που περίμενε να στολιστεί από όλους μας.

Ξεκινήσαμε τη δραματοποίηση του Μολυβένιου Στρατιώτη και χαρήκαμε ιδιαίτερα όταν όλοι συμμετείχαν ενθουσιασμένοι χορεύοντας και γελώντας. Καταλάβαμε ότι τους άρεσε και ήμασταν περήφανοι που καταφέραμε να τους δώσουμε λίγη ευτυχία. Όταν τέλειωσε το δρώμενο, γνωριστήκαμε μεταξύ μας και προσπαθήσαμε να βρούμε ένα αίσιο τέλος στο παραμύθι μας. Αργότερα στολίσαμε το δέντρο με τα στολίδια που φτιάξαμε. Όλοι μας νιώθαμε ανάμικτα συναισθήματα χαράς και λύπης. Χαιρόμαστε που τα βλέπαμε ενθουσιασμένα και λυπόμασταν που δεν μπορούν να έχουν μια κανονική ζωή.

Ήταν μια σπάνια εμπειρία που θα την θυμόμαστε. Είναι ωραίο να σε αγγίζει το πνεύμα των Χριστουγέννων προσφέροντας χαρά και βοήθεια στους συνανθρώπους σου που το έχουν ανάγκη.

Δήμητρα Νικολοπούλου

 

… Αρχικά, κατά την ανάγνωση του Μολυβένιου Στρατιώτη, με χαροποίησε το γεγονός ότι τα παιδιά του Ε.ΚΑ.ΜΕ παρακολουθούσαν με ενδιαφέρον τη ροή της αφήγησης αλλά κυρίως τη δραματοποίηση του παραμυθιού. Ιδίως, όταν τους προτάθηκε να αλλάξουν το θλιβερό τέλος και να το μετατρέψουν σε χαρούμενο, τα κατάφεραν με επιτυχία. Με συγκίνησε που ποτέ δεν απογοητεύονταν αν κάτι δεν γινόταν καλά, την ώρα που κατασκευάζαμε τα χριστουγεννιάτικα στολίδια. Κατά την ξενάγησή μας στα εργαστήρια συνειδητοποίησα πως όλοι οι άνθρωποι έχουν ταλέντα, αρκεί να μπορούν να τα αξιοποιήσουν. Επίσης, είδα από κοντά πόσο δημιουργικά είναι αυτά τα άτομα και πόσο όμορφα πράγματα μπορούν να φτιάξουν.

Η επίσκεψη με ωφέλησε αρκετά και μου δίδαξε πως δεν πρέπει να τα παρατάμε στο δύσκολο αγώνα της ζωής.

Μαριάννα Μαγκλάρα

 

Κατά την επίσκεψή μου στο Ε.ΚΑ.ΜΕ ένιωσα ανάμεικτα συναισθήματα. Λύπη γιατί συνειδητοποίησα πόσο δύσκολη είναι η ζωή των ατόμων με ειδικές ανάγκες στην καθημερινότητά τους, κατά τις μετακινήσεις τους αλλά και κατά την επαφή τους με άλλους ανθρώπους που τους αντιμετωπίζουν συνήθως με επιφύλαξη. Από την άλλη μεριά όμως ένιωσα έκπληξη με τον τρόπο που μας αντιμετώπισαν, εκδηλώνοντας ξεκάθαρα τη χαρά που μας είδαν, την προσμονή τους γι’ αυτά που τους παρουσιάσαμε και την προσοχή που έδειχναν καθ’ όλη τη διάρκεια της επίσκεψής μας. Στο τέλος ένιωσα χαρά γιατί τους πρόσφερα προσοχή και αγάπη αλλά πήρα και αγάπη που τόσο απλόχερα οι άνθρωποι αυτοί ξέρουν να δίνουν.

Δήμητρα Καραθανάση

 

Σήμερα επισκεφθήκαμε τα παιδιά του Ε.ΚΑ.ΜΕ. Μπορεί να μην είναι παιδιά στην ηλικία αλλά είναι παιδιά στο μυαλό και στην καρδιά. Αυτό που κατάλαβα σήμερα είναι πως όλοι είμαστε ίδιοι και όλοι αξίζουμε να ζούμε. Η ζωή είναι δικαίωμα όλων και κανείς δεν μπορεί να την στερήσει από κανέναν.

Μαρία Ηλιοπούλου

 

… Ήταν η πρώτη φορά που θα πήγαινα στο Ε.ΚΑ.ΜΕ και είχα λίγη αγωνία για το τι θα συναντήσω εκεί μα και αν θα βγει καλά το σκετσάκι που είχαμε ετοιμάσει. Τα παιδιά-μεγάλοι μου φάνηκαν πολύ συμπαθητικοί και καλόκαρδοι. Κατά τη διάρκεια της παράστασης συμμετείχαν και περάσαμε όλοι πολύ ωραία και διασκεδαστικά. Όταν στη συνέχεια φτιάχναμε τα παιχνίδια ο ένας βοηθούσε τον άλλο και στην αίθουσα επικρατούσε μια ζεστή ατμόσφαιρα. Κατά την ξενάγηση στα εργαστήρια, έμεινα έκπληκτη από τις κατασκευές τους.

Αυτή η επίσκεψη θα μου μείνει χαραγμένη στο μυαλό και στην καρδιά μου. Περάσαμε υπέροχα και θα ήθελα να ξαναπάω.

Μαριλέτα Αργυρού

 

Η λέσχη ανάγνωσης προτείνει το βιβλίο του μήνα

Κατάγομαι από µια χώρα που δημιουργήθηκε τα μεσάνυχτα. Όταν κόντεψα να πεθάνω, ήταν μεσημέρι…

Όταν οι Ταλιμπάν κατέλαβαν την εξουσία στην κοιλάδα Σουάτ του Πακιστάν, ένα κορίτσι τούς εναντιώθηκε. Η Μαλάλα Γιουσαφζάι αρνήθηκε την επιβεβλημένη σιωπή και πολέµησε για το δικαίωµά της στην εκπαίδευση.
Την Τρίτη, 9 Οκτωβρίου του 2012, στα δεκαπέντε της χρόνια, η Μαλάλα πυροβολήθηκε στο κεφάλι σχεδόν εξ επαφής ενώ επέβαινε στο σχολικό λεωφορείο, και ελάχιστοι ήταν αυτοί που πίστευαν ότι θα επιβιώσει. Ωστόσο, η θαυματουργή ανάνηψη της Μαλάλα την οδήγησε σ’ ένα εκπληκτικό ταξίδι από µια µακρινή κοιλάδα του βόρειου Πακιστάν στις αίθουσες του κτιρίου των Ηνωμένων Εθνών στη Νέα Υόρκη. Στα δεκαέξι της, έγινε παγκόσμιο σύμβολο ειρηνικής διαμαρτυρίας και η νεότερη υποψήφια για το Νόμπελ Ειρήνης στην ιστορία του θεσμού. Στις 10 Οκτωβρίου 2014 το Νόμπελ Ειρήνης μοιράζονται από κοινού η 17χρονη Πακιστανή Malala Yousafzai και ο Ινδός Kailash Satyarthi «για τον αγώνα τους ενάντια στην καταπίεση των παιδιών και των νέων και την υπεράσπιση του δικαιώματος όλων των παιδιών στην εκπαίδευση».


Το Με λένε Μαλάλα είναι η αξιοθαύμαστη ιστορία μιας οικογένειας που ξεριζώθηκε εξαιτίας της τρομοκρατίας, η ιστορία της μάχης για την εκπαίδευση των κοριτσιών, η ιστορία ενός πατέρα ο οποίος –ιδιοκτήτης σχολείου ο ίδιος– αγωνίστηκε κι ενθάρρυνε την κόρη του να γράφει και να φοιτά· είναι, τέλος, η ιστορία ενός γενναίου κοριτσιού µε δυο γονείς που αγαπούν µε πάθος την κόρη τους σε µια κοινωνία που δείχνει σαφή προτίμηση στους γιους.
Το βιβλίο που θα µας κάνει όλους να πιστέψουμε πραγματικά ότι μπορεί σήμερα η φωνή ενός και µόνο ανθρώπου να εμπνεύσει και να αλλάξει ολόκληρο τον κόσμο.

 

Μπορείτε να δανειστείτε το βιβλίο "Με λένε Μαλάλα" απο τη σχολική βιβλιοθήκη

 

Και φτιάξαμε εφημερίδα... 

 

 

Έκτακτο Παράρτημα Χριστουγεννιάτικης Εφημερίδας από τη Λέσχη Ανάγνωσης 

του 2ου Γυμνασίου Αιγίου

 

Ο Μολυβένιος Στρατιώτης «πρωταγωνιστεί» και στις εφημερίδες

 

Μετά την επίσκεψη του Μολυβένιου Στρατιώτη και της Μπαλαρίνας του στο ΕΚΑΜΕ, η Λέσχη Ανάγνωσης του 2ου Γυμνασίου Αιγίου εξέπληξε για άλλη μια φορά ευχάριστα: Οι μαθητές που συμμετέχουν στη Λέσχη λειτουργώντας ως δημοσιογράφοι της φαντασίας και του μυστηρίου, δημιούργησαν μια ειδική έκδοση εφημερίδας για τον Μολυβένιο Στρατιώτη. Πρόκειται για τη χριστουγεννιάτικη εφημερίδα της Λέσχης που είναι αφιερωμένη αποκλειστικά στην ιστορία του διάσημου ήρωα του παραμυθιού. Η εφημερίδα είναι προσαρμοσμένη στις ανάγκες μιας κανονικής έκδοσης: Με αστυνομικά νέα, ρεπορτάζ, δελτίο καιρού, αθλητικά, κοινωνικά γεγονότα ακόμα και μικρές αγγελίες, όλα όμως με πρωταγωνιστή τον αξιαγάπητο Στρατιώτη και την Μπαλαρίνα του.

Η έκδοση που ετοιμάστηκε με πολύ κέφι και δημιουργική φαντασία από τους μαθητές της Λέσχης είχε την επιμέλεια της φιλολόγου του σχολείου και υπεύθυνης της Λέσχης Ανάγνωσης, Ελένης Παναγιωτοπούλου.

Η εφημερίδα «πρωτοκυκλοφόρησε» στα εγκαίνια του Χριστουγεννιάτικου Πάρκου του Δήμου Αιγιαλείας στα Υψηλά Αλώνια και άφησε τις καλύτερες εντυπώσεις. Την μοίραζε μάλιστα αυτοπροσώπως ο Μολυβένιος Στρατιώτης!

Οφείλουμε ένα μεγάλο «ευχαριστώ» στην κ. Σία Σανδραβέλη από την εφημερίδα «Ημερήσιος της Αχαΐας» για την βοήθειά της στο «στήσιμο» της εφημερίδας.

 

Διαβάστε την εφημερίδα μας

ΣΕΛΙΔΑ 1 ΧΩΡΙΣ ΦΟΝΤΟ.pdf (385214)

ΣΕΛΙΔΑ 2 ΧΩΡΙΣ ΦΟΝΤΟ.pdf (321199)

 

Ποιος πήρε το φετινό Νόμπελ Λογοτεχνίας;

Η λέσχη ανάγνωσης "Τα βιβλία πάνε σινεμά" με χαρά σας πληροφορεί για την έναρξη των προβολών της "Κινηματογραφικής Λέσχης Αιγίου" τη Δευτέρα 7 Νοεμβρίου 2016 στο κινηματοθέατρο Απόλλων

 

 

Θεατής Vs Αναγνώστης

 

Παρουσιαστής: Μια εικόνα χίλιες λέξεις… μα μια λέξη χίλιες εικόνες…

Το σημερινό μας θέμα; Ταινία ή βιβλίο; Τι προτιμάτε;

Θεατής: Μα φυσικά ταινία! Ο κινηματογράφος, η 7η τέχνη που με μια μόνο εικόνα ξεσηκώνει χιλιάδες συναισθήματα. Είμαι λάτρης του σινεμά από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου. Έχει παίξει σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση του χαρακτήρα μου. Μου έχει χαρίσει γνώσεις, συγκινήσεις και διασκέδαση.

Αναγνώστης: Μα φυσικά βιβλίο! Μια μόνο λέξη σου δημιουργεί χιλιάδες σκέψεις. Το κάθε βιβλίο είναι ξεχωριστό, μαγικό. Σε ταξιδεύει σε άλλους κόσμους. Σου προσφέρει την ευχαρίστηση να το κρατάς, να το μυρίζεις και να το ξεφυλλίζεις. Το αγαπάς σαν να είναι κομμάτι του εαυτού σου. Ένα βιβλίο σου δίνει γνώση, ιδέες και συντροφιά.

Θεατής: Μια ταινία μετατρέπει τις 200 σελίδες ενός βιβλίου σε απόλαυση δύο ωρών. Μπορείς να μοιραστείς μια ταινία με την παρέα σου ή με την οικογένειά σου. Έτσι  διασκεδάζεις και ταυτόχρονα κοινωνικοποιείσαι και δεν απομονώνεσαι.

Αναγνώστης: ένα βιβλίο σου κρατάει συντροφιά ατέλειωτες ώρες. Έτσι η απόλαυση διαρκεί περισσότερο. Αρκεί να μην σου λείπει η υπομονή για να ακολουθήσεις τη ροή των γεγονότων. Η ανάγνωση ενός βιβλίου δεν σημαίνει απομόνωση. Ο άνθρωπος κάποιες φορές έχει την ανάγκη να περνάει χρόνο με τον εαυτό του. Έτσι του δίνεται η ευκαιρία να ξεφύγει από τα άγχη της ημέρας.

Θεατής: Μια ταινία προσφέρεται σε ένα πιο ευρύ κοινό από ότι ένα βιβλίο. Είναι πιο εύκολη στην κατανόηση και την παρακολούθηση από κάποιες ηλικίες. Οι χαρακτήρες είναι εκεί για να σε βοηθήσουν να ακολουθήσεις την πλοκή.

Αναγνώστης: ένα βιβλίο δεν περιορίζει τη φαντασία σου. Φτιάχνεις ο ίδιος τις σκηνές και τους χαρακτήρες, αφού το κάθε βιβλίο έχει τις δικές του λεπτομέρειες.

Δήμητρα

 

Ο κόσμος των βιβλίων, για μένα, είναι ένα θαυμάσιο μέρος όπου μπορώ να περνάω τον ελεύθερο χρόνο μου δημιουργικά. Αυτό τον κόσμο τον έχω γνωρίσει από μικρή και πιστεύω πως είμαι πολύ τυχερή.

Καθώς μεγάλωνα, γνώρισα και έναν άλλο κόσμο, τον κόσμο του κινηματογράφου. Μου άρεσε και αυτός μα δεν με ενθουσίασε όσο ο κόσμος των βιβλίων.

Πιστεύω πως τα βιβλία δεν σε διασκεδάζουν μόνο αλλά σε βοηθούν να αναπτύξεις τη φαντασία σου μα και να γνωρίσεις διάφορους τόπους, έθιμα και παραδόσεις άλλων χωρών. Από την άλλη πλευρά σε μια ταινία μπορούν να δραματοποιηθούν τα πράγματα και να παραποιηθεί το βιβλίο. Κάτι ακόμα που πιστεύω ως αναγνώστρια είναι ότι μια ταινία σου παίρνει λίγο χρόνο για να τη δεις ενώ το βιβλίο μπορεί να σου πάρει αρκετές μέρες με αποτέλεσμα να καλύψει δημιουργικά περισσότερο χρόνο.

Θα δω πολλές ταινίες ακόμα αλλά ποτέ δεν θα σταματήσω να διαβάζω βιβλία.

Μαριλέτα

 

Προτιμώ να είμαι αναγνώστης, όταν διαβάζεις ένα βιβλίο μπορείς να φανταστείς πώς είναι ο κάθε χαρακτήρας, το περιβάλλον και οι χώροι στους οποίους αναπτύσσεται η δράση. Αντίθετα στην ταινία βλέπεις τι έχει φανταστεί ο σκηνοθέτης. Επίσης, συνήθως στο βιβλίο υπάρχουν περισσότερα γεγονότα από ό,τι στην ταινία. Επομένως γνωρίζεις καλύτερα τους ήρωες. Τέλος, με το βιβλίο έχεις πιο έντονη την αίσθηση ότι παίρνεις κι εσύ μέρος στην ιστορία.

Μαρία Π.

 

Θεωρώ ότι ο αναγνώστης υπερτερεί σε σχέση με το θεατή. Ο αναγνώστης έχει τη δυνατότητα να δημιουργεί μόνος του τις εικόνες που θέλει να δει χωρίς να συμβιβάζεται με το έτοιμο που του παρέχεται. Στα βιβλία τον αναγνώστη τον κερδίζει ο ήρωας μέσω των συναισθημάτων του, των σκέψεων και των λόγων του, σε αντίθεση με την ταινία που ο πρωταγωνιστής σε κερδίζει κυρίως με την εμφάνισή του. Ένα ακόμα πλεονέκτημα του αναγνώστη είναι ότι μπορεί να εκφράζεται πιο καλά επειδή στα βιβλία είναι μεγαλύτερη η ποικιλία των λέξεων. Το βασικότερο όμως είναι ότι το βιβλίο είναι μοναδικό ενώ υπάρχουν πολλές ταινίες που το αποδίδουν οι οποίες τις περισσότερες φορές υστερούν έναντι του βιβλίου.

Βασιλική

 

Προτιμώ να είμαι αναγνώστρια. Γιατί στο βιβλίο για να περιγραφεί ένα συναίσθημα μπορεί να χρειαστούν και πέντε σελίδες ενώ στην ταινία μπορεί να μην περιγραφεί καν. Στο βιβλίο είσαι συνεχώς περίεργος για το τι θα γίνει παρακάτω ενώ στην ταινία τα πράγματα εξελίσσονται πολύ γρήγορα. Όταν διαβάζεις ένα βιβλίο, μπορείς να ντυθείς όπως θέλεις και να κάτσεις όπου και όπως θέλεις ενώ στο σινεμά πρέπει να ντυθείς καλά και να κάτσεις έτσι ώστε να μην εμποδίζεις αυτόν που κάθεται πίσω σου. Γι’ αυτό προτιμώ τα βιβλία γιατί μπορείς να είσαι ελεύθερος και απλά να διαβάζεις!

Αντονέτα

 

Κατά τη γνώμη μου, το βιβλίο υπερτερεί σε σχέση με τις ταινίες. Χάρη σ’ αυτό μπορούμε να καλλιεργήσουμε τη φαντασία μας. Οι εικόνες που μπορούμε να δημιουργήσουμε είναι καλύτερες από τις ταινίες. Επίσης, παίζει σημαντικό ρόλο στον εμπλουτισμό του λεξιλογίου μας και μας βοηθάει να γράφουμε καλύτερα. Δεν μπορείς να είσαι παθητικός αναγνώστης. Είτε θα είσαι πραγματικά εκεί ή όχι. Έπειτα, στο βιβλίο ταυτίζεσαι με τους χαρακτήρες αφού διαβάζεις τις σκέψεις και τις περιπέτειές τους ενώ στην ταινία δεν υπάρχει οικειότητα και μόνο θαυμάζεις τους ήρωες. Κάτι εξίσου σημαντικό είναι πως το κάθε βιβλίο σε διδάσκει, κατανοείς σε βάθος τα μηνύματά του. Βέβαια, και οι ταινίες προβάλλουν μηνύματα αλλά μόνο τα εντοπίζεις και δεν τα λαμβάνεις ως μαθήματα ζωής. Τέλος, πιστεύω πως ο συγγραφέας εκφράζεται καλύτερα μέσω του βιβλίου και πολλές φορές οι ταινίες παραποιούν τα γεγονότα για να τραβήξουν το ενδιαφέρον.

Μαριάννα

 

Πολλά είναι τα πλεονεκτήματα του διαβάσματος:

Βελτιώνεται η αναγνωστική ικανότητα και οι δεξιότητες ακρόασης

Τα παιδιά μαθαίνουν να κάθονται ήσυχα και να συγκεντρώνονται

Βελτιώνεται η ικανότητα κατανόησης των γεγονότων

Τα παιδιά νιώθουν μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση επειδή ξέρουν ότι τα νοιάζονται και τα αγαπάνε.

Βελτιώνονται οι επικοινωνιακές δεξιότητες με αποτέλεσμα τα παιδιά να δημιουργούν πιο εύκολα φιλίες

Βελτιώνεται η μάθηση σε όλα τα επίπεδα γιατί ο εγκέφαλος εξασκείται να λαμβάνει και να επεξεργάζεται νέες πληροφορίες

Ενθαρρύνεται και καλλιεργείται η φαντασία και η δημιουργικότητα

Βελτιώνεται το λεξιλόγιο καθώς ανακαλύπτονται νέες λέξεις

Ελπινίκη

 

Κατά τη γνώμη μου είναι καλύτερο να είσαι θεατής παρά αναγνώστης. Ο θεατής μπορεί να καταλάβει καλύτερα την ταινία παρά το βιβλίο που θα πρέπει να το ξαναδιαβάσει αν κάτι δεν έχει καταλάβει, πράγμα πολύ κουραστικό αν το βιβλίο έχει πολλές σελίδες. Την ταινία μπορούμε να πάμε να την δούμε με την παρέα μας ενώ το βιβλίο πρέπει να το διαβάσεις μόνος σου. Στην ταινία μπορείς να αφιερώσεις 2-3 ώρες ενώ το βιβλίο είναι πιο χρονοβόρο. Σίγουρα τα πλεονεκτήματα είναι πάρα πολλά και κυρίως η παρέα είναι καλύτερη από τη μοναχικότητα.

Μάρθα

 

Οι ταινίες είναι πιο γρήγορες, διασκεδαστικές και συνήθως δεν είναι βαρετές. Ξεχνάς πιο εύκολα τι λένε τα βιβλία, όχι όμως και όσα είδες στις ταινίες, που τις βλέπεις και μαζί με τους φίλους σου, κάτι που είναι πολύ ωραίο.

Φίλιππος

 

Προτιμώ να είμαι θεατής και όχι αναγνώστης διότι καθώς βλέπω την ταινία, τα συναισθήματά μου γίνονται πιο έντονα. Νιώθω αγωνία, θαυμασμό ή λύπη. Συμμετέχω με το νου μου στην εξέλιξη της υπόθεσης του έργου. Παρόλο που διαβάζοντας ένα βιβλίο καλλιεργείται η φαντασία σου, στο χώρο του κινηματογράφου η εναλλαγή εικόνας και ήχου μας συναρπάζουν. Αξιοσημείωτο επίσης είναι πως πολλές φορές οι σκηνοθέτες μιας ταινίας, που είναι βασισμένη σε ένα βιβλίο, διαφοροποιούν το σενάριό τους με αποτέλεσμα και οι δυο ομάδες (θεατές και αναγνώστες) να προβληματίζονται.

Ελένη

 

Η λέσχη ανάγνωσης προτείνει το βιβλίο του μήνα

Ο Αναστάσης, φοιτητής της Σχολής Καλών Τεχνών, έχει χάσει κάθε έμπνευση. Αποφασίζει λοιπόν να συμμετάσχει σε έναν ερασιτεχνικό φοιτητικό θίασο που θα δώσει παραστάσεις σε πολλές πόλεις -και στην Αλεξάνδρεια. Εκεί δε θέλει ν' ακολουθήσει, όμως η Ελένη, μια φοιτήτρια του Παιδαγωγικού Τμήματος, θα τον πείσει. Είναι που η παρέα της του αρέσει τόσο πολύ... Το ταξίδι αυτό, που είναι ταξίδι αναψυχής για τα άλλα μέλη του θιάσου, γίνεται για τον Αναστάση οδοιπορικό στα χνάρια των παππούδων του. Στην Αλεξάνδρεια τον περιμένουν καθοριστικές συναντήσεις, συγκλονιστικές αποκαλύψεις καλά κρυμμένων οικογενειακών μυστικών και απαντήσεις σε ερωτήματα που χρόνια έμειναν αναπάντητα. Ανακαλύπτοντας τις ρίζες του, ο Αναστάσης βρίσκει τα συστατικά εκείνα της ύπαρξής του που θα τον κάνουν δυνατό και θα του δώσουν έμπνευση για το μέλλον.

 

Μπορείτε να δανειστείτε το βιβλίο από τη σχολική βιβλιοθήκη

 

Σας θυμίζει κάτι ο τίτλος του βιβλίου;

 

Απολείπειν ο θεός Aντώνιον

Σαν έξαφνα, ώρα μεσάνυχτ’, ακουσθεί

αόρατος θίασος να περνά
με μουσικές εξαίσιες, με φωνές—
την τύχη σου που ενδίδει πια, τα έργα σου
που απέτυχαν, τα σχέδια της ζωής σου
που βγήκαν όλα πλάνες, μη ανωφέλετα θρηνήσεις.
Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,
αποχαιρέτα την, την Aλεξάνδρεια που φεύγει.
Προ πάντων να μη γελασθείς, μην πεις πως ήταν
ένα όνειρο, πως απατήθηκεν η ακοή σου·
μάταιες ελπίδες τέτοιες μην καταδεχθείς.
Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,
σαν που ταιριάζει σε που αξιώθηκες μια τέτοια πόλι,
πλησίασε σταθερά προς το παράθυρο,
κι άκουσε με συγκίνησιν, αλλ’ όχι
με των δειλών τα παρακάλια και παράπονα,
ως τελευταία απόλαυσι τους ήχους,
τα εξαίσια όργανα του μυστικού θιάσου,
κι αποχαιρέτα την, την Aλεξάνδρεια που χάνεις.

Κ. Π. Καβάφης 

 

 

Η σχέση μου με τη Λογοτεχνία

 

Από μικρή, η σχέση μου με τη Λογοτεχνία ήταν αρκετά καλή. Καθημερινά, η μαμά μου μού διάβαζε ένα παραμύθι ανάλογα με τα ενδιαφέροντά μου. Μεγαλώνοντας η σχέση μου με τα βιβλία εξελίσσεται. Κάθε βιβλίο που διαβάζω τώρα πια θέλω να το αναλύω και να ψάχνω στοιχεία για το συγγραφέα. Οι κοντινοί μου άνθρωποι συνηθίζουν να με φωνάζουν «βιβλιοφάγο» μιας και διαβάζω πάρα πολλά λογοτεχνικά βιβλία, όταν έχω ελεύθερο χρόνο. Αγαπημένη μου συλλογή είναι η «Κλασσική Λογοτεχνία» για παιδιά και πιο συγκεκριμένα η «Μαύρη Καλλονή» και οι «Μικρές κυρίες». Ιδιαίτερη προτίμηση όμως έχω στη συγγραφέα Άλκη Ζέη και στο έργο της «Το καπλάνι της βιτρίνας», το οποίο ενώ το έχω διαβάσει αρκετές φορές, πάντα το ξαναδιαβάζω με μεγάλη ευχαρίστηση. Θα ήθελα να είχα περισσότερο ελεύθερο χρόνο για να ασχολούμαι με κάτι που τόσο πολύ αγαπώ: το διάβασμα.

Μαριάννα

 

Το βιβλίο είναι για μένα κάτι απόλυτα ταυτισμένο με τη ζωή μου. Όσο θυμάμαι τον εαυτό μου, κάποιο βιβλίο συνοδεύει την καθημερινότητά μου. Στα μικρά μου χρόνια, πριν ακόμα πάω σχολείο, πριν αρχίσω να διαβάζω, ξεφύλλιζα τα βιβλία που συνήθως μου αγόραζε η μητέρα μου. Όλα τα παραμύθια του Ευγένιου Τριβιζά, όσα είχε γράψει ως τότε, είχαν περάσει και ξαναπεράσει από τα χέρια μου. Το αγαπημένο μου, μάλιστα, ήταν «Το παπάκι που δεν του άρεσαν τα ποδαράκια του» γιατί ήταν κίτρινα και ήθελε άλλο χρώμα ποδαράκια και τελικά τα κατάφερε αγοράζοντας ένα ζευγάρι μπλε βατραχοπέδιλα. Αργότερα, στο Δημοτικό, τα μυθιστορήματα της Ζωρζ Σαρή, της Πηνελόπης Δέλτα και της Άλκης Ζέη γέμιζαν τον ελεύθερο χρόνο μου με ιστορίες και περιπέτειες που με μετέφεραν σε άλλες εποχές, σ’ άλλες κοινωνίες. Εκεί γνώριζα ανθρώπους μικρούς και μεγάλους με διάφορα χαρακτηριστικά που ο καθένας κουβαλούσε τη δική του αλήθεια. Έτσι κάπως συνεχίζεται η ιστορία της σχέσης μου με το βιβλίο. Είναι μια σχέση αγάπης γι’ αυτό βρίσκεται πάντα δίπλα μου και περιμένει υπομονετικά να βρω χρόνο να ασχοληθώ μαζί του. Αλλά και εγώ πάντα καταφέρνω να ξεκλέβω λίγο χρόνο μέσα στην εβδομάδα για να απολαύσω τις όμορφες ιστορίες που μου αφηγείται.

Δήμητρα Κ.

 

Η πρώτη φορά που διάβασα ένα λογοτεχνικό βιβλίο ήταν όταν ήμουν οκτώ χρονών. Εντυπωσιάστηκα και έτσι άρχισα να διαβάζω όλο και πιο συχνά, όλο και περισσότερα βιβλία. Μέχρι σήμερα δεν έχω σταματήσει να διαβάζω και να μαθαίνω καινούρια πράγματα μέσα από τα βιβλία. Διαβάζοντας περνώ το χρόνο μου δημιουργικά και ευχάριστα. Δεν νομίζω πως κάποτε θα σταματήσω να διαβάζω λογοτεχνικά βιβλία.

Μαρία Ηλ.

 

Η σχέση μου με τη λογοτεχνία είναι αρκετά στενή. Η λογοτεχνία κάνει τους ανθρώπους πλούσιους. Πλουτίζει το λεξιλόγιό μας, βελτιώνει το λόγο μας και μας βοηθάει να έχουμε κριτική σκέψη. Αφιερώνω αρκετό χρόνο διαβάζοντας βιβλία γιατί με κάνουν να περνάω ευχάριστα και με ξεκουράζουν.

Μάρθα

 

Ξεκίνησα να διαβάζω βιβλία στην ηλικία των επτά ετών και απορώ με τον εαυτό μου που δεν άρχισα νωρίτερα. Κατά κύριο λόγο μου αρέσει να διαβάζω βιβλία περιπέτειας, αλλά αρκετά συχνά νιώθω και μια έλξη προς τους κλασικούς.

Διαβάζω βιβλία για διάφορους λόγους. Μέσα από αυτά μαθαίνω πράγματα που αγνοούσα. Με εκνευρίζουν τα κακογραμμένα βιβλία και αυτά που δεν έχουν συνοχή στη γραφή. Με τη Λογοτεχνία ως σχολικό μάθημα δεν έχουμε τις καλύτερες σχέσεις και αυτό επειδή είμαι πολύ επιλεκτική με αυτό που διαβάζω κι αν δεν με ικανοποιεί, το ξεπερνάω. Αυτό συμβαίνει με τα κείμενα του βιβλίου. Το αίσθημα που μου περνάει το διάβασμα είναι μοναδικό. Παρόλο που ξέρω ότι μόνη μου δεν είμαι αρκετή για τον κόσμο, το διάβασμα μου χαρίζει αυτή τη λύτρωση και νιώθω ότι είμαι παραπάνω από αρκετή για αυτόν.

Βασιλική

 

Τον θαυμαστό κόσμο της λογοτεχνίας με βοήθησε να ανακαλύψω η μαμά μου, που και η ίδια λατρεύει τα βιβλία. Η μητέρα μου μού αγόραζε και συνεχίζει να μου παίρνει βιβλία για να διαβάζω. Στην αρχή βέβαια, καθώς ήμουν αρκετά μικρή και πολλές φορές ήταν λίγο δύσκολο να τα κατανοήσω, μου τα διάβαζε αυτή και μου έλυνε τις απορίες μου. Μ’ αυτό τον τρόπο το διάβασμα γινόταν πιο εύκολο και ευχάριστο. Συνήθως μου τα διάβαζε το βράδυ για να αποκοιμηθώ ή το μεσημέρι μετά το σχολείο, όταν δεν είχα διαβάσματα.

Όμως, εδώ και πέντε χρόνια διαβάζω μόνη μου. Είναι ένας πολύ διασκεδαστικός τρόπος να περνάω τον ελεύθερο χρόνο μου. Καθώς όμως μεγαλώνω και τα μαθήματα και οι δραστηριότητες αυξάνονται, δεν προλαβαίνω να διαβάζω. Στις διακοπές όμως των Χριστουγέννων και του Πάσχα, καθώς και το καλοκαίρι, περνάω αρκετό χρόνο διαβάζοντας βιβλία. Μου αρέσει πολύ να κάθομαι μπροστά από το τζάκι τις κρύες μέρες του χειμώνα και τις βροχερές μέρες του καλοκαιριού διαβάζοντας.

Γενικά, έχω ασχοληθεί με πολλά βιβλία. Μου αρέσουν περισσότερο τα λογοτεχνικά που είναι περιπετειώδη καθώς μου τραβούν το ενδιαφέρον. Τα αγαπημένα μου βιβλία είναι: «Ο θησαυρός της Βαγίας» της Ζωρζ Σαρή, «Το καπλάνι της βιτρίνας» της Άλκης Ζέη, η «Τζέιν Έυρ» της Σαρλότ Μπροντέ, «Ο τελευταίος των Μοϊκανών» του Κούπερ, «Οι περιπέτειες του Τομ Σόγερ» του Μαρκ Τουαίν, «Η καλύβα του Μπαρμπα-Θωμά» της Στόου και «Με οικογένεια» του Ε. Μαλό.

Η Λογοτεχνία έχει γίνει κομμάτι της ζωής μου και θα συνεχίσω να διαβάζω όσα περισσότερα βιβλία μπορώ!

Μαριλέτα

 

 

Η λέσχη ανάγνωσης προτείνει το βιβλίο του μήνα

 

 

Η Ευγενία Φακίνου, στο νέο της μυθιστόρημα «Στο αυτί της αλεπούς» πλάθει την ελληνική πραγματικότητα του 20ου αιώνα, βάζοντας στο δραματουργικό της τσουκάλι από Συμιακούς σφουγγαράδες και τον Έφηβο των Αντικυθήρων, μέχρι το δουλεμπόριο των δυτών, τις φτωχογειτονιές της Δραπετσώνας, τη μικροαστική Κυψέλη και τον βομβαρδισμένο Πειραιά. Με όχημα τις ιστορίες τριών γυναικών, και την περιπέτεια μιας οικογένειας, η Φακίνου ξεδιπλώνει ένα πανόραμα του εικοστού αιώνα, από το 1900 μέχρι τις μέρες μας.
Γιατί ή μυθοποίηση της πραγματικότητας είναι, σε καιρούς χαλεπούς, το μόνο φάρμακο για να την αντέξουμε…

http://tospirto.net/book/new_releases/26414

 

Ελπίδα είναι τα παιδιά που παίζουν, η φύση που αναγεννάται, ο διπλανός μας που αγωνίζεται. Η ελπίδα κρύβεται στα μικρά καθημερινά πράγματα. Και πρέπει να την ψάχνουμε. Ευγενία Φακίνου

 

 

 

ΒΙΒΛΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ

 

Παραμύθι χωρίς όνομα, Πηνελόπη Δέλτα

Έτοιμος από καιρό, Βαγγέλης Ηλιόπουλος

Χωρίς την ειρήνη… τι; Αντώνης Δελώνης

Ο κόσμος της Σοφίας, Γιόστεγ Γκάαρντερ

Η Μόμο, Μίκαελ Έντε

Ο καλός στρατιώτης Σβέικ, Χάσεκ Γιάροσλαβ

Πολύχρωμες αφηγήσεις, Άντον Τσέχωφ

Έμμα, Τζέην Όστεν

Το κάλεσμα της άγριας φύσης, Τζακ Λόντον

Το θεώρημα του παπαγάλου, Ντένι Γκετζ

Ποιος σκότωσε το σκύλο τα μεσάνυχτα, Μαρκ Χάντον

Παπαλάνγκι, Έρικ Σόερμαν

Με λένε Μαλάλα, Malala Yousafzai

Η βαλίτσα της Χάνα, Λέβιν Κάρεν

Πώς ένα γιλέκο έκανε το γύρο του κόσμου, Korn Wolfrang

Τα πορτρέτα του Φαγιούμ, Σοφία Γιαλουράκη

Η Αλφαβήτα της εφηβείας, Μάγια Δεληβοριά

Κάποτε ο κυνηγός, Ελένη Σαραντίτη

Ο δρόμος για τον παράδεισο είναι μακρύς, Μαρούλα Κλιάφα

Αλλάζει πουκάμισο το φίδι, Κώστας Ακρίβος

 

ΗΜΑΣΤΑΝ ΚΑΙ ΕΜΕΙΣ ΕΚΕΙ

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Σε μια μεγάλη «γιορτή» πνευματικής δημιουργίας και καλλιτεχνικής έκφρασης εξελίχθηκε το 2ο (οκταήμερο) Μαθητικό Φεστιβάλ Πολιτισμού και Τέχνης 2016, που διοργάνωσε η Διεύθυνση Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Αχαΐας διά της Υπεύθυνης Πολιτιστικών Θεμάτων κ. Ισμήνης Καβαλλάρη σε συνεργασία με τον Πολιτιστικό Οργανισμό του Δήμου Πατρέων και την Εφορεία Αρχαιοτήτων Αχαΐας-Αρχαιολογικό Μουσείο Πατρών. Το 2ο Μαθητικό Φεστιβάλ Πολιτισμού 7 Τέχνης διεξήχθη υπό την αιγίδα του Διεθνούς Φεστιβάλ Πάτρας.

            Το 2ο Μαθητικό Φεστιβάλ Πολιτισμού & Τέχνης, που πραγματοποιήθηκε τις ημέρες 17, 18, 19, 20, 21, 22, 23, 24 Ιουνίου 2016, στο Αρχαιολογικό Μουσείο Πατρών, ξεπερνώντας κάθε προσδοκία σε συμμετοχές και ανταπόκριση από τον κόσμο, περιελάμβανε παράλληλες παρουσιάσεις πολιτιστικών προγραμμάτων σε 2 χώρους του Αρχαιολογικού Μουσείου Πατρών:

1)      Στον αύλειο χώρο του μουσείου, σε υπαίθρια θεατρική σκηνή:

θεατρικές παραστάσεις, μουσικοχορευτικά δρώμενα και ψηφιακές ερευνητικές παρουσιάσεις.

            500 μαθητές σχολείων δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης Αχαΐας και 100 εκπαιδευτικοί από 30 σχολεία εργάστηκαν συλλογικά και παρουσίασαν 40 πολιτιστικά προγράμματα σχολικών δραστηριοτήτων που εκπόνησαν ποιοτικά κατά το σχολικό έτος 2015-2016.

2)      Σε αίθουσα του μουσείου: Εκπαιδευτική έκθεση εφηβικής δημιουργικότητας.

400 μαθητές σχολείων δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης Αχαΐας και 70 εκπαιδευτικοί από 27 σχολεία παρουσίασαν 33 πολιτιστικά προγράμματα που περιελάμβαναν φωτογραφία, εικαστικές δημιουργίες, κόμικς, κατασκευές, δημιουργική γραφή ποίησης, κινηματογράφο, φιλαναγνωσία, σχολική εφημερίδα και περιοδικό, ερευνητικές εργασίες σε κοινωνικά θέματα, τεχνολογικές δημιουργίες.

Οι λέξεις που χαρακτήρισαν αυτή τη γιορτή είναι «Νιώθω», «Απολαμβάνω», «Εκφράζομαι», «Βιώνω», «Χαίρομαι», «Δημιουργώ». Όλοι, μαθητές – εκπαιδευτικοί – γονείς – επισκέπτες – τοπικοί φορείς, αισθανθήκαμε περήφανοι για τα σχολεία μας και τη δημιουργικότητά τους σε καιρούς δύσκολους, καθώς αναδείχθηκε η πολιτιστική και κοινωνική ταυτότητα του σχολείου.

Πολλά συγχαρητήρια αξίζουν στους/στις: Μαθητές/μαθήτριες που δημιούργησαν πολιτιστικά έργα, Υπεύθυνους/-ες εκπαιδευτικούς που υποστήριξαν με τον καλύτερο τρόπο τα παιδιά, Διευθυντές/ντριες των σχολείων που στήριξαν έμπρακτα τη συμμετοχή του σχολείου τους στο 2ο Μαθητικό Φεστιβάλ Πολιτισμού & Τέχνης και το άνοιγμα του σχολείου τους στην κοινωνία. Επίσης, θερμές ευχαριστίες στους 3.000 παρευρεθέντες στο μαθητικό φεστιβάλ:  Σε στελέχη της εκπαίδευσης, της Περιφέρειας, του Δήμου Πατρέων και Αιγιάλειας, εκπαιδευτικούς, γονείς, και γενικότερα στους επισκέπτες που τίμησαν με την παρουσία τους το 2ο μαθητικό Φεστιβάλ Πολιτισμού & Τέχνης, επιβραβεύοντας με το χειροκρότημα τις εθελοντικές πολιτιστικές δράσεις των μαθητών και των εκπαιδευτικών.

 

Το σχολείο μας συμμετείχε στο φεστιβάλ με το  Πολιτιστικό Πρόγραμμα: 

«Διαβάζουμε βιβλία για τα βιβλία», λέσχη ανάγνωσης και εργαστήρι δημιουργικής γραφής

 

Ένας σύντομος απολογισμός για τη λειτουργία της Λέσχης Ανάγνωσης τη σχολική χρονιά 2015-2016

 

Κατά τη διάρκεια της χρονιάς και στις συναντήσεις μας, διαβάσαμε βιβλία που είχαν ως θέμα τους βιβλία και βιβλιοθήκες, συγγραφείς και αναγνώστες. 

Συζητήσαμε γι’ αυτά, έγιναν πηγή έμπνευσής μας για εικαστικές δημιουργίες και χειροποίητες κατασκευές. 

Κάναμε απόπειρες δημιουργικής γραφής και γράψαμε παραμύθια. 

Παίξαμε παιχνίδια ρόλων. 

Επισκεφθήκαμε πραγματικά και εικονικά βιβλιοθήκες. 

Γνωρίσαμε συγγραφείς, τις χώρες και τις ουτοπίες τους. 

Μάθαμε για την ιστορία της τυπογραφίας και της βιβλιοδεσίας από το Γουτεμβέργιο ως το e-book, για απαγορευμένα βιβλία και τη λογοκρισία. 

Φωτογραφηθήκαμε αναζητώντας την ιδανική στάση για διάβασμα. 

Θαυμάσαμε και σχολιάσαμε έργα τέχνης με θέμα την ανάγνωση. 

Δημιουργήσαμε το δικό μας χώρο στην ιστοσελίδα του σχολείου μας. 

Γίναμε εθελοντές και δωρίσαμε βιβλία.

Διασκεδάσαμε, γελάσαμε, ήρθαμε πιο κοντά.

Αγαπήσαμε τα βιβλία λίγο περισσότερο.

 

ΕΝΤΥΠΩΣΕΙΣ ΜΑΘΗΤΩΝ ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΤΟΥΣ ΣΤΗ ΛΕΣΧΗ ΑΝΑΓΝΩΣΗΣ ΤΗ ΣΧΟΛΙΚΗ ΧΡΟΝΙΑ 2015-16

 

Η χρονιά που πέρασα στη λέσχη ανάγνωσης ήταν δημιουργική, ευχάριστη και εποικοδομητική. Έμαθα πολλά πράγματα για τη Λογοτεχνία, διάβασα πολύ ωραία βιβλία και έκανα νέους φίλους. Ήταν μια αξέχαστη εμπειρία!!!

Μαρία Πρίντζιου

 

Φέτος στη λέσχη ανάγνωσης πέρασα πολύ ωραία. Κάναμε ευχάριστες δραστηριότητες και ασχοληθήκαμε με γνωστούς συγγραφείς και βιβλία, κάτι που με παρότρυνε να διαβάζω και εγώ περισσότερα βιβλία.

Σοφία Φίλη

 

Συμμετείχα για δεύτερη φορά στη λέσχη ανάγνωσης του σχολείου μας και βίωσα πάλι μια μοναδική και δημιουργική εμπειρία. Πιστεύω ότι αυτό που με παρακίνησε να μπω στη λέσχη φέτος ήταν το πρωτότυπο θέμα της. Έτσι, διάβασα πολύ ωραία βιβλία, που ουσιαστικά μιλούσαν για τα βιβλία, μέσα από την έξυπνη υπόθεση και πλοκή τους. Είτε διάβαζα για έναν άνθρωπο που μπορούσε με τη δύναμη της φωνής του να σαγηνεύσει ήρωες βιβλίων και να τους μεταφέρει στον κόσμο μας, είτε για έναν δύστυχο αναγνώστη που προσπαθούσε να δραπετεύσει από την ατελείωτη βιβλιοθήκη ενός πολύ παράξενου βιβλιοθηκάριου, πάντα έκλεινα το βιβλίο με την αίσθηση πως μου είχαν χαρίσει αξέχαστες στιγμές απόλαυσης και φαντασίας. Τα βιβλία με ώθησαν επίσης στο να κατασκευάσω πράγματα που ποτέ δεν φανταζόμουν και στο να γίνω κατά κάποιον τρόπο κι εγώ συγγραφέας και να γράψω τα δικά μου κείμενα. Από όλες τις απόψεις, η λέσχη ανάγνωσης μου άφησε τις καλύτερες εντυπώσεις!!!

Λάμπρος Πρίντζιος

 

Τη φετινή χρονιά, είχα την τιμή να είμαι μέλος της Λέσχης Ανάγνωσης του σχολείου μας. Εκεί, με υπεύθυνη την κ. Παναγιωτοπούλου, γίναμε όλοι μια ομάδα. Περνούσαμε την ώρα μας είτε κάνοντας πολλά δημιουργικά πράγματα είτε μαθαίνοντας κάτι καινούριο. Μακάρι να είμαι μέλος της Λέσχης και στις επόμενες τάξεις του Γυμνασίου.

Μαρία Ηλιοπούλου

 

Η πρώτη μου χρονιά στη λέσχη ανάγνωσης ήταν απίστευτη! Παρόλο που διάβασα λίγα βιβλία μου άρεσε πολύ. Φωτογραφηθήκαμε, παίξαμε, μάθαμε ενδιαφέροντα πράγματα και όλα αυτά με γέλιο και χαρά μαζί με μια καταπληκτική καθηγήτρια, την κ. Παναγιωτοπούλου!

Αντονέτα Λέκαϊ

 

Η φετινή χρονιά ήταν η καλύτερη των τριών γυμνασιακών μου χρόνων. Ένα από τα πράγματα που την έκαναν ξεχωριστή ήταν η συμμετοχή μου στη λέσχη ανάγνωσης. Κάναμε πολλά πράγματα, αλλά το κυριότερο είναι ότι γίναμε καλύτεροι μέσα από τα βιβλία και τον εθελοντισμό. Χαρίσαμε χαμόγελα σε πολλά παιδιά και γελάσαμε και οι ίδιοι. Όσο μακριά κι αν πάω, δεν θα ξεχάσω ποτέ τη λέσχη και την κ. Παναγιωτοπούλου, που κατάφερνε πάντα να μας έχει σε εγρήγορση συνδυάζοντας τη μάθηση με τη διασκέδαση παρά την πολυάσχολη καθημερινότητά της. Όσα χρόνια κι αν περάσουν δεν θα ξεχάσω κανένα από τα μέλη της λέσχης.

Κατερίνα Δρόλια

 

Η εμπειρία μου από τη λέσχη ανάγνωσης ήταν αρκετά καλή. Έμαθα να έχω περισσότερο ενδιαφέρον, να διαβάζω περισσότερα βιβλία και να τα αγαπώ πιο πολύ γιατί μου ανοίγουν τη φαντασία.

Ιωάννα Νικολακοπούλου

 

Είναι η πρώτη φορά που συμμετείχα σε μια λέσχη ανάγνωσης και ομολογώ ότι πέρασα πολύ ωραία. Κάναμε ωραίες δραστηριότητες με πολλή διάθεση:

Αναστασία Ευαγγελία Νικολακοπούλου

 

Στη λέσχη φέτος περάσαμε πολύ καλά. Γελάσαμε, παίξαμε, διαβάσαμε βιβλία, γνωρίσαμε καινούρια άτομα, δεθήκαμε μεταξύ μας και κάναμε εθελοντικές δράσεις.

Ηλίας Νικολακόπουλος

 

Πάει και φέτος αυτή η χρονιά! Πέρασε σαν σίφουνας και μαζί με αυτήν τέλειωσε και η πρώτη μου χρονιά στη λέσχη φιλαναγνωσίας. Μάζεψα πολλές εμπειρίες μέσα από τις οποίες πήρα πολλές καινούριες και ενδιαφέρουσες γνώσεις. Αυτό το πρόγραμμα μου έδωσε τη δυνατότητα να μπω στον κόσμο του βιβλίου και να καταλάβω πως κάθε ανάγνωση, ακόμα και η αίσθηση αφής του χαρτιού είναι μοναδική. Είχα τη δυνατότητα να γνωρίσω κάποια στοιχεία από τις ζωές περίφημων συγγραφέων. Τέλος κατάφερα να μοιραστώ την αγαπημένη μου ασχολία με κάποια άλλα παιδιά. Οι στιγμές ήταν υπέροχες και πραγματικά χάρηκα που μπορέσαμε να υλοποιήσουμε αυτήν μας την επιθυμία. Ευχαριστώ την κυρία μου, που μου πρόσφερε αυτές τις αξέχαστες στιγμές και τους συμμαθητές μου για την ζεστασιά που με περιέβαλλαν κατά την είσοδό μου στη μικρή μας ομάδα.

Καλό καλοκαίρι!

Αγγελική Παναγοπούλου

 

Φέτος στη λέσχη έμαθα ιδιαίτερα και διαφορετικά πράγματα. Γνώρισα καινούριους συγγραφείς και διάβασα διάφορα είδη βιβλίων.

Βασιλική Φραγκούλη

 

Στη λέσχη ανάγνωσης, που πήγα φέτος για πρώτη φορά, μου άρεσε που περίπου δεκαπέντε άτομα δουλεύαμε μαζί σαν ομάδα. Η καλύτερη μέρα στη λέσχη ήταν εκείνη που βγάζαμε φωτογραφίες σε διάφορες στάσεις με τα βιβλία μας. Επίσης μου άρεσε να ζωγραφίζω κάτι από όσα κάναμε κάθε φορά. Αν του χρόνου λειτουργήσει η λέσχη, θα ξαναπάω σίγουρα

Πέτρος Τατάζη

 

Φέτος στη λέσχη ανάγνωσης περάσαμε πολύ όμορφα. Διαβάσαμε βιβλία και τα παρουσιάσαμε και στους άλλους και κάναμε διάφορες εργασίες. Ιδιαίτερα μου άρεσε που βγάζαμε φωτογραφίες με τα βιβλία κάνοντας διάφορες κινήσεις ώστε οι φωτογραφίες να είναι ωραίες, αλλά και πολύ αστείες. Η πιο ωραία για μένα ήταν εκείνη που υποτίθεται θα κάναμε σουτ το βιβλίο. Αυτές ήταν οι εντυπώσεις μου και του χρόνου πιστεύω να αποκτήσω περισσότερες κάνοντας και άλλα πράγματα.

Σωτήρης Σωτηρόπουλος

 

Στη λέσχη μου άρεσε που είχα φίλους και κάναμε πλάκες και η τελική παρουσίαση. Ήταν μια διασκεδαστική εμπειρία και θα πάω και του χρόνου.

Φίλιππος Γαρταγάνης

 

Από την αρχή της χρονιάς, μόλις έμαθα ότι υπάρχει λέσχη ανάγνωσης στο σχολείο μου, ενθουσιάστηκα γιατί από μικρή μου άρεσαν τα βιβλία. Έτσι έγινα μέλος της λέσχης, όπου διαβάζαμε βιβλία, τα σχολιάζαμε, συζητούσαμε πολύ γι’ αυτά με σκοπό όσα βιβλία δανειζόμαστε για να διαβάσουμε, να περάσουν από τα χέρια όλων των μελών. Μου άρεσε πολύ που επισκεφθήκαμε το «Χαμόγελο του παιδιού», παίξαμε και γίναμε φίλοι με τα μικρά παιδιά. Δεν θα ξεχάσω ποτέ όλες αυτές τις Τρίτες στη βιβλιοθήκη.

Νεφέλη Καρβέλα

 

Η εμπειρία μου από την πρώτη χρονιά που συμμετείχα στη Λέσχη Ανάγνωσης του σχολείου μου ήταν ιδιαίτερα ξεχωριστή. Γνώρισα καινούρια παιδιά από το σχολείο μου με τα οποία έχουμε ένα κοινό: την αγάπη μας για τα βιβλία. Η αγάπη αυτή, όμως, διαφέρει από παιδί σε παιδί. Ο καθένας μας αγαπάει τα βιβλία με το δικό του μοναδικό τρόπο. Άκουσα διαφορετικές ιδέες και απόψεις σε πολλά θέματα. Επίσης γνώρισα καινούριους συγγραφείς και βιβλία. Τέλος μου άρεσαν οι δράσεις όπως η επίσκεψή μας στο χαμόγελο του παιδιού κατά τη διάρκεια της οποίας προσπαθήσαμε να μεταδώσουμε την αγάπη μας για τα βιβλία στα μικρά παιδιά.

Δήμητρα Νικολοπούλου

 

Αν και ξεκίνησα να πηγαίνω στη λέσχη τον Δεκέμβριο, μετά από παρότρυνση της «κολλητής» μου, προσαρμόστηκα γρήγορα γιατί αμέσως συμμετείχα σε μια επίσκεψη στο «Χαμόγελο του παιδιού». Κάναμε τα μικρά παιδιά χαρούμενα με το μαγικό κουτί, γεμάτο δώρα-βιβλία, που τους χαρίσαμε και τα παραμύθια, που τους αφηγηθήκαμε. Πιο πλούσιοι γίναμε και εμείς με την προσφορά μας.

Χωρίς να το καταλάβουμε κύλησε ο χρόνος με τις συναντήσεις μας και έφτασε ο Μάιος και οι εξετάσεις. Καθώς η λέσχη τελείωνε τις εργασίες της, μερικά παιδιά στενοχωρηθήκαμε γιατί κάποια μέλη θα έφευγαν οριστικά, αφού φοιτούσαν στην Γ’ τάξη. Ελπίζω του χρόνου να συνεχίσουμε με τους νέους μαθητές που θα έρθουν στο σχολείο.

Φανή Μητροπούλου

 

Η λέσχη για μένα αποτέλεσε μια όμορφη εμπειρία. Γνώρισα καλύτερα τον κόσμο του βιβλίου. Ήμασταν μια ομάδα παιδιών κυρίως της Α’ και της Β’ τάξης, που με την κυρία Παναγιωτοπούλου αναλύαμε λογοτεχνικά κείμενα και κάναμε σχετικές δραστηριότητες. Ήταν ώρες ευχάριστες για μένα: αγάπησα το βιβλίο και την ανάγνωση, εμπλούτισα τις γνώσεις μου. Επίσης, πράγμα πρωτόγνωρο για μένα, διάβασα τρία λογοτεχνικά βιβλία.

Ευχαριστώ την καθηγήτριά μου και τους συμμαθητές μου. Τα λέμε του χρόνου.

Καλό καλοκαίρι.

Θανάσης Γκοτσόπουλος 

Φόρος τιμής...

 

Ουμπέρτο Έκο: Η βιβλιοφιλία είναι μια συναρπαστική περιπέτεια

 

Βιβλιοδρόμιο, Σάββατο, 24 Νοεμβρίου
 

"Μα, διάβασες όλα αυτά τα βιβλία;" 

 

Γράφει ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης

 

Kανείς βιβλιόφιλος, βιβλιομανής ή απλός αναγνώστης δεν μπορεί να αισθάνεται επαρκής όσο υπάρχει ο Ουμπέρτο Έκο. Μυθιστοριογράφος, δοκιμιογράφος, ακαδημαϊκός, συγγραφέας παιδικών βιβλίων, καθηγητής Σημειολογίας στο Πανεπιστήμιο της Μπολόνιας είναι μερικοί από τους τίτλους που επωμίζεται.

Και το έργο του: μυθιστορήματα πετυχημένα, δοκίμια που εξαντλούν κάθε άποψη της σύγχρονης κουλτούρας και όπου η γλώσσα, τα σύμβολα, οι αναφορές του δημιουργούν ένα πλέγμα παρεμβάσεων, αινιγμάτων, αφηγηματικών επινοήσεων.

Ο Ουμπέρτο Έκο δεν σπούδασε μέσα από τα βιβλία· υπήρξε ανάμεσά τους, υλοποιώντας τις φαντασιώσεις του Μπόρχες και τις διδαχές του Καλβίνο, επεκτείνοντας την Βιβλιοθήκη του Σύμπαντος.

Στις Αναμνήσεις επί χάρτου συγκεντρώνει μικρά, πολύτιμα κείμενα που διερμηνεύουν αυτή την πλευρά του: του μανιακού βιβλιόφιλου, του Αρχιερέα της λατρείας του βιβλίου σε μια εποχή που μεταλλάσσεται η έντυπη μορφή του. Πρόκειται για μια συλλογή από διαλέξεις που έδωσε σε Εθνικές Βιβλιοθήκες, ομιλίες σε Εκθέσεις Παλαιού Βιβλίου, εισαγωγές που συμπεριλαμβάνονται σε αυτόνομα τομίδια διαφορετικών εκδόσεων όπως αλμανάκ βιβλιόφιλων και καλύπτουν χρονικά το διάστημα από τις αρχές της δεκαετίας του ΄90 μέχρι τις μέρες μας.
1 Στο πρώτο μέρος, « Περί βιβλιοφιλίας» , αναπτύσσει τη θεωρία της φυτικής μνήμης, ενός τύπου μνήμης που οφείλεται στην επινόηση της γραφής και της επέτρεψε να προσωποποιηθεί. Το διάβασμα αποτελεί μια σωματική λειτουργία καθώς πνεύμα και σώμα προσαρμόζονται ως προς τον ρυθμό της ανάγνωσης. Αναπτύσσονται ακόμη οι έννοιες του βιβλιόφιλου, που αγαπάει τα βιβλία αλλά όχι κατ’ ανάγκη και το περιεχόμενο τους, του βιβλιομανούς, που κρατά ζηλότυπα το συλλεκτικό του πάθος κρυφό, της βιβλιοκλοπής, της βιβλιοκλασίας όπου κινδυνεύουν τα βιβλία από τον φονταμενταλισμό και την πυρά. Ο χειρότερος εχθρός του Έκο είναι εκείνος που θα τολμήσει να τον ρωτήσει «Διάβασες όλα αυτά τα βιβλία;», καθώς θα περιέρχεται μπροστά από τους σαράντα χιλιάδες τόμους της βιβλιοθήκης του. Αυτός ο άσχετος μάλλον αγνοεί ότι η βιβλιοθήκη δεν είναι απλώς ο χώρος της προσωπικής μνήμης, αλλά της καθολικής.
2 Στο δεύτερο μέρος, « Ηistorica», επικεντρώνεται σε σπάνιες εκδόσεις βιβλίων, στην αισθητική και στα κριτήρια του κάλλους που διέπουν τις μικρογραφίες. Σκύβει συγκινημένος πάνω από μινιατούρες του Μεσαίωνα προτείνοντας τρόπους ανάγνωσης και προσέγγισης των αριστουργημάτων. Μας ξεναγεί σε δυσπρόσιτα ράφια για να δούμε τα «Νησολόγια», τα έργα του Αθανάσιου Κίρχερ, με τις αποκρυπτογραφικές θεωρίες του, τις χειροποίητες Ρatrologie του αβά Μιν, που οι τόμοι τους θα γέμιζαν δυο σπίτια, με αποκορύφωμα την «υπόθεση Χανάου του 1609» με τις αινιγματικές απεικονίσεις του Αmphitheatrum και τη δραματική αναζήτηση του χαμένου πρότυπου. 

3 Στο ξεκαρδιστικό τρίτο μέρος, «Τρελοί Λογοτέχνες και Επιστήμονες», εκτίθενται όλες οι παρεκτροπές των ανθρώπων που εντρύφησαν στα βιβλία, λίστες διάσημων ανθρώπων και συγγραφέων που ξυλοκοπήθηκαν, παλαβοί λογοτέχνες, τρελοί αναγνώστες που δημιούργησαν σέκτες εμπνευσμένοι από βιβλία, συγγραφείς της τέταρτης διάστασης (που εκδίδονται ιδίοις αναλώμασι), κάποιος Cetti που ξανάγραψε τους «Λογοδοσμένους» του Μanzoni, μειώνοντας το ένα τρίτο των συλλαβών για να το συντομέψει, ένα βιβλίο διακοσίων σελίδων που σχολιάζει σαράντα μόλις ποιητικούς στίχους.
4 Το βιβλίο του Έκο τελειώνει με τις «Ετεροτοπίες και Παραχαράξεις», προσωπικά δημιουργικά κείμενα που ουδόλως διαφέρουν από τις ιστορίες και τις παραδοξότητες των προηγούμενων δοκιμίων. Ο «Εσωτερικός μονόλογος ενός e-book» θυμίζει περιπέτεια του Τζόναθαν Σουίφτ στο ψηφιακό μέλλον, ενώ ο «Κώδικας Τemesvar», μέσα σε λίγες σελίδες, εξοστρακίζει τον «Κώδικα ντα Βίντσι» στη σκοτεινιά της αφέλειάς του. Αυτή είναι και η δύναμη του Ουμπέρτο Έκο: εκεί που άλλοι φτιάχνουν ξεθυμασμένους μάγους και αλχημιστές, αυτός προτείνει τη μαγεία της ανάγνωσης, τη σοφία των κειμένων, εμφυσώντας στα βιβλία ψυχή και ανθρώπινο πνεύμα.

 

Κοιτάζοντας αυτόν τον ιδιαίτερο, κατά τη γνώμη μου, πίνακα ζωγραφικής, μπορώ να τον ερμηνεύσω με πολλούς και διαφορετικούς τρόπους.

Το τοπίο μου δίνει την αφορμή να ξεφύγω από τα πλαίσια της λογικής και να το περιγράψω με βάση τη φαντασία μου. Απλώνεται μπροστά μου ένα θλιβερό και μουντό τοπίο. Δεν υπάρχει κανένα σημείο ζωής στη φύση. Τριγύρω δεν υπάρχει καθόλου πράσινο. Τα πάντα είναι ξερά. Ακόμα και τα φύλλα των δέντρων είναι πεσμένα στο έδαφος.

Παρατηρώντας την ανθρώπινη φιγούρα, σκέφτομαι χίλια δυο πράγματα για τους λόγους που έχουν φέρει τον άνδρα σε ένα τέτοιο μέρος. Βλέποντας την κλίση που έχει πάρει το κεφάλι του, μου δίνει την εντύπωση ότι σε όλη του τη ζωή είναι με ένα βιβλίο στο χέρι. Έτσι έχει υιοθετήσει, πλέον, αυτή τη στάση ακόμα κι όταν περπατάει. Ίσως, πάλι, συνδέοντας το συγκεκριμένο τοπίο με το μεγάλο, βαρύ βιβλίο που έχει στο κεφάλι του, να έχει τόσες πολλές γνώσεις και να ξέρει πράγματα «απαγορευμένα» και αυτό να τον έχει στενοχωρήσει ιδιαίτερα. Μια άλλη σκέψη μου είναι ότι μπορεί να διαβάζει κάποιο βιβλίο στο σπίτι του και έχει απορροφηθεί τόσο που έχει «μπει» στον κόσμο του βιβλίου και έχει μεταφερθεί σε ένα από τα τοπία του.

Αυτός ο πίνακας είναι παράξενος και όμορφος, αλλά μου προκαλεί θλίψη και λύπηση για τον εικονιζόμενο άνδρα.

Δήμητρα Νικολοπούλου

 

Είπαν για τα βιβλία

 

Επιλογή-μετάφραση: Μαρία Τσάκος

 

«Τόσα πολλά βιβλία, τόσο λίγος χρόνος».
― Frank Zappa

 

«Εκτός του σκύλου, το βιβλίο είναι ο καλύτερος φίλος του ανθρώπου. Εντός του σκύλου είναι θεοσκότεινα και άντε να διαβάσεις».
― Groucho Marx, The Essential Groucho: Writings For By And About Groucho Marx

 

« Καλοί φίλοι, καλά βιβλία και μια αποκοιμισμένη συνείδηση: αυτή είναι η ιδανική ζωή».
― Mark Twain

 

«Πάντοτε φανταζόμουν τον παράδεισο ως κάτι που μοιάζει με βιβλιοθήκη».
― Jorge Luis Borges

 

«Βρίσκω την τηλεόραση πολύ εκπαιδευτική: Κάθε φορά που κάποιος την ανοίγει, πάω σε άλλο δωμάτιο και διαβάζω».
― Groucho Marx


«Αν διαβάζεις μόνο τα βιβλία που διαβάζουν όλοι οι άλλοι, θα σκέφτεσαι και όπως σκέφτονται όλοι οι άλλοι».
― Haruki Murakami, Norwegian Wood

 

 «Δεν υπάρχει πιο αφοσιωμένος φίλος απ’ το βιβλίο».
― Ernest Hemingway

 

«Κλασικό είναι ένα βιβλίο που όλοι υμνούν μα κανείς δε διαβάζει».
― Mark Twain

 

«Τα βιβλία που ο κόσμος αποκαλεί ανήθικα είναι εκείνα που τον βάζουν να δει κατάματα τη ντροπή του».
― Oscar Wilde

 

«Μη διαβάζετε, όπως τα παιδιά, για διασκέδαση, ή με σκοπό τη μάθηση, όπως οι φιλόδοξοι άνθρωποι. Όχι, διαβάστε για να ζήσετε».
― Gustave Flaubert

 

«Υπάρχουν και χειρότερα εγκλήματα από το να καις βιβλία. Ένα από αυτά είναι το να μην τα διαβάζεις».
― Joseph Brodsky

 

«Από τη στιγμή που πήρα το βιβλίο σου στα χέρια μου ως την ώρα που το άφησα κάτω, χτυπιόμουν στα γέλια. Κάποια στιγμή σκοπεύω και να το διαβάσω».
― Groucho Marx

 

«Όσοι βρίσκουν άσχημα νοήματα σε όμορφα πράγματα είναι διεφθαρμένοι χωρίς να είναι γοητευτικοί. Αυτό είναι ελάττωμα. Αυτοί που βρίσκουν όμορφα νοήματα σε όμορφα πράγματα είναι οι καλλιεργημένοι. Γι’ αυτούς υπάρχει ελπίδα. Είναι οι εκλεκτοί στους οποίους τα όμορφα πράγματα σημαίνουν μόνο Ομορφιά. Δεν υπάρχουν ηθικά και ανήθικα βιβλία. Τα βιβλία είναι είτε καλογραμμένα είτε κακογραμμένα. Αυτό είναι όλο».
― Oscar Wilde, The Picture of Dorian Gray

 

«Κάνω πράγματα όπως το να μπω σ’ ένα ταξί και να πω: “Στη βιβλιοθήκη και κάνε γρήγορα”».
― David Foster Wallace, Infinite Jest 

 

«Αν καταλήξεις με κάποιον στο σπίτι του και δεις πως δεν έχει βιβλία, μην κοιμηθείς μαζί του».
― John Waters

 

«Υπάρχουν βιβλία των οποίων το εξώφυλλο και το οπισθόφυλλο είναι μακράν τα καλύτερα σημεία τους».
― Charles Dickens, Oliver Twist

 

«Τα πάντα στον κόσμο υπάρχουν για να καταλήξουν ως βιβλίο».
― Stéphane Mallarmé

 

«Ένα βιβλίο πρέπει να είναι το τσεκούρι που σπάζει την παγωμένη θάλασσα μέσα μας».
― Franz Kafka

 

«Αποκτώντας τη συνήθεια να διαβάζεις, χτίζεις για σένα τον ίδιο ένα καταφύγιο από όλες σχεδόν τις δυστυχίες της ζωής».
― W. Somerset Maugham, Books and You

 

«Χωρίς λέξεις, χωρίς τη συγγραφή και χωρίς τα βιβλία δε θα υπήρχε ιστορία, δε θα μπορούσε να υπάρχει και αντίληψη της ανθρωπότητας».
― Hermann Hesse

 

«Τα παραδοσιακά βιβλία απειλούνται από την ύπαρξη του Kindle όσο και οι απλές σκάλες από την ύπαρξη των κυλιόμενων».
― Stephen Fry

 

«Τα καλύτερα βιβλία… είναι εκείνα που σου λένε αυτό που ήδη γνωρίζεις
― George Orwell, 1984

 

http://dimartblog.com/2013/04/23/books-and-roses-sant-jordi-1/

 

 

 

 

Γιατί φτιάξαμε τη λέσχη ανάγνωσης;

Ίσως την απάντηση την πάρετε στο παρακάτω βίντεο

  www.youtube.com/watch?v=HGAmyrAaSKA

 

ή στο παρακάτω κείμενο

 

"Τα βιβλία αλλάζουν το πεπρωμένο των ανθρώπων. 

Κάποιοι διάβασαν τον Τίγρη της Μαλαισίας κι έγιναν καθηγητές λογοτεχνίας σε μακρινά πανεπιστήμια. 

Ο Σιντάρτα οδήγησε στον ινδουισμό δεκάδες χιλιάδες νέους, 

ο Χέμινγουεϊ τους έκανε αθλητές, 

ο Δουμάς αναστάτωσε τη ζωή χιλιάδων γυναικών 

και ουκ ολίγες σώθηκαν από την αυτοκτονία χάρη στα βιβλία μαγειρικής."  

"ΤΟ ΧΑΡΤΙΝΟ ΣΠΙΤΙ"  Κάρλος Μαρία Ντομίνγκες, εκδόσεις Πατάκη (σελίδα 11)

 

ή σ' αυτό το βίντεο www.youtube.com/watch?v=isrTkOWjLJU

Τι μπορείς να κάνεις με ένα βιβλίο;

Οι απαντήσεις εδώ: http://storybird.com/books/-13117/?token=mqqrk2bkjk

 

 

Τα μέλη της Λέσχης Ανάγνωσης:

Δρόλια Κατερίνα, Πρίντζιος Λάμπρος, Σακελλάρη Ηλιάννα, Φίλη Σοφία, 

Νικολακόπουλος Ηλίας, Νικολακοπούλου Αναστασία Ευαγγελία, 

Νικολακοπούλου Ιωάννα, Παναγοπούλου Αγγελική,  Πρίντζιου Μαρία,  

Φραγκούλη Βασιλική, Γαρταγάννης Φίλιππος, Γκοτσόπουλος Θάνος, 

Ηλιοπούλου Μαρία, Καρβέλα Νεφέλη, Κουφόπουλος Δήμήτρης, 

Λέκαϊ Αντονέτα, Μητροπούλου Φανή, Νικολοπούλου Δήμητρα, 

Σωτηρόπουλος Σωτήρης, Τατάζη Πέτρος

 

υπεύθυνη καθηγήτρια: η φιλόλογος Παναγιωτοπούλου Ελένη

 

 

 

Γιατί να διαβάζει λογοτεχνία ένα παιδί;

 

ΧΑΡΗΣ ΒΛΑΒΙΑΝΟΣ

 

Ένα κείμενο για όλα τα παιδιά!

Γιατί να θέλει να ταξιδέψει με το υποβρύχιο του Κάπταιν Νέμο 20.000 λεύγες κάτω από τη σκοτεινή, μαύρη θάλασσα, ή να διασχίσει με ποταμόπλοιο τον γεμάτο αλιγάτορες Μισσισσιππή παρέα με τον αναμαλλιασμένο και αθυρόστομο Τομ Σόγιερ;  

Γιατί να θέλει να πολεμήσει με τον Ιβανόη, ή τον Ντ’ Αρτανιάν εναντίον όλων των κακών, ύπουλων εχθρών του κόσμου;  

Γιατί να θέλει, όπως ο Πήτερ Παν να πετάξει στον ουρανό ή να πηδήξει με τη Μαίρη Πόππινς μέσα σε μια ζωγραφιά και να βρεθεί ξαφνικά στη χώρα του Ποτέ ή σ’ έναν υπέροχο κήπο με πιγκουίνους να του σερβίρουν παγωτό σοκολάτα; 

Γιατί να κοιμηθεί στη γλυκιά αγκαλιά μιας αρκούδας, όπως ο Μόγλης σε εκείνη του Μπαλού, ή ν’ ανάψει φωτιά στο στομάχι μιας φάλαινας, όπως έκανε ο ψευτάκος ο Πινόκιο; 

Γιατί να επιχειρήσει τον γύρο του κόσμου σε 80 ημέρες, ταξιδεύοντας σαν μικρός Φιλέας Φογκ, ακόμη και με αερόστατο, πάνω από επικίνδυνες, χιονισμένες βουνοκορφές;  

Γιατί να ακούσει τις συμβουλές ενός πάνθηρα, ενός γρύλλου ή μιας μικρής νεράιδας που ακούει στο παράξενο όνομα Τίνκερ Μπελ;  

Γιατί να θέλει να κονταροχτυπηθεί με ανεμόμυλους ή να καταδιώκει τον Μόμπυ Ντικ επί μήνες στις τρικυμισμένες θάλασσες;  

Γιατί να βγει βόλτα στο δάσος με επτά νάνους ή να κρυφθεί στο καμπαναριό μιας μεγάλης εκκλησίας μ’ έναν καλοκάγαθο καμπούρη, που οι φίλοι του, κάτι παράξενα πέτρινα ανθρωπάκια, τον φωνάζουν Κουασιμόδο;  

Γιατί να θέλει να φανταστεί ότι είναι ο Μικρός Πρίγκιπας, ο Σεβάχ ο θαλασσινός, ο Αλαντίν, η Σταχτοπούτα, ο Όλιβερ Τουίστ, ο Δον Κιχώτης, η Ποκαχόντας, η γοργόνα Άριελ, ο Χάρρυ Πότερ; Ότι μπορεί να συνομιλεί με αετούς, ιππόκαμπους, τίγρεις; Ακόμη και με φαντάσματα, ξωτικά και τζίνια; 

Γιατί να θέλει ν’ ανακαλύψει το μυστικό που κρύβει βαθιά μέσα του καθώς τα μάτια του τρέχουν πάνω στις λέξεις του βιβλίου; 

Ότι είναι ένα μοναδικό, υπέροχο παιδί, που όμοιό του δεν θα υπάρξει ποτέ ξανά. 

Που σ’ αυτόν τον νέο κόσμο που απλώνεται τώρα μπροστά του, όμορφο, 

μυστηριώδη αλλά κι επικίνδυνο, όλα όσα έχει φανταστεί και θελήσει μπορεί να συμβούν, φτάνει να έχει τη δύναμη να συνεχίζει, όταν τελειώσει το διάβασμα, να είναι ο εαυτός του.  

Που σημαίνει να δώσει κι αυτό μια μάχη, όπως όλοι οι ήρωες των βιβλίων του, εναντίον σε οτιδήποτε προσπαθεί να του αποδείξει ότι η ζωή είναι μια πληκτική, προβλέψιμη, πεζή ιστορία…

ΠΗΓΗ... http://pemptasteria.blogspot.gr

 

 

Ποτέ δεν είσαι μόνος με ένα βιβλίο κοντά σου.

Κάθε σελίδα μας θυμίζει μια μέρα του παρελθόντος, μας κάνει να ξαναζούμε τις συγκινήσεις που την είχαν γεμίσει. Ευτυχισμένες ώρες που γράφονται με κόκκινο μολύβι, δύσκολες ώρες που γράφονται με μαύρο…

Πού ήμουν εγώ τότε; Ποιος πρίγκιπας με αποκάλεσε φίλο του, ποιος ζητιάνος αδερφό του;…

 

Στη λογοτεχνία υπάρχουν πρόσωπα της φαντασίας στα οποία μπορεί να βρει κανείς ομοιότητες με εκατομμύρια ανθρώπους που δεν έχουν διαβάσει τα βιβλία όπου αυτά εμφανίζονται.

Στην Αγγλία υπάρχουν τρία: ο Σέρλοκ Χολμς, ο Ρωμαίος και ο Ροβινσόνας.

Στην Ισπανία δύο: ο Δον Κιχότης και ο Δον Ζουάν.

Στη Γαλλία ένα: ο Ντ’ Αρντανιάν.

 

Η λέσχη «Δουμάς» ή Η σκιά του Ρισελιέ, Αρτούρο Πέρεθ-Ρεβέρτε

 

Η Λέσχη Ανάγνωσης προτείνει το βιβλίο του μήνα

 

«Λάθος κύριε Νόιγκερ»

Λότη Πέτροβιτς - Ανδρουτσοπούλου

Γιατί ο χώρος δράσης είναι η Τράπεζα Αιγιαλείας 

Γιατί όλα συμβαίνουν την περίοδο των καλοκαιρινών διακοπών

Γιατί θίγεται το θέμα της ετερότητας

Γιατί ενισχύει την ιστορική μας μνήμη με την αναφορά στο Ολοκαύτωμα των Καλαβρύτων

Γιατί χρησιμοποιούνται ενδιαφέρουσες αφηγηματικές τεχνικές με την εναλλαγή των αφηγητών

 

Ο νεαρός Φίλιππος παραθερίζει σ' ένα χωριό κοντά στα Καλάβρυτα. Εκεί έχουν πάει για καλοκαίρι και τα "γερμανάκια" - έτσι τα λέει ο Φίλιππος τα ετεροθαλή αδερφάκια του, την Γκέρντα και τον Χανς, παιδιά του πατέρα του και της δεύτερης γυναίκας του, που είναι γερμανίδα. Στο χωριό βρίσκεται και ο κύριος Νόιγκερ, αρχαιολόγος και δάσκαλος των γερμανικών, που μιλάει ελληνικά "σαν αρχαία". Ο Φίλιππος τον θαυμάζει, όμως ο κύριος Νόιγκερ μια μέρα εξαφανίζεται με περίεργο τρόπο. Η εξαφάνισή του θα φέρει στο φως συγκλονιστικά γεγονότα. Θα αναστατώσει το νεαρό ήρωα, θα του δώσει όμως την ευκαιρία να γνωρίσει σημαντικές στιγμές της ελληνικής ιστορίας.

 

Λότυ Πέτροβιτς - Ανδρουτσοπούλου: "Πιστεύω πως όποιος δεν έχει μνήμη ιστορική μοιάζει με δεντράκι που προσπαθεί να μεγαλώσει χωρίς ρίζες"

(απόσπασμα από συνέντευξη)

Είναι φανερό από τα βιβλία σας ότι έχετε μια ιδιαίτερη αδυναμία στην ιστορία.
Αλήθεια είναι, μόνο που δε θα το έλεγα «αδυναμία», αλλά βαθύ σεβασμό και τάση για όλο και περισσότερη γνώση γύρω από την ιστορία. Πιστεύω πως όποιος δεν έχει μνήμη ιστορική μοιάζει με δεντράκι που προσπαθεί να μεγαλώσει χωρίς ρίζες. Αυτό ακριβώς τονίζω και στα παιδιά, όταν με καλούν στα σχολεία: Όπως τα δέντρα τρέφονται από τις ρίζες τους, έτσι και οι άνθρωποι τρέφονται από το παρελθόν, με εργαλεία τους τη μνήμη και την ιστορία, ώστε να αντιμετωπίσουν σωστά το μέλλον. Η πεποίθησή μου αυτή βέβαια δε σημαίνει ότι ασχολούμαι μόνο με θέματα ιστορικά. Με ενδιαφέρουν εξίσου και τα κοινωνικά.

 

Οι μεγαλύτεροι πιστεύετε ότι έχουμε μάθει το μάθημά μας από την ιστορία ή όχι;
Το πρώτο που απαιτείται γι’ αυτό το «μάθημα» - ας το ξαναπούμε - είναι να ξέρουμε καλά και σωστά την ιστορία. Στο βαθμό τώρα που λησμονούμε κάθε φορά τα μαθήματά της, επαναλαμβάνουμε τα ίδια λάθη. Όταν θυμόμαστε τις διδαχές της, τότε καταφέρνουμε να τα αποφύγουμε. Για παράδειγμα, η Ευρώπη είχε δείξει ότι διδάχτηκε από τα δεινά των δύο παγκοσμίων πολέμων, γι’ αυτό και προέκυψε η προσπάθεια να πορευτεί ως ενότητα. Αν τα ξεχάσει, ο όλεθρος που θα επακολουθήσει θα είναι απερίγραπτος. Εξίσου απερίγραπτος θα είναι ο όλεθρος για μας τους Έλληνες αν λησμονήσουμε τα δεινά που επέφερε στη χώρα μας η συμφορά του εμφυλίου μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και επιτρέψουμε να μεταλλαχτεί η σημερινή τραγική μας κατάσταση σε εμφύλια διαμάχη. Αν ξεχάσουμε, με άλλα λόγια, ένα από τα βασικότερα διδάγματα της ιστορίας μας: ότι μόνον ενωμένοι καταφέρναμε πάντα να λύσουμε τα προβλήματά μας ακόμα και να μεγαλουργήσουμε.

 

Έχετε μια προτίμηση στη νεανική λογοτεχνία και τα μυθιστορήματα. Γιατί πιστεύετε ότι συμβαίνει αυτό;
Συμβαίνει επειδή αγαπώ πολύ τα παιδιά και τους νέους και με ενδιαφέρουν εξαιρετικά ως αναγνώστες.

 

Ποια είναι η θέση των παιδιών και των νέων στη ζωή σας; Επικοινωνούν μαζί σας, υπάρχει αλληλεπίδραση στο έργο σας;
Τα παιδιά και οι νέοι είναι διαρκώς στη ζωή μου. Επικοινωνούν μαζί μου με γράμματα ή ηλεκτρονικά μηνύματα, αλλά και με συζητήσεις που έχουμε όταν επισκέπτομαι σχολεία, κάτι που γίνεται πολύ συχνά τα τελευταία … 27 χρόνια!

 

Ζούμε μια από αυτές τις περιόδους που οι νέοι χρειάζονται στήριξη και καθοδήγηση. Την ίδια ώρα τα σχολεία υπολειτουργούν και οι γονείς ενδεχομένως δεν μπορούν να προσφέρουν στα παιδιά τους τα βιβλία που αγόραζαν παλιότερα. Υπάρχει τρόπος να επιλέγουν οι γονείς και οι νέοι τα κατάλληλα βιβλία γι' αυτούς μέσα από όλο αυτό το πλήθος των εκδόσεων;
Για όλα υπάρχει τρόπος, όταν θέλει κανείς και όταν βάζει τις πραγματικές ανάγκες των παιδιών σε σωστή σειρά πρoτεραιότητας. Αν λοιπόν ενδιαφερθεί πραγματικά ο γονιός για τα βιβλία, την πνευματική τροφή του παιδιού του, τότε και κριτικές θα βρει, και περιοδικά – ηλεκτρονικά τώρα πια – που ασχολούνται ειδικά με τη λογοτεχνία για παιδιά και νέους, αλλά και εκπαιδευτικούς πρόθυμους να βοηθήσουν. Οι εκπαιδευτικοί είναι οι ήρωες του καιρού μας. Γι’ αυτό και με τις δικές τους θυσίες, τα σχολεία κάθε άλλο παρά υπολειτουργούν, κατά τη γνώμη μου. Όλο και περισσότερα μάλιστα προσπαθούν να έχουν μια αρκετά καλή δανειστική βιβλιοθήκη.

 

Αν υπήρχε η δυνατότητα να διαβάσει ένας νέος μόνο ένα και μοναδικό βιβλίο στη ζωή του, ποιο θα του προτείνατε να είναι αυτό;
Το «Παραμύθι χωρίς όνομα» της Πηνελόπης Δέλτα.

Μάθετε περισσότερα για τη συγγραφέα:
www.loty.gr
http://lotypetrovits.blogspot.gr/

http://www.infokids.gr

 

Η Λέσχη Ανάγνωσης προτείνει το βιβλίο του μήνα 

Ένας εκατοντάχρονος στα χνάρια του Φόρεστ Γκαμπ -εάν ο Γκαμπ ήταν ειδικός στα εκρηκτικά και τιμούσε υπέρ το δέον τη βότκα- αποφασίζει ότι ποτέ δεν είναι αργά για να κάνεις μια καινούργια αρχή… 
Μέσα στην ησυχία της κάμαράς του, στο γηροκομείο, ο Άλαν Κάρλσον περιμένει ένα πάρτι που εύχεται να μην άρχιζε ποτέ. Πρόκειται για το πάρτι των εκατοστών γενεθλίων του. Ο δήμαρχος και οι δημοτικοί σύμβουλοι θα είναι παρόντες. Οι δημοσιογράφοι από τα τοπικά μέσα ενημέρωσης θα είναι επίσης παρόντες. Ο Άλαν, όμως, αποφασίζει να είναι απών. Έτσι, βάζει τις παντόφλες του και το σκάει από το παράθυρο. Έχοντας κάνει τη μεγάλη έξοδο, θα ζήσει μιαν απίθανη περιπέτεια η οποία θα τον φέρει αντιμέτωπο με διάφορους εγκληματίες, μια βαλίτσα γεμάτη μετρητά, κάμποσους ανίκανους αστυνομικούς και έναν ελέφαντα. Για οποιονδήποτε άλλο, αυτή η περιπέτεια θα ήταν μοναδική. Όχι όμως για τον Άλαν, που έχει ένα συγκλονιστικό παρελθόν, αφού έχει μοιραστεί γεύματα - και πολλά περισσότερα- με τον Στάλιν, τον Τσόρτσιλ, τον Μάο, τον Φράνκο, τον Τρούμαν και τον Ντε Γκολ, έχοντας διαδραματίσει ένα ρόλο-κλειδί σε μερικές από τις κορυφαίες στιγμές του 20ού αιώνα. 
Ένα ξεκαρδιστικά αστείο και βαθύτατα ανθρώπινο μυθιστόρημα για το ταπεινό μεγαλείο της κάθε μέρας και την ομορφιά τού να ζεις με πάθος ακόμα και όταν ο κόσμος πάει να σε πείσει ότι όλα είναι απελπιστικά άσχημα. 

 

Έχει γυριστεί και ταινία. Δείτε το τρέιλερ:

www.youtube.com/watch?v=OK8wB0aels4

 

 

 

 

Διαβάστε την ιστορία που γράψαμε όλοι μαζί και εικονογράφησε ο Πέτρος στην τελευταία μας συνάντηση πριν τις διακοπές. Ήδη τη στείλαμε στους μικρούς μας φίλους στο "Χαμόγελο του παιδιού"

Η Αυγουλίνα.doc (77312)

 

 

Η λέσχη ανάγνωσης προτείνει για το Πάσχα 

 

http://www.24grammata.com/wp-content/uploads/2011/04/Papadiamantis-Pasxalina.pdf



 

 

 

Αλέξανδρος Serebryakov, διαβάζοντας ένα βιβλίο Zinaida Serebriakova 

Σε αυτόν τον πίνακα εικονίζεται ένας νέος άνδρας που κάθεται µάλλον σε µια πολυθρόνα και διαβάζει ένα πολυσέλιδο βιβλίο. Φαίνεται ήρεμος και χαλαρός. Με το αριστερό του χέρι ακουμπάει το μέτωπο και τον κρόταφό του και παράλληλα στηρίζει το κεφάλι του. Αυτή η κίνηση κατά τη γνώμη µου επιδέχεται δύο εξηγήσεις. Η µία είναι ότι ο άνδρας έχει κουραστεί από την ανάγνωση του βιβλίου, για αυτό τα βλέφαρά του κοντεύουν να κλείσουν. Σύμφωνα µε αυτή την άποψη, το εικονιζόμενο πρόσωπο µάλλον θεωρεί το βιβλίο ανιαρό και μέτριο. Μπορεί βέβαια, ο άνδρας να σκέφτεται τα όσα είναι γραμμένα στο βιβλίο του. Άρα είναι συλλογισμένος και προσηλωμένος στο διάβασμα, προσπαθεί να φτιάξει εικόνες στο μυαλό του, να καταλάβει τι θέλει να πει µε το κείμενό του ο συγγραφέας. Όσο για το βιβλίο, φαντάζομαι ότι κατά πάσα πιθανότητα είναι μυθιστόρημα. Θα μπορούσε να είναι επιστημονικής φαντασίας, μυστηρίου, κοινωνικό. Δεν αποκλείεται φυσικά, το βιβλίο να περιλαμβάνει συλλογές διηγημάτων ή ποιημάτων.

Αυτός ο πίνακας µου αρέσει πάρα πολύ, καθώς ενώ είναι απλός, καταφέρνει να µας δημιουργήσει τόσες πολλές σκέψεις και ερωτήματα, ώστε ο καθένας μπορεί να τον δει µε διαφορετικό µάτι. 

Λάμπρος

Στον παραπάνω πίνακα απεικονίζονται µια μητέρα µε τη μικρή κορούλα της. Στα πόδια της μητέρας υπάρχει ανοιχτό ένα βιβλίο, το οποίο πρέπει να έχει παραμύθια. Οι δύο φιγούρες ,µάλλον, βρίσκονται στο κήπο του σπιτιού. Είναι απόγευμα και η μητέρα αποφασίζει να περάσει χρόνο µε την κορούλα της. Η μικρή απολαμβάνει την προσοχή που της δίνει η μητέρα της και είναι απορροφημένη από το βιβλίο. Βρίσκεται δίπλα από τη μαμά της, ενώ εκείνη έχει το χέρι της γύρω από τη μέση του παιδιού της. Ο πίνακας µας, τελικά, απεικονίζει µια τρυφερή σκηνή! Παράλληλα, όμως, µας δείχνει κι πώς το βιβλίο φέρνει πιο κοντά τα δύο πρόσωπα.

Μαρία Π.

 

 

 

Η λέσχη ανάγνωσης προτείνει το βιβλίο του μήνα

Όλοι έχουμε όνειρα -πράγματα που οραματιζόμαστε αλλά δεν καταφέρνουμε πάντα να υλοποιήσουμε. Αυτή είναι η ιστορία του ονείρου της Αζάρ Ναφίζι, που ενώ έζησε μέσα στον εφιάλτη κατάφερε να κάνει το όνειρο πραγματικότητα.
Το "Διαβάζοντας τη Λολίτα στην Τεχεράνη" είναι μια απόδειξη της δύναμης της τέχνης και της ικανότητάς της να μεταμορφώνει τη ζωή των ανθρώπων.

Επί δύο ολόκληρα χρόνια, πριν εγκαταλείψει την Τεχεράνη το 1997, η Ναφίζι συγκέντρωνε στο σπίτι της, κάθε Πέμπτη πρωί, εφτά νέες γυναίκες, όλες πρώην φοιτήτριές της στο πανεπιστήμιο, για να διαβάσουν και να συζητήσουν απαγορευμένα έργα της δυτικής λογοτεχνίας. Στην αρχή, όλες ήταν ντροπαλές και αμήχανες, ασυνήθιστες στο να εκφέρουν γνώμη, γρήγορα όμως άρχισαν να ανοίγονται και να μιλούν πιο ελεύθερα, όχι μόνο για τα μυθιστορήματα που διάβαζαν αλλά και για τον εαυτό τους, τα όνειρά τους και τις απογοητεύσεις τους.
Η φωτεινή αφήγηση της Ναφίζι ανασυνθέτει με τον πιο συναρπαστικό τρόπο το χρονικό του πολέμου Ιράν-Ιράκ, όπως τον έζησαν στην Τεχεράνη, αποκαλύπτοντάς μας παράλληλα -και από πρώτο χέρι- άγνωστες πλευρές της ζωής των γυναικών στο μετεπαναστατικό Ιράν. Πρόκειται για ένα έργο εξαιρετικού πάθους και ποιητικής ομορφιάς, γραμμένο με ύφος που ξαφνιάζει με την πρωτοτυπία του.

 

Ο τίτλος δεν προδιαθέτει ιδιαίτερα, αλλά αμέσως το βιβλίο, από τις πρώτες κιόλας σελίδες, διαψεύδει αυτή την εντύπωση. Πρόκειται για τις εμπειρίες μιας καθηγήτριας αγγλικής φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο της Τεχεράνης, η οποία περιγράφει την κατάσταση στο Ιράν πριν από την «Επανάσταση» του Χομεϊνί και κατά τη διάρκεια της επικράτησής του.
Γραμμένο μ’ ευαισθησία, με παράλληλες «εσωτερικές περιπέτειες» στη σχέση της καθηγήτριας και των φοιτητών/τριών με τη λογοτεχνία, δηλαδή με συγκεκριμένα μυθιστορήματα που τους διαμορφώνουν σιγά-σιγά τη συνείδησή τους και την αντίληψή τους για τον κόσμο. Η εμπνευσμένη Nafisi, καταφέρνει, μέσα στην άκρως καταπιεσμένη Περσία, να οργανώσει ένα μάθημα λογοτεχνίας σε κοπέλες –κυρίως- και να τους διδάσκει ανατρεπτικές (για το καθεστώς του Χομεϊνί) ιδέες, μ’ έμμεσο και βιωματικό τρόπο.
(σελ.46):
Αποφάσισα να παίξω στην τάξη ένα μικρό παιχνίδι, να δοκιμάσω την περιέργειά τους. Στις εξετάσεις του τριμήνου, μια από τις ερωτήσεις ήταν: «Εξηγήστε τη σημασία της λέξης ‘υψιλάμπα΄ στα πλαίσια του έργου «Πρόσκληση σ’ έναν αποκεφαλισμό» του Ναμπόκοφ (…). Εγώ συνέδεσα το υψιλάμπα με την απίθανη χαρά ενός μετέωρου άλματος. Η Γιασίπου έδειχνε ενθουσιασμένη χωρίς ιδιαίτερο λόγο, φώναξε ότι πάντα πίστευε πως επρόκειτο για το όνομα κάποιου χορού – ξέρετε, «Έλα, μωρό μου, αυτό το Υπσιλάμπα είναι μόνο για μας (…). Η Μανά είπε ότι το υψιλάμπα έφερνε στο νου της την εικόνα ενός μικρού ασημένιου ψαριού κ.λ.π. κ.λ.π.
Έτσι, το υψιλάμπα αποτέλεσε το τμήμα ενός αρχείου κωδικοποιημένων λέξεων και εκφράσεων, ενός αρχείου που διαρκώς μεγάλωνε, μέχρι που φτάσαμε να δημιουργήσουμε μια μυστική γλώσσα εντελώς δική μας. Η λέξη εκείνη έγινε σύμβολο, ένδειξη της απροσδιόριστης χαράς, του μυρμηγκιάσματος στη ραχοκοκαλιά, που ο Ναμπόκοφ περίμενε να αισθάνονται οι αναγνώστες του διαβάζοντας ένα λογοτεχνικό έργο. Αυτή ήταν η αίσθηση που ξεχώριζε τους καλούς αναγνώστες, όπως τους αποκαλούσε, από τους συνηθισμένους. Έγινε, επίσης, ο κωδικός πρόσβασης που άνοιγε τη μυστική σπηλιά της μνήμης.
Η Ναφιζί ενσωματώνει στην κυρίως αφήγηση (όπου πρωταγωνιστεί η ίδια και οι μαθήτριές της) τα λογοτεχνικά έργα που διαβάζουν, μ’ έναν καθαρά αριστουργηματικό τρόπο. Στις σελίδες 68-69 απαντά στο ερώτημα: «Γιατί τη Λολίτα;». Κάνει μια κατατοπιστική (για τον ανίδεο αναγνώστη) αναφορά για το τι είναι η Λολίτα, για να καταλήξει:
Όπως και οι μαθήτριές μου, η Λ. αντιλαμβάνεται το παρελθόν της όχι σαν απώλεια, αλλά μάλλον σαν έλλειψη, και, όπως και οι μαθητές μου, γίνεται πλάσμα της φαντασίας κάποιου άλλου. Κάποια στιγμή, η αλήθεια του παρελθόντος του Ιράν έγινε τόσο επουσιώδης για κείνους που το οικειοποιήθηκαν όσο και η αλήθεια της Λ. για τον Χάμπερτ. Έγινε επουσιώδης κατά κάποιο τρόπο που η αλήθεια της Λ., οι επιθυμίες και η ζωή της πρέπει να χάσουν το χρώμα τους μπροστά στην εμμονή του Χάμπερτ να κάνει ερωμένη του ένα απείθαρχο δωδεκάχρονο κορίτσι.
(…) Έτσι κατάλαβα εγώ τη Λ. Ξανά και ξανά, καθώς αναλύαμε το έργο σε κείνη την τάξη, οι συζητήσεις μας χρωματίζονταν από τις κρυμμένες προσωπικές λύπες και χαρές των μαθητών μου. Όπως το δάκρυ λεκιάζει ένα γράμμα, έτσι και η εισβολή μέσα στο κρυμμένο και στο προσωπικό σκίαζε όλες τις συζητήσεις μας για τον Ναμπόκοφ. Και, όλο και πιο πολύ, εγώ σκεφτόμουν την πεταλούδα- τελικά, αυτό που μας έδενε τόσο στενά ήταν εκείνη η διεστραμμένη οικειότητα μεταξύ θύτη και θύματος.
Μπαίνουμε, μέσα από την «εσωτερική» αυτή αφήγηση, στην καρδιά του ιρανικού φονταμενταλισμού, για να παρακολουθήσουμε τα φτερουγίσματα ελεύθερων ψυχών-γνωρίζουμε ακόμα εκ των έσω έναν πολιτισμό τόσο διαφορετικό, μια οπτική γωνία του δικού μας κόσμου τόσο αλλιώτικη αλλά και τόσο οικεία.
Σελ. 120:
Ήμασταν όλες θύματα του αυταρχικού χαρακτήρα ενός ολοκληρωτικού καθεστώτος, που εισέβαλλε διαρκώς στις πιο ιδιωτικές γωνιές της ζωής μας, για να μας επιβάλει τις άτεγκτες φαντασιώσεις του. Αυτός ήταν ο νόμος του Ισλάμ; Τι αναμνήσεις φτιάχναμε για τα παιδιά μας; αυτή η συνεχής προσβολή της προσωπικότητας, αυτή η μόνιμη έλλειψη καλοσύνης ήταν που με τρόμαζαν περισσότερο.
Η μυθιστορηματική προσέγγιση, δηλαδή η περιγραφή της ωρίμανσης των μαθητών μέσα απ’ τα μυθιστορήματα της αμερικάνικής και της αγγλικής λογοτεχνίας, συμπλέκονται και συνδέονται με τους μαθητές και τις μαθήτριες της Αζάρ. Περιστατικά από την όλο και περισσότερο πιεσμένη τους ζωή τους συγκλονίζουν και παίρνουν δύναμη από τη λογοτεχνία, φωτίζοντάς τη από μια διαφορετική (τόσο διαφορετική από τη δική μας!!) οπτική γωνία. Περιστατικά καθημερινά, ανήκουστα για τον δικό μας τρόπο ζωής (π.χ. σύλληψη και κράτηση για δυο μερόνυχτα έξι κοριτσιών, προσπάθειες για ενοχοποίησή τους, έλεγχος αν είναι παρθένες ( μπροστά σε φοιτήτριες!)- δυο φορές μάλιστα, δηλώσεις μετανοίας, μαστιγώσεις κ.λ.π. ΧΩΡΙΣ ΛΟΓΟ, (ούτε καν πολιτικό!!).
Στο Ιράν μια παράξενη απόσταση καθόριζε τις σχέσεις μας με αυτές τις καθημερινές ταπεινώσεις και ωμότητες. Εκεί μιλούσαμε σαν τα γεγονότα να μη μας αφορούσαν• σαν σχιζοφρενείς, προσπαθούσαμε να κρατήσουμε τους εαυτούς μας μακριά από κείνο τον άλλον  εαυτό, τον τόσο οικείο και μαζί τόσο ξένο.
Παρακάτω, με αφορμή την «Πρόσκληση σ’ έναν αποκεφαλισμό» του Ναμπόκοφ:
Το χειρότερο έγκλημα που διαπράττουν τα ολοκληρωτικά μυαλά είναι ότι υποχρεώνουν τους πολίτες, συμπεριλαμβανομένων και των θυμάτων τους να γίνονται συνένοχοι στα εγκλήματά τους, (βλ. και «Το μηδέν και το άπειρο» του Άρθουρ Καίστλερ). Το να χορεύεις με το δεσμοφύλακά σου, το να συμμετέχεις στην εκτέλεσή σου, είναι μια πράξη απόλυτης αποκτήνωσης.
Πέρα από το κοινωνικό και ιστορικό ενδιαφέρον, η Αζάρ Ναφιζί αγγίζει και θέματα καθαρά φιλολογικά/λογοτεχνικά, προχωρά σε βάθος στην ουσία της λογοτεχνίας:
«Το μυθιστόρημα δεν είναι αλληγορία, είπα καθώς έφτανε στο τέλος. Είναι η αισθησιακή εμπειρία ενός άλλου κόσμου. Εάν δεν μπείτε σ’ αυτόν τον κόσμο, εάν δεν κρατήσετε την αναπνοή σας με τους χαρακτήρες, εάν δεν ταυτιστείτε με το πεπρωμένο τους, δε θα μπορέσετε να βιώσετε τα συναισθήματά τους, και η συναισθηματική συμμετοχή βρίσκεται στην καρδιά του μυθιστορήματος. Έτσι διαβάζεται ένα μυθιστόρημα: εισπνέουμε την εμπειρία. Αρχίστε λοιπόν να εισπνέετε».
Φαίνεται ότι και στην πραγματική της ζωή η Αζάρ Ναφίζι είναι πολύ ευρηματική και εμπνευσμένη ως καθηγήτρια. Όταν δίδασκε στο Πανεπιστήμιο, (πριν δηλαδή παραιτηθεί), υπήρχαν φυσικά φονταμενταλιστές φοιτητές που αντιδρούσαν στην «ανηθικότητα της αμερικανικής κουλτούρας». Με αφορμή την καταγγελία ενός φοιτητή εναντίον του …Great Gatsby (!), (γιατί ήταν ανήθικο, γιατί έδινε λάθος πρότυπα στους φοιτητές και δηλητηρίαζε το μυαλό τους κ.λπ.) σκαρφίστηκε να στήσει δίκη στο πανεπιστήμιο με εισαγγελέα, συνήγορο υπεράσπισης κ.λπ. (Στο κάτω-κάτω, δεν επρόκειτο απλά για την υπεράσπιση του Γκάτσμπυ, αλλά για τον τρόπο με τον οποίο θα έπρεπε να προσεγγίζουμε συνολικά τη λογοτεχνία- και, κατ’ επέκταση, την πραγματικότητα). Ό,τι διαδραματίζεται κατά τη διάρκεια της δίκης έχει μεγάλο ενδιαφέρον, είναι ουσιαστικό, βαθύ, αβίαστο και με μια δόση χιούμορ. Αποκορύφωμα τα λόγια της συνηγόρου υπεράσπισης, Ζαρίν, στη σελίδα 225:
Μήπως όλοι όσοι διάβαζαν Στάινμπεκ έκαναν απεργία ή κατευθύνονταν προς τα δυτικά; Μήπως το’ ριχναν στο κυνήγι της φάλαινας όταν διάβαζαν Μέλβιλ; Δεν είναι οι άνθρωποι λίγο πιο σύνθετοι απ’ αυτό; Και είναι οι επαναστάτες κενοί συναισθημάτων και συγκινήσεων; Ποτέ δεν ερωτεύονται και δεν απολαμβάνουν την ομορφιά; Πρόκειται για εκληκτικό βιβλίο. Σε κάνει να εκτιμάς τα όνειρά σου, αλλά και να δυσπιστείς απέναντί τους. Σε διδάσκει να ψάχνεις για την ακεραιότητα σε ασυνήθιστα μέρη.
Το καθεστώς του Αγιατολάχ σκληραίνει, οι περιορισμοί- ιδιαίτερα των γυναικών- κλιμακώνονται και, προς το τέλος του βιβλίου οι πολιτικές αναφορές πληθαίνουν. Γίνεται πόλεμος με το Ιράκ, η Ναφιζί χάνει τη δουλειά της, τέλος αποφασίζει με τον άντρα της να φύγουν από τη χώρα (η κατάσταση πια έχει φτάσει στο απροχώρητο).
Ωραίο το τέλος (σελ. 539):
Έχω μια επανερχόμενη φαντασίωση, ότι έχει προστεθεί ένα ακόμη άρθρο στη Χάρτα των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων: αφορά το δικαίωμα της ελεύθερης πρόσβασης στη φαντασία (…)

 

επιμέλεια: Παπαγγελή Χριστίνα

Το κείμενο αντλήθηκε από τον ιστότοπο: http://anagnosi.blogspot.gr/2007/03/blog-post_5670.html

 

Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και το παρακάτω βιβλίο, μόνο που αυτό είναι κόμικ

 

Περσέπολις

Μια αληθινή ιστορία
Μαργιάν Σατραπί

εικονογράφηση: Μαργιάν Σατραπί
μετάφραση: Γεωργία ΤσάκωναΜελίττα ΓκουρτσογιάννηΗλίβατον, 2006

Πώς μεγαλώνει ένα παιδί στο Ιράν στα δύσκολα χρόνια της ανατροπής του Σάχη, της ισλαμικής επανάστασης και του πολέμου του Ιράν - Ιράκ. Η Μαργιάν Σατραπί αφηγείται τα παιδικά της χρόνια και ταυτόχρονα μια ταραγμένη περίοδο της σύγχρονης ιστορίας της πανάρχαιας χώρας της μέσα από την καθημερινότητα και την ασυνήθιστη ιστορία της οικογένειάς της.
Η καταπίεση των ανθρώπων και ιδιαίτερα των γυναικών, η εντυπωσιακή αντίθεση δημοσίου και ιδιωτικού βίου, η πανανθρώπινη δίψα για ελευθερία, ειρήνη και δημοκρατία με τα μάτια μιας αξιολάτρευτης πιτσιρίκας, δοσμένα με χιούμορ, συγκίνηση και τρυφερότητα.

http://www.biblionet.gr/book/112427/Satrapi,_Marjane/%CE%A0%CE%B5%CF%81%CF%83%CE%AD%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CF%82

 

ΤΟ «ΠΕΡΣΕΠΟΛΙΣ» ΔΙΝΕΙ ΑΠΛΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΙΣΤΟΡΙΑΣ. ΓΙΑ ΤΙΣ ΔΙΑΨΕΥΣΜΕΝΕΣ ΟΥΤΟΠΙΕΣ, ΤΟΝ ΦΑΝΑΤΙΣΜΟ ΚΑΙ ΤΗ ΜΙΣΑΛΛΟΔΟΞΙΑ ΤΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ, ΤΙΣ ΑΣΥΜΒΙΒΑΣΤΕΣ ΜΕΙΟΨΗΦΙΕΣ, ΤΗ ΛΥΤΡΩΤΙΚΗ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΟΥ ΑΥΤΟΣΑΡΚΑΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΓΝΩΣΗΣ!

Μάθημα πρώτον: «Η επανάσταση είναι σαν το ποδήλατο. Όταν δεν γυρίζουν οι ρόδες, πέφτει». Μάθημα δεύτερον, με διεθνή επιβεβαίωση: «Πώς οι χθεσινοί επαναστάτες φτάνουν να γίνουν ορκισμένοι εχθροί της δημοκρατίας». Μάθημα τρίτον, και εν γένει στόχος των αυταρχικών καθεστώτων, τα πανεπιστήμια κλείνουν (για δύο χρόνια στην περίπτωση αυτή), γιατί «καλύτερα καθόλου φοιτητές, παρά να εκπαιδεύουμε μελλοντικούς ιμπεριαλιστές». Τέταρτο μάθημα «πεθαίνοντας σαν μάρτυρας μεταγγίζεις αίμα στις φλέβες της κοινωνίας..». Επόμενο μάθημα και πικρό, «ο πόλεμος αυτός ήταν μια πλεκτάνη με σκοπό να καταστραφούν δύο στρατοί, του Ιράν και του Ιράκ (…)

 

Η «Περσέπολις» της Μαργιάν Σατράπι (στα ελληνικά σε δύο τόμους από τις Εκδόσεις Ηλίβατον), η ιστορία μιας ασυμβίβαστης νεαρής από αστική και φιλελεύθερη οικογένεια, που μεγαλώνει στο Ιράν τα ταραγμένα χρόνια της πτώσης του Σάχη κι έπειτα στο ξεκίνημα της Ισλαμικής Επανάστασης, στον πόλεμο με το Ιράκ αλλά και στην εδραίωση του θεοκρατικού αυταρχικού καθεστώτος, υπερβαίνει κατά πολύ τη διακηρυγμένη αυτοβιογραφική της αφετηρία και το πλαίσιο μιας «αληθινής» ιστορίας, παρά τις εμφανείς συγκλίσεις κι ομοιότητες.

Η μικρή ηρωίδα, η οποία βρίσκεται σε ανοιχτή επικοινωνία με τον Θεό κι έχει αποφασίσει ότι μεγαλώνοντας θα γίνει προφήτης ή Μπρους Λι είναι εννέα χρόνων, όταν ο Αγιατολάχ Χομεϊνί ανατρέποντας τον Σάχη θα επιβάλει τον θρησκευτικό νόμο, το τσαντόρ στις γυναίκες, τη σιωπή μέχρι τελικής εξόντωσης στους αντικαθεστωτικούς και μια αναλόγως ισοπεδωτική και ισοπεδωμένη εικόνα της χώρας στο εξωτερικό, που μοιάζει να κατοικείται πλέον αποκλειστικά από «ισλαμιστές φονταμενταλιστές και τρομοκράτες». Η ενηλικίωση κι η ατομική της περιπέτεια- εντός αλλά κι εκτός Ιράν, μιας και στα δεκατέσσερά της θα πάρει μια πρώτη, σκληρή γεύση της δυτικοευρωπαϊκής Αυστρίας- θα φέρει σχεδόν αναπόφευκτα εκτός από τα προσωπικά χαρακτηριστικά, στοιχεία κι αντανακλάσεις μιας ευρύτερης πληθυσμιακής ομάδας, που αναζητούσε μέσα σε καθεστώς αμηχανίας αλλά κι εμφανούς τρομοκρατίας, τη νέα της ταυτότητα. Η διαπίστωση, «ήμουν Δυτική στο Ιράν, Ιρανή στη Δύση. Δεν είχα ταυτότητα. Δεν έβλεπα πια γιατί να ζω», φαινομενικά και κατ’ αρχήν αδιέξοδη, μεταβάλλεται στον κύριο μοχλό της ιστορίας όπως πιθανόν και της Ιστορίας. Η συγγραφέας αν κι επιθυμεί να φωτίσει τις πολλές παραμέτρους που συνθέτουν την κατάσταση στο Ιράν «με πρώτα θύματα τους ίδιους τους Ιρανούς» δεν μεταβάλλεται ούτε στιγμή σε απολογητή ή μονοδιάστατο τιμητή. Όσο για το «Περσέπολις», αποφεύγει επιδέξια τα προκατασκευασμένα διλήμματα- φανατισμός ή περιφρόνηση;- κι αναδεικνύεται σε ένα εντυπωσιακό ανάγνωσμα, μια συναρπαστική αφήγηση με σκίτσα. Σκίτσα, σ’ έναν λειτουργικό συγκερασμό λόγου και εικόνας, που ίσως δεν εντυπωσιάζει τόσο με την καλλιτεχνική ευρηματικότητα των σχεδίων ή τη διακήρυξη εύληπτων μηνυμάτων, αλλά με την οικονομία των ιδιόμορφων εκφραστικών μέσων, την πολιτική οξύνοια, τον σαρκασμό, την τολμηρή καταγραφή, την αποφυγή των εύκολων ερμηνευτικών σχημάτων, την αυθάδη αναζήτηση της αλήθειας, την αμεσότητα, την ανθρωπιά.

ΕΡΙΦΥΛΛΗ ΜΑΡΩΝΙΤΗ
ΤΑ ΝΕΑ 3-11-2007 

http://www.protoporia.gr/persepolis-mia-alithini-istoria-p-286088.html

 

Υπάρχει και σε ταινία κινουμένων σχεδίων. Δείτε το trailer:

www.youtube.com/watch?v=3PXHeKuBzPY

 

 

 

 

Όταν διαβάζουν οι διάσημοι...

... τι διαβάζουν; Η Μονρόε προτιμά Ίψεν, ο Γκενσμπούργκ τον Ποπάι και ο Χίτσκοκ να τα φάει

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΤΖΗΚΑΣ

Όταν διαβάζουν οι διάσημοι, τι διαβάζουν; Θα μου πείτε, και δικαιολογημένα, ότι σκοτιστήκαμε. Πάντως το εν λόγω tumblr συλλέγει φωτογραφίες διασήμων την ώρα που διαβάζουν. Είτε σε στημένες φωτογραφίσεις και publicity shots, είτε σε αυθόρμητα ενσταντανέ από στιγμές γνήσιας αναγνωστικής απόλαυσης, όλοι, από τον Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ μέχρι την Αντζελίνα Τζολί, ένα βιβλίο το έχουν διαβάσει (ή, όπως ο Χίτσκοκ, το έχουν φάει). Ή μία εφημερίδα έστω. Άνοιξε κι εσύ ένα βιβλίο, κάνει καλό. Μέχρι και η Πάρις Χίλτον διαβάζει.

 

Για να δείτε περισσότερους διάσημους να διαβάζουν, πατήστε στον παρακάτω σύνδεσμο

http://www.athensvoice.gr/article/culture/books/%CE%B5%CE%B9%CE%B4%CE%AE%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%82/%CF%8C%CF%84%CE%B1%CE%BD-%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%B2%CE%AC%CE%B6%CE%BF%CF%85%CE%BD-%CE%BF%CE%B9-%CE%B4%CE%B9%CE%AC%CF%83%CE%B7%CE%BC%CE%BF%CE%B9

 

 

Η λέσχη ανάγνωσης προτείνει τα βιβλία του μήνα

 

ένα καινούριο

Πώς η Λογοτεχνία σου αλλάζει τη ζωή

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΣΤΕΦΑΝΑΚΗΣ

Αν επιμένουμε ακόμα να διαβάζουμε λογοτεχνία στην εποχή μας είναι γιατί πιστεύουμε σε αυτό που μας προσφέρει. Δε θα καταφέρουμε ποτέ να αλλάξουμε τον κόσμο με την ποίηση και τα μυθιστορήματα, αξίζει όμως τον κόπο να δοκιμάσουμε την ευεργετική επίδρασή τους στη ζωή και στον χαρακτήρα μας. Αν με ρωτούσε κανείς πώς η λογοτεχνία μπορεί να αλλάξει τη ζωή μου, θα απαντούσα πως η λογοτεχνία κυρίως σου μαθαίνει τρόπους. Σε κάνει λιγότερο σίγουρο για τον εαυτό σου, λιγότερο μελοδραματικό και κραυγαλέο, λιγότερο αφελή και ευκολόπιστο αλλά και πιο ευγενή στη γλώσσα, πιο διορατικό στις ανθρώπινες σχέσεις. 

Στη ζωή τα πράγματα δεν είναι συνήθως όπως φαίνονται κι η λογοτεχνία θα βρίσκεται πάντα εδώ για να μας το θυμίζει.

Δείτε και το σχετικό βίντεο:

https://www.youtube.com/watch?v=ssQ9Q8xNdfE

 

 

ένα παλιότερο

Η δεσποινίς Σμίλλα διαβάζει το χιόνι 

Πέτερ Χόε

 

Λίγα λόγια για το βιβλίο

 

Η Σμίλλα Γιάσπερσεν, τριάντα επτά ετών, φυσικός, από πατέρα Δανό και μητέρα Εσκιμώα, ζει στην Κοπεγχάγη μόνη, χωρίς οικογένεια, χωρίς δουλειά, χωρίς φίλους. Η διάστασή της με τον κόσμο του πατέρα της, τον ευρωπαϊκό πολιτισμό και τις αξίες του, την κάνει να επιλέγει συνειδητά τη ζωή του περιθωρίου. Ο μόνος άνθρωπος με τον οποίο αισθάνεται δεμένη είναι ο Ησαΐας, ένας εξάχρονος Εσκιμώος, ξένος και απροσάρμοστος όπως αυτή στην κοινωνία της Δανίας.

Μια μέρα, ο Ησαΐας πέφτει από μια χιονισμένη στέγη και σκοτώνεται. Η αστυνομία αποφαίνεται ότι πρόκειται για δυστύχημα και κλείνει την υπόθεση. Αλλά η Σμίλλα, που είδε τα ίχνη του παιδιού πάνω στο χιόνι και ξέρει πώς να τα αποκρυπτογραφήσει, έχει λόγους να υποψιάζεται κάτι διαφορετικό: φόνο. Προσπαθεί να εξηγήσει τις υποψίες της στους αστυνομικούς, αλλά κανένας δεν φαίνεται να δίνει σημασία.

Μόνη της, στηριγμένη αποκλειστικά στην εξυπνάδα, το ένστικτο και το πείσμα της, αγωνίζεται να διαλευκάνει τον θάνατο του μικρού φίλου της και διαπιστώνει κάποια στιγμή ότι έτσι κινδυνεύει και η δική της ζωή. Το όλο και πυκνότερο μυστήριο, στο οποίο βυθίζεται, θα την οδηγήσει τελικά στη Γροιλανδία, τη χώρα των παιδικών χρόνων της. 

Ο Πέτερ Χόε παρουσιάζει μια καλειδοσκοπική εικόνα του σύγχρονου κόσμου, από τη σκοπιά ενός ευαίσθητου και ανήσυχου ανθρώπου, διχασμένου ανάμεσα σε διαφορετικές πολιτισμικές παραδόσεις, νοσταλγού της χαμένης αλληλεγγύης των ανθρώπων.

Διαβάστε ένα απόσπασμα

9789602741382.pdf (4926193)

Ο ΠΕΤΕΡ ΧΟΕ γεννήθηκε το 1957. Πριν στραφεί στο γράψιμο έκανε διάφορες δουλειές: χορευτής, ξιφομάχος, ηθοποιός, ναυτικός, ορειβάτης. Εξέδωσε το πρώτο του μυθιστόρημα το 1988 και έγινε αμέσως γνωστός για το σπάνιο ταλέντο του στην αφήγηση. Το βιβλίο του Η ΔΕΣΠΟΙΝΙΣ ΣΜΙΛΛΑ ΔΙΑΒΑΖΕΙ ΤΟ ΧΙΟΝΙ απέσπασε ενθουσιώδεις κριτικές όπου μεταφράστηκε, παρέμεινε σχεδόν ένα χρόνο στις πρώτες θέσεις των μπεστ σέλερ σε χώρες όπως η Γερμανία, η Αγγλία, η Γαλλία, οι ΗΠΑ κ.ά., και μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο από τον Μπιλ Ώγκαστ. Το 1994 το βιβλίο τιμήθηκε με το βραβείο Silver Dagger που απονέμει ο Σύλλογος Συγγραφέων Αστυνομικών Βιβλίων, στην Αγγλία, και αποτελεί μία από τις σπουδαιότερες διακρίσεις για ξένο συγγραφέα. Στις Εκδόσεις ΨΥΧΟΓΙΟΣ κυκλοφορούν επίσης τα βιβλία: ΚΟΝΤΑ ΣΤΑ ΟΡΙΑ, που έχει μεταφραστεί σε περισσότερες από 20 γλώσσες, και Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΚΑΙ Ο ΠΙΘΗΚΟΣ. Τα έσοδα από τα δικαιώματα έκδοσης του τελευταίου διατίθενται σε ίδρυμα που συνέστησε ο Πέτερ Χόε για τα παιδιά και τις γυναίκες της Αφρικής και της Ασίας.

 

Πρωτοπρόσωπη αφήγηση, ένταση και περιπέτεια, προβλήματα ένταξης, αποδοχής και διερεύνησης της έννοιας «ταυτότητα», πολιτικές εκμετάλλευσης του αδύναμου (στην περίπτωση της Δανίας η Γροιλανδία, στην περίπτωση του Δυτικού κόσμου η φύση των παγετώνων και η φύση εν τη ευρεία έννοια), η μεγαλούπολη, οι συνήθειες και οι εμπειρίες της παιδικής ηλικίας σαν μια αιώνια διδαχή της κοινότητας προς τα νεαρά μέλη, της οικογένειας προς τα παιδιά. Ο μίτος που κρατάει την ενέργεια του σύμπαντος και τον αγώνα των πλασμάτων, η ενάργεια, το περιβάλλον ως άξενος κόσμος, η φύση ως εστία ζωής ακόμη και σε αντίξοες συνθήκες, τα πρόσωπα που μας εμπλέκουν στο συναισθηματικό δίχτυ, μας απορρίπτουν, μας καταδυναστεύουν, το χρήμα και η εξουσιαστική υποταγή, η πολιτική και οι νόμοι του λαθρεμπορίου, η επιστήμη και το τυχοδιωκτικό εγώ σε μια άνιση αναμέτρηση ως το όριο.       Ένας αγώνας επιβίωσης στο χώρο που μας περιβάλλει ως κόσμος.

 

«Σμίλλα, μπορούμε να πάμε στη Γροιλανδία;

Όχι, λέω.

Εντάξει.

Αλλά μπορούμε να διαβάσουμε για τη Γροιλανδία.

Σε ποιο βιβλίο;

Στα στοιχεία του Ευκλείδη».

«Μου αρέσει. Έχω μια αδυναμία για τους αιώνια χαμένους. Τους ανάπηρους, τους αλλοδαπούς, τον χοντρομπαλά της τάξης, τις κοπέλες που κανείς δεν ζητάει σε χορό. Γι’ αυτούς χτυπάει η καρδιά μου. Ίσως επειδή ήξερα ανέκαθεν ότι κατά κάποιον τρόπο θα είμαι πάντα μια από αυτούς»…

 

Η ιστορία ξεκινάει με αναφορά στο χιόνι και την κηδεία του μικρού Ησαΐα, του γιου της αλκοολικής Γιουλιάνε, που έπεσε από τη χιονισμένη στέγη και σκοτώθηκε. Η Σμίλλα που νιώθει ιδιαίτερα δεμένη με το παιδί καθώς πολλές φορές κοιμάται σπίτι της, του διαβάζει ιστορίες, το πηγαίνει στο σχολείο, διαβάζει τα ίχνη στο χιόνι και ανακαλύπτει ότι η πτώση δεν ήταν ατύχημα. Ο μικρός Εσκιμώος φίλος της και η μητέρα του κατοικούν στην ίδια πολυκατοικία με την Σμίλλα καθώς και ο μηχανικός που βρίσκει το παιδί νεκρό. Η αστυνομία κλείνει την υπόθεση αλλά το ένστικτο και το πείσμα της Σμίλλα την οδηγούν σε αναζήτηση άλλων εκδοχών που θα ξετυλίξουν ένα σκοτεινό κουβάρι επιστημονικών αποστολών στους παγετώνες της Γροιλανδίας, όπου ελλοχεύει ο θάνατος, η ματαιοδοξία του κέρδους, αναμετρήσεις και ανακαλύψεις που φτάνουν στο απροσπέλαστο σύνορο του πάγου. Εκεί όπου ο πατέρας του Ησαΐα θα βρει το θάνατο και ο μικρός θα προσβληθεί από ένα θανατηφόρο παράσιτο, εκεί όπου θα ταξιδέψει η αποστολή του «Κρόνος» με καπετάνιο τον Λούκας, τη Σμίλλα, τον Τόερκ ο οποίος θα παγιδευτεί στις απροσπέλαστες όψεις του πάγου. Το ταξίδι στον Αρκτικό κύκλο θα αποτελέσει για την ατρόμητη Σμίλλα μια δοκιμασία αναζήτησης, καταβύθισης στο παρελθόν και στις βιωματικές εμπειρίες της σκληρής ζωής στον κύκλο του πάγου, στις αναμνήσεις της μητέρας της, στον παγανιστικό καθρέφτη  που μετατοπίζεται και αλλοιώνει το περίγραμμα των ειδώλων.

Ο συγγραφέας δίνει στην ιστορία του αστυνομικο-πολιτικο-επιστημονικο-οικονομικές διαστάσεις και δια μέσου της ηρωίδας του, ο αναγνώστης βυθίζεται σε έναν κόσμο όπου κυριαρχούν σκέψεις ασυνήθιστες, βαθιές και ώριμες για τον Δυτικό κόσμο, τη μεγαλούπολη, τον κόσμο του χιονιού και ό,τι καθορίζει μια ύπαρξη. Η περιγραφή του ταξιδιού στον Αρκτικό κύκλο επιβραδυντική, περιπλέκει στην υπερβολή την ιστορία, τη δράση και την αντίδραση της άτρωτης ηρωίδας, παρουσιάζει ένα ετερόκλητο σύνολο ανθρώπων που ταξιδεύει προς άγνωστη κατεύθυνση με το πλοίο «Κρόνος»σε μια συμβολική διάσταση. Τα μέρη του παγοθραυστικού περιγράφονται με λεπτομέρειες εμπειρικής βίωσης που αντανακλά τη ζωή του ναυτικού, τη μοναξιά του σύγχρονου ανθρώπου στο πρωτόγονο όριο του σύμπαντος.

 

«Πέφτει κάνικ, ψιλό χιόνι, σαν πούδρα. Ένα από τα πράγματα που μαθαίνεις από το χιόνι είναι ότι οι μεγάλες δυνάμεις και οι μεγάλες καταστροφές υπάρχουν πάντα, σε μικρότερες διαστάσεις, στην καθημερινή ζωή μας. Από τότε που μεγάλωσα, δεν πέρασε μέρα που να μην αναρωτήθηκα πώς μπορεί να είναι τόσο κακή η συνεννόηση ανάμεσα στους Δανούς και τους Γροιλανδούς. Το πρόβλημα είναι φυσικά μεγαλύτερο για τους Γροιλανδούς. Κάνει κακό στην υγεία ενός σχοινοβάτη να παρεξηγείται από αυτόν που κρατάει το σκοινί. Και η ζωή των Ινουίτ στον αιώνα μας είναι μια σχοινοβασία πάνω σ’ ένα νήμα που η μια άκρη του είναι δεμένη στην πιο άξενη χώρα του κόσμου, με το τραχύτερο και πιο ακραίο στις διακυμάνσεις κλίμα, και η άλλη στη Δανική διοίκηση».

«Δεν φοβάμαι τη θάλασσα επειδή θέλει να με πνίξει. Τη φοβάμαι επειδή θέλει να μου πάρει τον προσανατολισμό μου, το εσωτερικό γυροσκόπιο της ζωής μου, τη βεβαιότητά μου για το τι είναι πάνω και τι κάτω, την επαφή μου με τον Απόλυτο Χώρο».

 

«Από μια άποψη, ο πάγος είναι ένα ανοιχτό βιβλίο. Κουβαλάει την ιστορία του γραμμένη στην επιφάνειά του. Οι πτυχώσεις, οι γρόμποι, τα τετράγωνα δόντια σχηματίζονται όταν ο πάγος λιώνει και ξαναπαγώνει. Ο μωσαϊκός πάγος είναι ένα μίγμα από διάφορες παγετώδεις περιόδους, οι μαύροι όγκοι του σίκουσσακ είναι αρχαίος πάγος που σχηματίστηκε σε προστατευμένα φιόρδ, αποσπάστηκε με τον καιρό και παρασύρθηκε στη θάλασσα. Από τα σύννεφα, κάτω από τα οποία έσκυψε ο ήλιος, κατεβαίνει τώρα, με τις τελευταίες ηλιαχτίδες, ένα αραχνοΰφαντο πέπλο από κάνικ, χιόνι που αργοπέφτει. Ένας αυλός συνδέει τη λευκή επιφάνεια με τα φυλλοκάρδια μου. Σαν προέκταση του δέντρου που είναι κρυμμένο μέσα στον πάγο, ενός δέντρου από αλμυρό νερό».

«Μιλήστε μας, θα έρθουν και θα μου πουν. Για να καταλάβουμε και να κλείσουμε την υπόθεση. Κάνουν λάθος. Μόνον σ’ αυτό που δεν καταλαβαίνεις μπορείς να βάλεις τελεία και παύλα. Συμπέρασμα δεν θα βγει».

 

Το βιβλίο με επιμέρους τίτλους «Η Πόλη», « Η Θάλασσα», «Ο Πάγος» με το αφηγηματικό χάρισμα των εσωτερικών φωνών μιας ασυνήθιστης ηρωίδας με δυνατή ιδιοσυγκρασία, εκλεπτυσμένη παρατηρητικότητα, αφήνει τον αναγνώστη να σκεφτεί, να ταξιδέψει, να φανταστεί, να τρομάξει για να συνεχίσει στα μαύρα νερά του ύπνου την εξερεύνηση των ορίων που του παρέχει ο περιβάλλων χώρος…

ΑΓΓΕΛΑ ΜΑΝΤΖΙΟΥ

 

Μπορείτε να δανειστείτε το βιβλίο από τη Δημοτική Βιβλιοθήκη

 

Το βιβλίο έχει γίνει και ταινία. Δείτε το trailer:

www.youtube.com/watch?v=sr7svnup0Dk

 

 

και ένα πολύ παλιό και κλασικό

 

Ένα δέντρο μεγαλώνει στο Μπρούκλιν

Μπέττυ Σμιθ

Απόσπασμα
«Για τη Φράνση, το Σάββατο άρχιζε με τη βόλτα στον παλιατζή. Όπως και τα άλλα παιδιά του Μπρούκλιν, έτσι κι εκείνη κι ο αδελφός της ο Νήλυ μάζευαν ένα πλήθος κουρέλια, χαρτιά, σιδερικά, λάστιχα κι άλλα τέτοια πράματα, και τα φύλαγαν πως και τι, σε κασέλες κλειδωμένες ή σε κουτιά που τα έκρυβαν κάτω από τα κρεβάτια τους. Όλη τη βδομάδα η Φράνση γύριζε από το σχολείο στο σπίτι σιγά-σιγά, με τα μάτια στο αυλάκι του δρόμου, κι έψαχνε για ασημένια χαρτιά από πακέτα τσιγάρα ή από τσίκλες.» 


Η ιστορία
Το μυθιστόρημα ΄Ένα δέντρο μεγαλώνει στο Μπρούκλιν (A tree grows in Brooklyn) αν και θεωρείται ένα βιβλίο ενηλικίωσης πηγαίνει ακόμη παραπέρα. Έχει πλούσια πλοκή γιατί δείχνει τις τύχες τριών γενεών μιας φτωχής αλλά περήφανης αμερικανικής οικογένειας και προσφέρει ένα πορτρέτο μιας έντονης ζωής σε μια από τις σημαντικότερες συνοικίες της Νέας Υόρκης, το Μπρούκλιν. Η ιστορία ξεκινάει το 1912 όταν η Φράνση Νόλαν και ο μικρός της αδελφός, Νήλυ, μαζεύουν πράγματα του πεταμού για να βγάλουν λίγα χρήματα. Τα μισά από αυτά τα λεφτά τα αποταμιεύουν σε τενεκεδάκια, που τα κρύβουν με προσοχή. Είναι η μικρή τους τράπεζα που αποδεικνύει την επιμονή και τις προσδοκίες της οικογένειας Νόλαν για μια καλύτερη ζωή. Όλοι στην οικογένεια ονειρεύονται ένα διαφορετικό αύριο, όχι μόνον τα παιδιά. Η μάνα καθαρίζει πατώματα και παλεύει πιο πολύ από τον άντρα της, τον Τζόνι, που βρίσκεται συνεχώς άνεργος και μεθυσμένος.
Μπορεί η ίδια να έπεσε έξω στους σχεδιασμούς της όμως είναι πολύ αισιόδοξη για τα παιδιά της για τα οποία και μοχθεί. Θέλει να τα σπουδάσει και θέλει ο Νήλυ να γίνει γιατρός. Η Φράνση φαίνεται πιο σταθερή και θα υλοποιήσει κάποια στιγμή τα όνειρά της. Η Φράνση πάντως δείχνει να είναι πιο κοντά στον διαλυμένο πατέρα της παρά στη μάνα της που θυσιάζεται για όλους. Τελικά ο Τζόνι της εξασφαλίζει μια θέση σε ένα καλύτερο σχολείο, έξω από την γειτονιά. Όταν ο πατέρας θα πεθάνει από το αλκοόλ η Φράνση θα δώσει μάχη επιβίωσης μέσα στις δύσκολες συνθήκες. Με την αποφασιστικότητα της μητέρας τους τα δύο παιδιά θα τελειώσουν την έκτη τάξη αλλά θα δυσκολευτούν να προχωρήσουν στο λύκειο. Σχολείο αληθινό θα γίνει η ίδια η ζωή γιατί θα αναγκαστούν να δουλέψουν πέρα από την γέφυρα του Μανχάταν και έτσι θα γνωρίσουν έναν κόσμο εντελώς διαφορετικό από την μικρή παρωχημένη συνοικία τους. Η Φράνση θα αγαπήσει για πρώτη φορά και πεισματάρα, σαν τη μητέρα της, θα ολοκληρώσει τις σπουδές της. Μπορεί να αφήσει πίσω της μια μικρή γειτονιά, ανοίγοντας τα φτερά της για το μέλλον, αλλά θα κρατήσει το Μπρούκλν μέσα στην καρδιά της για πάντα, σαν τον αγαπημένο τόπο της παιδικής ηλικίας της.

Ο συγγραφέας 
Η συγγραφέας Μπέττη Σμίθ έζησε κάπως σαν την ηρωίδα της. Γεννήθηκε το 1896 σε μια φτωχική σπίτι στη Νέα Υόρκη και από μικρή ονειρευόταν να αποκτήσει λεφτά. Οι γονείς της ήταν μετανάστες από την Γερμανία. Εγκατέλειψε το σχολείο στα δεκατέσσερα, όταν πέθανε ο πατέρας της. Δούλεψε σκληρά να βοηθήσει την οικογένειά της και κατόρθωσε να σπουδάσει στα καλύτερα κολλέγια και να γίνει καθηγήτρια. Στα 47 της έγραψε το μυθιστόρημα «Ένα δέντρο μεγαλώνει στο Μπρούκλιν» και πούλησε αμέσως 4 εκατομμύρια αντίτυπα. Έτσι είδε τους κόπους της να ανταμείβονται. Πέθανε το 1972 αφού έγραψε ακόμη τρία μυθιστορήματα.

 

Γύρω από το βιβλίο
Το μυθιστόρημα παραμένει ένα από τα πιο αγαπητά βιβλία κάθε ηλικίας. Ειδικά όμως οι νέοι συγκινούνται από τον αγώνα της Φράνση και ταυτίζονται με τους στόχους της. Μπορεί η βασική ηρωίδα του βιβλίου να είναι η Φράνση όμως είναι εμφανές ότι και το Μπρούκλιν πρωταγωνιστεί στο μυθιστόρημα. Το δέντρο είναι επίσης ένα σύμβολο ελπίδας, αφού υπάρχει στη γειτονιά της Φράνσης, ανάμεσα στα τσιμέντα, ζει χωρίς ήλιο και νερό μόνον που οι άνθρωποι δύσκολα μπορούν να το ξεχωρίσουν ανάμεσα στα άλλα δέντρα.

Το μυθιστόρημα γυρίστηκε σε ταινία το 1945 με σκηνοθέτη τον Ηλία Καζάν, Έλληνα μετανάστη της Μικρασίας, που διέπρεψε και έγινε ένας από τους σημαντικότερους σκηνοθέτες της Αμερικής. 

Θεόδωρος Γρηγοριάδης

http://www.serrelib.gr/bookneous.php?id=70

 

Η ταινία Ένα δέντρο μεγαλώνει στο Μπρούκλιν (αγγλ. A Tree Grows in Brooklyn), γνωστή και ως Χαμένα νιάτα, είναι δράμα παραγωγής 1945, σε σκηνοθεσία Ελία Καζάν. Η ταινία αποτελεί κινηματογραφική διασκευή του ομώνυμου μυθιστορήματος που έγραψε το 1943 η Μπέτι Σμιθ. Πρωταγωνιστές της ταινίας είναι οι Ντόροθι ΜακΓκουάιαρΤζόαν ΜπλόντελΤζέιμς ΝτανΛόιντ Νόλανκαι στο ρόλο της Φράνσι η μικρή Πέγκι Αν Γκάρνερ. Η ταινία έλαβε δυο βραβεία Όσκαρ, μεταξύ των οποίων και Όσκαρ Β' Ανδρικού Ρόλου για τον Τζέιμς Νταν.

Η ταινία πραγματεύεται τα τελευταία κεφάλαια του βιβλίου, με επίκεντρο την πορεία της μικρής Φράνσι προς την ωριμότητα.

Το 2010 η ταινία επελέγη από τη Βιβλιοθήκη του Αμερικάνικου Κογκρέσου ως τμήμα του Εθνικού Μητρώου Κινηματογράφου ως πολιτιστικά, ιστορικά και αισθητικά σημαντική.

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια

 

Μια προσωπική κατάθεση

ΕΝΑ ΚΟΡΙΤΣΙ ΟΝΕΙΡΕΥΕΤΑΙ… το βιβλίο «Ένα δέντρο μεγαλώνει στο Μπρούκλιν» της  Μπέτυ Σμιθ. 

 

Ήταν Χριστούγεννα όταν πρωτοδιάβασα το μυθιστόρημα «Ένα δέντρο μεγαλώνει στο Μπρούκλιν». Τότε ήμουν γύρω στα 10 και είχα αγοράσει τη διασκευασμένη εκδοχή του. Κάπου στα 15 αγόρασα και την κανονική εκδοχή του μυθιστορήματος.

Το βιβλίο εκτυλίσσεται στη χαραυγή του 20ου αιώνα σε μια κακόφημη φτωχογειτονιά της Νέας Υόρκης. Μια οικογένεια προσπαθεί να επιβιώσει- η μητέρα ξενοπλένει ενώ ο πατέρας δυσκολεύεται να εργαστεί και βυθίζεται ολοένα και περισσότερο στο αλκοόλ. Τα δύο παιδιά, η Φράνση κι ο μικρότερος Νήλυ (από το Κορνήλιος) όμως παρά τις αντίξοες συνθήκες, κάτω από τις οποίες ζουν, δε σταματούν να ονειρεύονται.  

Η ιστορία ξεκινάει το 1912 όταν η Φράνση κι ο Νήλυ, μαζεύουν πράγματα του πεταμού για να βγάλουν λίγα χρήματα. Τα μισά από αυτά τα λεφτά τα αποταμιεύουν σε τενεκεδάκια, που τα κρύβουν με προσοχή. Είναι η μικρή τους τράπεζα που αποδεικνύει την επιμονή και τις προσδοκίες της οικογένειας Νόλαν για μια καλύτερη ζωή.  Η δεκατριάχρονη Φράνση ονειρεύεται να τελειώσει το σχολείο και να γίνει συγγραφέας, αλλά η οικονομική κατάσταση της οικογένειάς της στέκεται εμπόδιο στα όνειρά της. Ο πατέρας της (Τζόνι) εργάζεται περιστασιακά ως σερβιτόρος κι η μητέρα (Κέιτι) καθαρίζει σκάλες για να συντηρήσει την οικογένειά της. Όταν η Κέιτι ανακοινώνει στον Τζόνι ότι πρόκειται να αποκτήσει και τρίτο παιδί η υλοποίηση των ονείρων της Κέιτι συναντά εμπόδια καθώς θα πρέπει να σταματήσει το σχολείο για να δουλέψει και να βοηθήσει στη συντήρηση του σπιτιού. Έτσι ο Τζόνι κάνει την ύστατη προσπάθεια για να βοηθήσει το σπίτι του και να βοηθήσει την κόρη του να τελειώσει το σχολείο. Τα χρόνια περνούν και η αφήγηση ακολουθεί τα δύο αδέλφια μέχρι την ενηλικίωσή τους, όταν έπειτα από κόπους τα όνειρά τους έχουν πραγματοποιηθεί


Η Φράνση λοιπόν… Ένα κορίτσι γεμάτο όνειρα και με πολλή φαντασία. Ονειροπόλα φύσει και θέσει, με υπερβολική αγάπη προς τον πατέρα της, τον Τζόνι. Κι αυτός όμως δεν πάει πίσω. Λατρεύει την κόρη του και μάλιστα τη φωνάζει «πριμαντόνα». Προσπαθεί να κάνει όλα τα όνειρά της πραγματικότητα. Αποκορύφωμα είναι η αλλαγή σχολείου. Ο Τζόνι της εξασφαλίζει μια θέση σε ένα καλύτερο σχολείο, έξω από την γειτονιά. Ο θάνατός του όμως είναι για τη Φράνση μεγάλο πλήγμα. Δυσκολεύεται να ξεπεράσει το χαμό του κι αυτό φαίνεται στις επιδόσεις της -οι άλλοτε χαρούμενες ιστορίες που έγραφε δίνουν τη θέση τους σε ιστορίες που περιγράφουν την ανθρώπινη δυστυχία σε όλο της το μεγαλείο. Με τον καιρό όμως ξαναστέκεται στα πόδια της. Πρέπει άλλωστε να στηρίξει την οικογένειά της. Ο Νήλυ από την άλλη δεν αγαπά τόσο πολύ το διάβασμα σε αντίθεση με την αδερφή του. Ειδικά όταν αναγκάζεται να δουλέψει αποφασίζει πως θα γίνει χρηματιστής ενάντια στο όνειρο της μητέρας του Κέιτι να γίνει γιατρός. Η Κέιτι, μια γυναίκα φτωχή, που από πολύ νωρίς μπήκε στον αγώνα της βιοπάλης, είναι ένα πρόσωπο κομβικό στη διαμόρφωση του χαρακτήρα των παιδιών της. Αποτελεί τη φωνή της λογικής καθώς ξέρει καλά τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει για να τα φέρει βόλτα, εν αντιθέσει με τον άντρα της, ο οποίος στην πρώτη δυσκολία τα παρατά. Δύο ήρωες αντιδιαμετρικοί ως προς το χαρακτήρα που σε κάνουν ν’ απορείς πώς παντρεύτηκαν. Η Κέιτι αν κι αναγκάζεται να δουλεύει πολλές ώρες εν τούτοις όποτε είναι με τα παιδιά της προσπαθεί να τα ενθαρρύνει και να τα εξοπλίσει με επιμονή και αντοχή για τις κακουχίες. Τρέφει παθολογική αγάπη για το γιο της. Παράλληλα όμως προσπαθεί να στηρίξει και τη Φράνση. Το όνειρό της είναι τα παιδιά της να μορφωθούν όσο το δυνατό περισσότερο. Γι’ αυτό και κάθε βράδυ τους διαβάζει μια σελίδα Σαίξπηρ και μια από την Αγία Γραφή.

Μέσα από αυτό το βιβλίο περιγράφεται το αμερικανικό όνειρο. Οι φτωχοί γονείς που πασχίζουν τα παιδιά τους να έχουν ένα καλύτερο από αυτούς μέλλον. Ένα βιβλίο που παρά τις όποιες κακουχίες περιγράφονται, είναι αισιόδοξο. Όπως κι η ηρωίδα του, η Φράνση. Ένα βιβλίο που μας θυμίζει πως δεν πρέπει να το βάζουμε κάτω, ό,τι στραβό κι αν μας τύχει. Που μας κάνει να ονειρευτούμε ξανά. Μα πιο πολύ να πιστέψουμε ξανά στους εαυτούς μας.

http://www.kulturosupa.gr/index.php/art-book/koritsi-xatzi-6754/#.Vuha9dKLQ_4

 

Απόσπασμα από το βιβλίο

Ακούμπησε το κεφάλι της πάνω στο τραπέζι κι άρχισε να κλαίει με λυγμούς.

«Η μαμά δε μ’ αγαπάει, όπως αγαπάει τον Νήλυ, έκλαιγε με παράπονο. Έκανα ό,τι μπόρεσα για να την κάνω να μ’ αγαπήσει. Κάθομαι μαζί της, πάω όπου πάει, κάνω ό,τι μου πει. Μα δεν μπορώ να την κάνω να μ’ αγαπήσει, όπως μ’ αγαπούσε ο μπαμπάς».

Ύστερα είδε το πρόσωπο της μητέρας της στο τραμ καθώς καθότανε με το κεφάλι ακουμπισμένο πίσω και τα μάτια κλεισμένα. Θυμήθηκε τι άσπρη και τι κουρασμένη που φαινότανε. Η μαμά την αγαπούσε. Και βέβαια την αγαπούσε. Μόνο που δεν μπορούσε να το δείχνει, όπως το ’δειχνε ο μπαμπάς. Και ήτανε καλή, και άξια. Να, περίμενε από στιγμή σε στιγμή το μωρό, κι ήταν ακόμα έξω και δούλευε. Αν πέθαινε η μαμά, όταν θα ’κανε το μωρό; Το αίμα της Φράνσης πάγωσε, όταν το συλλογίστηκε αυτό. Τι θα γινόταν εκείνη κι ο Νήλυ χωρίς τη μαμά; Πού θα πήγαιναν; Η Ίβη και η Σίση ήταν πολύ φτωχές, και δε θα μπορούσαν να τους πάρουν. Δε θα ’χανε στον ήλιο μοίρα. Δεν είχανε στον κόσμο άλλο άνθρωπο απ’ τη μαμά.

«Θε μου, παρακάλεσε η Φράνση κάνε να μην πεθάνει η μαμά. Ξέρω πως είχα πει στον Νήλυ ότι δεν πιστεύω σε Σένα. Μα εγώ πιστεύω! Πιστεύω! Το ’χα πει έτσι! Μην τιμωρήσεις τη μαμά. Εκείνη δεν έχει κάνει κανένα κακό. Μην μας την πάρεις, επειδή είπα εγώ πως δεν πιστεύω σε Σένα. Αν την αφήσεις να ζήσει, εγώ για χάρη Σου να μη γράψω ποτέ πια. Να μην ξαναγράψω ποτέ μου άλλη ιστορία, φτάνει να την αφήσεις να ζήσει. Καλή μου Παναγία, πες στο παιδί Σου το Χριστό να παρακαλέσει το Θεό να μην πεθάνει η μητέρα μου».

Ένιωσε όμως πως η προσευχή της δεν ωφελούσε σε τίποτα. Ο Θεός θυμότανε πως είχε πει ότι δεν πίστευε σ’ Αυτόν, και, όπως είχε πάρει τον μπαμπά, θα ’παιρνε τώρα και τη μαμά, για να την τιμωρήσει. Την έπιασε ένας τρόμος υστερικός, και συλλογίστηκε τη μητέρα της σαν να ’χε κιόλας πεθάνει. Όρμησε έξω να πάει να τη βρει. Η Καίτη δεν ήταν πουθενά στο σπίτι όπου μένανε. Έτρεξε στο δεύτερο σπίτι, κι ανέβηκε τρέχοντας τα τρία πατώματα φωνάζοντας «Μαμά!». Δεν ήταν ούτ’ εδώ. Η Φράνση έτρεξε στο άλλο σπίτι, το τρίτο και τελευταίο. Η μαμά δεν ήταν στο πρώτο πάτωμα. Η μαμά δεν ήταν στο δεύτερο πάτωμα. Ένα πάτωμα έμενε ακόμα. Αν η μαμά δεν ήταν ούτ’ εκεί, τότε θα πει πως είχε πεθάνει. Ξεφώνισε:

– Μαμά! Μαμά!

– Απάνω είμαι, ακούστηκε ήρεμη η φωνή της Καίτης από το τρίτο πάτωμα. Μη φωνάζεις έτσι.

Η Φράνση αισθάνθηκε τέτοια ανακούφιση, που σχεδόν λιγοθύμησε. Δεν ήθελε να καταλάβει η μαμά πως είχε κλάψει. Έψαξε να βρει το μαντίλι της. Επειδή δεν το ’χε μαζί της, σκούπισε τα μάτια της με το μισοφόρι της και ανέβηκε στο τρίτο πάτωμα σιγά-σιγά.

– Γεια σου, μαμά.

– Έπαθε τίποτα ο Νήλυ;

– Όχι μαμά. (Η πρώτη της σκέψη είναι πάντα για τον Νήλυ.)

Η Καίτη συλλογίστηκε πως κάτι θα ’χε γίνει στο σχολείο κι είχε αναστατωθεί έτσι η Φράνση. Αν ήθελε, ας της έλεγε.

– Μαμά, μ’ αγαπάς;

– Παλαβή είμαι, να μην αγαπάω τα παιδιά μου;

– Με βρίσκεις και μένα όμορφη σαν τον Νήλυ;

Στάθηκε με αγωνία περιμένοντας την απάντηση της μαμάς, γιατί ήξερε πως η μαμά δεν έλεγε ποτέ ψέματα. Η απάντηση άργησε να ’ρθει.

– Έχεις πολύ ωραία χέρια και πολύ ωραία μακριά και πυκνά μαλλιά.

– Καλά, αλλά βρίσκεις πως είμαι όμορφη όσο είν’ ο Νήλυ; επέμενε η Φράνση, θέλοντας αυτή τη φορά να πει ψέματα η μαμά.

– Άκου, Φράνση, καταλαβαίνω πως κάπου θέλεις να καταλήξεις μ’ όλα αυτά τα στριφογυρίσματα, μα είμαι πάρα πολύ κουρασμένη και δεν μπορώ να μαντέψω. Κάνε λίγη υπομονή, ώσπου να γεννηθεί το μωρό. Σας αγαπάω και τους δυο σας, και σένα και τον Νήλυ, και σας βρίσκω και τους δυο αρκετά όμορφα παιδιά. Τώρα, σε παρακαλώ, προσπάθησε να μη με κουράζεις.

Στη στιγμή η Φράνση αισθάνθηκε τύψεις. Μια λύπη της έσφιξε την καρδιά, βλέποντας εκεί τη μητέρα της, που όπου να ’ναι θα ’κανε παιδί, να σέρνεται έτσι στο πάτωμα με τα τέσσερα. Γονάτισε κοντά της.

– Σήκω απάνω, μαμά, κι άσε με μένα να τελειώσω. Έχω καιρό. Βούτηξε το χέρι της στον κουβά με το νερό.

– Μη! ξεφώνισε η Καίτη.

Έβγαλε το χέρι της Φράνσης από το νερό και το σκούπισε με την ποδιά της.

– Να μη βάζεις τα χέρια σου σ’ αυτό το νερό. Έχει ποτάσα μέσα κι αλισίβα. Κοίταξε τα δικά μου τα χέρια πώς γίνανε.

Άπλωσε τα όμορφα χέρια της, που ήταν όμως γεμάτα χαρακιές.

– Δε θέλω να γίνουν έτσι και τα δικά σου. Θέλω εσύ να έχεις ωραία χέρια. Εξάλλου, κοντεύω.

– Αφού δεν μπορώ να σε βοηθήσω, να καθίσω στις σκάλες να σε κοιτάω;

– Αν δεν έχεις τίποτα καλύτερο.

Η Φράνση κάθισε και κοίταζε τη μητέρα της. Ήτανε τόσο ωραία, να κάθεται εκεί και να ξέρει πως η μαμά ήταν ζωντανή και ήταν κοντά της. Και το σφουγγάρισμα ακόμα έκανε κι αυτό έναν ευχάριστο ήχο, γεμάτο σιγουριά. Σουις-α, σουις-α, σουις-α, σουις-α, το πήγαινε η βούρτσα. Σλαπ-α, σλαπ-α, σλαπ-α, έκανε το σφουγγαρόπανο καθώς τα βούταγε η μαμά μες τον κουβά. Σκρανκ, σκρανκ, το πήγαινε ο κουβάς, καθώς τον έσπρωχνε η μαμά να πάει παραπέρα.

– Δεν έχεις, φίλες, Φράνση, να κάνετε συντροφιά;

– Όχι. Τις σιχαίνομαι τις γυναίκες.

– Αυτό δεν είναι φυσικό. Θα σου ’κανε καλό να κάνεις συντροφιά με κορίτσια της ηλικίας σου.

– Έχεις φίλες εσύ, μαμά;

– Όχι. Τις σιχαίνομαι τις γυναίκες, είπε η Καίτη.

– Βλέπεις; Είσαι κι εσύ σαν κι εμένα.

– Είχα όμως κάποτε μια φίλη, και από κείνη γνώρισα τον πατέρα σου. Βλέπεις, καμιά φορά οι φίλες είναι ένα κι ένα.

Μιλούσε χωρατεύοντας, η βούρτσα της όμως, καθώς σφύριζε, ήταν σαν νά ’λεγε: εσύ-θα-τρα-βή-ξεις-το- δρό-μο-σου-και-γω-το-δι-κό-μου. Έκανε αγώνα, και κράτησε τα δάκρυά της.

– Ναι, έχεις ανάγκη να ’χεις μια-δυο φίλες. Δε μιλάς ποτέ με κανέναν, παρά μόνο με τον Νήλυ και με μένα, κι όλο διαβάζεις τα βιβλία σου και γράφεις τις ιστορίες σου.

– Δε θα ξαναγράψω ποτέ πια.

Η Καίτη κατάλαβε αμέσως πως αυτό που είχε στο μυαλό της η Φράνση είχε σχέση με τις εκθέσεις της.

– Μήπως πήρες σήμερα κακό βαθμό στην έκθεση;

Όχι, είπε ψέματα η Φράνση, σαστισμένη, όπως πάντα, που μπορούσε να μαντεύει έτσι η μαμά.

Σηκώθηκε.

– Είναι ώρα, μου φαίνεται να πάω στου Μακ Γκάριτυ.

– Στάσου μια στιγμή. Η Καίτη έβαλε τη βούρτσα της και το σφουγγαρόπανο στον κουβά.

– Τέλος για σήμερα. Άπλωσε τα χέρια της:

– Βοήθησέ με να σηκωθώ.

Η Φράνση άρπαξε τα χέρια της μητέρας της. Η Καίτη κρεμάστηκε μ’ όλο της το βάρος, καθώς σηκωνότανε αδέξια στα πόδια της.

– Έλα μαζί μου ως το σπίτι, Φράνση.

Η Φράνση πήρε τον κουβά.

Η Καίτη έπιασε με το ένα της χέρι τα κάγκελα. Και με το άλλο αγκάλιασε τη Φράνση από τους ώμους. Κατέβαινε τα σκαλιά αργά-αργά, ακουμπώντας βαριά πάνω στο παιδί, ενώ η Φράνση κανόνιζε το βήμα της με τα αβέβαια βήματα της μητέρας της.

– Τώρα πια, Φράνση, περιμένω το μωρό από μέρα σε μέρα, και θα αισθάνομαι πολύ καλύτερα, άμα ξέρω πως δεν είσαι πολύ μακριά. Πάντα κάπου κοντά να είσαι. Κι όταν είμαι πουθενά και δουλεύω νά ’ρχεσαι πότε-πότε να βλέπεις αν είμαι καλά. Στηρίζομαι σε σένα όσο δεν μπορώ να σου πω. Στον Νήλυ δεν μπορώ να στηριχτώ, γιατί ένα αγόρι δεν μπορεί να σου κάνει τίποτα σε τέτοια περίσταση. Αυτό τον καιρό σ’ έχω πάρα πολύ ανάγκη, κι αισθάνομαι πολύ πιο σίγουρη, όταν ξέρω πως είσαι κάπου κοντά. Λοιπόν, για λίγο καιρό, μη φεύγεις από κοντά μου.

Μια μεγάλη τρυφερότητα για τη μητέρα της πλημμύρισε την καρδιά της Φράνσης.

– Ούτε στιγμή δε θα σ’ αφήσω μονάχη μαμά μου, είπε.

– Το καλό μου το κορίτσι, είπε η Καίτη και της έσφιξε τον ώμο.

«Μπορεί, συλλογίστηκε η Φράνση, να μη μ’ αγαπάει όσο αγαπάει τον Νήλυ. Μ’ έχει όμως εμένα μεγαλύτερη ανάγκη, και μου φαίνεται πως το να σ’ έχει ένας άνθρωπος ανάγκη είναι σχεδόν το ίδιο ωραίο, σαν να σ’ αγαπάει. Ίσως μάλιστα να είναι και καλύτερο».

Μπέττυ Σμιθ, Ένα δέντρο μεγαλώνει στο Μπρούκλιν, 

μτφρ. Δέσποινα Δετζώρτζη, εκδ. Ζαχαρόπουλος, Αθήνα 1993

 

Δείτε και τη θεατρική παράσταση από το αρχείο της ΕΡΤ

www.youtube.com/watch?v=DAn8uHBbJCU 

 

 

 

 

 

Ξέρετε κάποιο απαγορευμένο βιβλίο; 
Να το παρουσιάσετε εξηγώντας και τους λόγους της απαγόρευσής του.
Ίσως σας χρησιμεύσουν και οι παρακάτω σύνδεσμοι:

Δεν είναι πρώτη η Καθολική Εκκλησία με τον "Index librorum prohibitorum" που ανακάλυψε τη λογοκρισία και επέβαλε απαγορεύσεις στην κυκλοφορία βιβλίων, τον έλεγχο της σκέψης και της έκφρασης και την καταδίκη συγγραφέων και αναγνωστών. Από την Αρχαιότητα ήδη υπήρχαν φαινόμενα λογοκρισίας και μέχρι τις μέρες μας είναι μακρύς ο κατάλογος των βιβλίων και των συγγραφέων τους που κατηγορούνται, δικάζονται και καταδικάζονται για διάφορους σοβαρούς ή και αστείους λόγους. Οι ποινές ποικίλουν: από απλή απαγόρευση ως τα βιβλία στην πυρά ή την ηθική αλλά και σωματική εξόντωση των συγγραφέων τους. Χωρίς να αναλύουμε εδώ τους λόγους της λογοκρισίας, θα αναφέρουμε μερικά παραδείγματα που ξεπηδούν από την Ιστορία ή από τις σελίδες λογοτεχνικών βιβλίων. 

 

Το βράδυ της 10ης Μαΐου του 1933, 70.000 άνθρωποι μαζεύτηκαν στην πλατεία της Όπερας του Βερολίνου όπου φοιτητές με κάρα και φορτηγά κουβαλούσαν χιλιάδες βιβλία, μεταξύ αυτών έργα επιφανών γερμανών συγγραφέων, ποιητών και φιλοσόφων για να τα κάψουν. 
Μπροστάρηδες οι φοιτητές
Το κάψιμο των βιβλίων οργανώθηκε από το ναζιστικό καθεστώς που ήθελε να «καθαρίσει» την πνευματική ζωή της ναζιστικής Γερμανίας από την «αντεθνική» ιδεολογία. 20.000 βιβλία συγγραφέων, όπως ο Χάινριχ Μαν, ο Έριχ Μαρία Ρεμάρκ ή ο Γιόαχιμ Τίνγκελνατς παραδόθηκαν στην πυρά. Η ίδια εικόνα επαναλήφθηκε και σε άλλες γερμανικές πόλεις, κυρίως σε πόλεις με πανεπιστήμια. Εκεί οι φοιτητές είχαν «καθαρίσει» από καιρό τις δημόσιες βιβλιοθήκες από βιβλία συγγραφέων και δημοσιογράφων με «εχθρική» προς το εθνικοσοσιαλιστικό καθεστώς ιδεολογία. Ανάμεσά τους ειρηνιστές, σοσιαλιστές και εβραίοι συγγραφείς. Οι εργαζόμενοι στις βιβλιοθήκες, οι καθηγητές αλλά και ο φοιτητικός κόσμος δεν αντέδρασαν, ακόμη κι αν δεν συμμετείχαν ενεργά, σε αυτό που ο ξένος τύπος ονόμασε «Ολοκαύτωμα των Βιβλίων». Από την πυρά δεν γλύτωσαν ούτε τα βιβλία για παιδιά του Έριχ Κέστνερ, ο οποίος μάλιστα ήταν και αυτόπτης μάρτυρας της πυράς εκείνο το βράδυ στην πλατεία της Όπερας. «Βρισκόμουν μπροστά από το Πανεπιστήμιο, ανάμεσα σε φοιτητές, το άνθος του έθνους μας, με ναζιστικές στολές, και έβλεπα τα βιβλία μας να γίνονται παρανάλωμα του πυρός» έγραφε αργότερα
Έξοδος ή «γύψος»
Οι αντιδράσεις στο εξωτερικό ήταν έντονες. Ο συγγραφέας Χάινριχ Χάινε, βιβλία του οποίου κάηκαν, έγραφε αργότερα κάτι που αποδείχθηκε προφητικό: «Όπου καίνε βιβλία, στο τέλος θα κάψουν και ανθρώπους». Οι άνθρωποι του πνεύματος δεν μπορούσαν να μείνουν άλλο στη χώρα και έτσι άρχισε η έξοδος. Ο Τόμας Μαν, ο Έριχ Μαρία Ρεμάρκ και ο Λίον Φοϊχτβάνκερ γύρισαν τα νώτα τους στη ναζιστική Γερμανία. Στις χώρες της νέας εγκατάστασής τους άρχισαν να πολεμούν τους εθνικοσοσιαλιστές. Από το 1940 ο Τόμας Μαν, κάτοχος του βραβείου Νόμπελ, κατήγγειλε το ναζιστικό καθεστώς από το BBC. «Είναι μια φωνή προειδοποίησης. Το να σας προειδοποιώ είναι μια μοναδική αποστολή που μπορεί να αναλάβει απέναντί σας ένας Γερμανός» είπε από τις συχνότητες του βρετανικού σταθμού
Όποιος δεν μπόρεσε να φύγει, όπως ο Έριχ Κέστνερ, μπήκε στο γύψο. Λογοκρισία και απαγόρευση έκδοσης των έργων του. Η πλειοψηφία των Γερμανών, ανθρώπων του πνεύματος και καθηγητών αποδέχθηκε σιωπηλά χωρίς καμιά αντίδραση την πυρά των βιβλίων, ορισμένοι μάλιστα την επιδοκίμασαν. Το πιο πικρό ήταν ότι στο κάψιμο της γερμανικής πνευματικής προσφοράς στην ανθρωπότητα συνέβαλαν με μεγάλο ενθουσιασμό φοιτητές.

Πηγή: http://www.skai.gr/news/culture/article/231691/san-simera-prin-apo-80-hronia-oi-nazistes-ekapsan-vivlia/#ixzz44V4pz9jI

Η σκηνή αποδίδεται μυθιστορηματικά στην "Κλέφτρα των βιβλίων" του Μάρκους Ζούσακ, ενώ ο Μπρεχτ αντιδρά με το παρακάτω ποίημα:

ΜΠΕΡΤΟΛΤ ΜΠΡΕΧΤ

Το κάψιμο των βιβλίων

Όταν διαταγή έβγαλε το καθεστώς να καούνε

σε δημόσιες πλατείες τα βιβλία που

περικλείνουν ιδέες ανατρεπτικές,

κι από παντού κεντρίζανε τα βόδια

να σέρνουν κάρα ολόκληρα

με βιβλία για την πυρά, ένας εξορισμένος

ποιητής, ένας απ’ τους καλύτερους,

διαβάζοντας των βιβλίων τον κατάλογο,

με φρίκη του είδε πως τα δικά του

τα είχανε ξεχάσει. Χίμηξε στο γραφείο του

με τις φτερούγες της οργής, κι έγραψε στους τυράννους ένα

γράμμα:

«Κάψτε με!» έγραφε με πένα ακράτητη, «κάψτε με!

Μ’ αφήσατε έξω! Δε μπορείτε να μου το κάνετε αυτό, εμένα!

Την αλήθεια δεν έγραφα πάντα στα βιβλία μου; Και τώρα

μου φερνόσαστε σα να ’μαι ψεύτης! Σας διατάζω:

Κάψτε με!»

                                                                       (1938)

 

Στα 1953 ο Ρέι Μπράντμπερι δημοσιεύει το βιβλίο του "Φαρενάιτ 451"

Η υπόθεση εξελίσσεται σε μία φανταστική τεχνοκρατούμενη κοινωνία. Οι τοίχοι των σπιτιών των ανθρώπων είναι στην ουσία γιγαντοοθόνες που παίζουν σχεδόν ασταμάτητα. Οι ίδιοι οι άνθρωποι φοράνε ακουστικά στα αυτιά τους, τις αχιβάδες, μέσω των οποίων ενημερώνονται συνεχώς για νέα και ειδήσεις. Γενικώς όλα είναι δομημένα έτσι ώστε ο κάθε άνθρωπος να βομβαρδίζεται αδιάκοπα από εξωτερικά ερεθίσματα και κατά συνέπεια να μην έχει χρόνο να σκεφτεί.

Ο ήρωας της ιστορίας αυτής, ο Γκάι Μόνταγκ είναι ένας πυροσβέστης. Μόνο που η δουλειά των πυροσβεστών σε αυτόν τον φανταστικό κόσμο δεν είναι να σβήνουν τις πραγματικές φωτιές, αλλά να σβήνουν τις φωτιές του πνεύματος που κρύβουν μέσα τους τα βιβλία. Τα βιβλία είναι απαγορευμένα και όποιος έχει έστω και ένα στην κατοχή του κινδυνεύει, όχι μόνο να του κάψουν οι πυροσβέστες ολόκληρο το σπίτι μαζί με τα βιβλία, αλλά και να συλληφθεί. Ακριβώς αυτήν την δουλειά κάνει και ο ήρωας του βιβλίου, τρέχοντας στο άκουσμα του συναγερμού της πυροσβεστικής υπηρεσίας για να σπεύσει στο σπίτι του κάθε παράνομου που θα εντοπιστεί.

Το όνομα του βιβλίου, που μπορεί να φαίνεται περίεργο, έχει άμεση σχέση με το θέμα. Υποτίθεται ότι οι 451 βαθμοί της κλίμακας Φάρεναϊτ είναι η θερμοκρασία στην οποία καίγεται ένα βιβλίο. Δεν είναι τυχαίο ότι τα βιβλία έχουν απαγορευτεί και στην πορεία αποκαλύπτεται ότι δεν απαγορεύτηκαν από την μία στιγμή στην άλλη. Οι ίδιοι οι άνθρωποι παραμέρισαν τα βιβλία και δημιούργησαν τις προϋποθέσεις και για την περαιτέρω νομική κατάργησή τους. Οι ρυθμοί της ζωής γίνονταν όλο και πιο γρήγοροι, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει χρόνος για τα βιβλία. Το περιεχόμενο του κάθε βιβλίου συμπτύχθηκε ξανά και ξανά μέχρι που κατέληξε μερικές προφορικές φράσεις, αρκετά σύντομο δηλαδή ώστε να είναι εύπεπτο και να μην απαιτεί χρόνο.

Ο Μόνταγκ και όλοι οι υπόλοιποι άνθρωποι, είναι κατά βάθος δυστυχισμένοι. Φυσικά δεν το παραδέχονται, μάλλον δεν θέλουν καν να το συνειδητοποιήσουν και προσπαθούν να πείσουν τους εαυτούς τους ότι είναι ευτυχισμένοι. Η ζωή τους είναι άδεια και ο καθένας προσπαθεί να καλύψει το κενό που νιώθει, απλά δεν μπορούν να το καλύψουν με κάτι ουσιαστικό. Και αυτό διότι απλώς δεν γνωρίζουν πια τι είναι σημαντικό στην ζωή, δεν είναι ικανοί να σκεφτούν καθώς σκέφτεται η τηλεόραση για αυτούς. Ακόμα και τα λόγια τους είναι λόγια κενά, μιλάνε χωρίς να λένε απολύτως τίποτα. Το όνειρο της Μίλτρεντ, της γυναίκας του Μόνταγκ, είναι να βάλει και τέταρτο τοίχο-οθόνη ώστε το δωμάτιο να είναι πλήρως καλυμμένο. Με τέτοιους τρόπους, κομψά και έμμεσα, ο συγγραφέας σατυρίζει φαινόμενα της δικής μας εποχής όπως ο υπερκαταναλωτισμός, το shopping therapy, η πλεονεξία και πολλά άλλα.

Κανένας δεν ακούει πια τον άλλον και κανένας δεν ασχολείται με τον άλλον. Οι χαρακτήρες από τις τηλεοπτικές εκπομπές είναι η οικογένεια του καθενός. Παρόλο που οι άνθρωποι ζούνε σε μία πόλη βιώνουν την απόλυτη μοναξιά. Φυσικά το αποτέλεσμα όλης αυτής της κατάστασης στην ψυχολογία του ανθρώπου δεν είναι καθόλου ευχάριστο. Αρκετοί άνθρωποι έχουν βρεί καταφύγιο από την δυστυχία τους στα χάπια, τόσοι πολλοί που το συνεργείο που κάνει τις πλύσεις στομάχου κατ οίκον τρέχει και δεν φτάνει. Πολλοί άνθρωποι για να εκτονωθούν μπαίνουν στο αυτοκίνητό τους και τρέχουν με ιλιγγιώδεις ταχύτητες, χωρίς να πολυνοιάζονται για τους κινδύνους. Ο σεβασμός προς την ζωή, ακόμα την ανθρώπινη ζωή, έχει εκλείψει.

Η ιστορία του Φάρεναϊτ 451 ξεκινάει όταν ο Μόνταγκ γνωρίζει ένα παράξενο νεαρό κορίτσι, την Κλάρις. Παράξενο επειδή δεν φέρεται όπως η πλειονότητα του κόσμου, δηλαδή της αρέσει να περπατάει στην βροχή, να συζητάει με άλλους, να αναρωτιέται για ένα σωρό πράγματα, να αναζητάει το "γιατί" πίσω από κάθε ενέργεια και γενικότερα να σκέφτεται. Ο Μοντάγκ αρχίζει να επηρεάζεται από την Κλάρις, για την οποία αποτελεί ευχάριστη παρέα, καθώς είναι από τους λίγους που κάθεται να ασχοληθεί μαζί της και να την ακούει. Η Κλάρις καταφέρνει να βγάλει πράγματα που ο Μόνταγκ κρατούσε καλά κρυμμένα βαθιά μέσα του και τον κάνει να προβληματιστεί για την ζωή του. Είναι μάλλον η πρώτη φορά που ο Μόνταγκ σταματάει για να σκεφτεί.

Ένα από τα θέματα που θίγει πολύ εύστοχα ο Ρέυ Μπράντμπουρυ είναι η τάση των ανθρώπων να αποφεύγουν τα δυσάρεστα - μα πολλές φορές αναγκαία - και να θέλουν να ακούνε μόνο ευχάριστα. Το "πρέπει" και οι δυσκολίες που σφυρηλατούν ισχυρούς χαρακτήρες έχουν εξοβελιστεί και κυριαρχεί μόνο το "θέλω", η ευκολία και η ευχαρίστηση. Άλλο από τα πολλά επίκαιρα θέματα που αγγίζει ο συγγραφέας είναι η διαφορά των ξερών γνώσεων από την πραγματική γνώση. Όπως γράφει χαρακτηριστικά: "Παραγέμισέ τους από δεδομένα που δεν καίνε, στήριξέ τους τόσο ολότελα γεμάτους από "γεγονότα" που να νιώθουν παραφουσκωμένοι, αλλά εντελώς "ενήμεροι" από πληροφορίες".

Πέρα από όλα αυτά, το βιβλίο αυτό αποτελεί έναν ύμνο για την αξία του βιβλίου και δείχνει την σχέση που έχει με το επίπεδο της κοινωνίας και της σκέψης του ανθρώπου. Η πλήρης απουσία των βιβλίων και η πλήρης επικράτηση της τηλεόρασης έχουν μεταλλάξει τους ανθρώπους και τους έχουν μετατρέψει σε κάτι σαν ζόμπι. Οι παραλληλισμοί με την δική μας κοινωνία είναι συνεχείς και αλλεπάλληλοι. Δεν είναι υπερβολικό να ισχυριστούμε ότι η κοινωνία που δημιούργησε στο μυαλό του ο συγγραφέας είναι ένα αλλοιωμένο είδωλο της δικής μας κοινωνίας. Η παρομοίωση είναι μεν παρατραβηγμένη αλλά δυστυχώς όχι τόσο όσο θα θέλαμε.

Αξίζει να αναφέρουμε τέλος ότι μας αποκαλύπτεται, όπως ξεδιπλώνεται η ιστορία, πως στην κοινωνία αυτή ανθεί η παραπληροφόρηση. Το σύστημα, όπως και στο "1984", παραποιεί τις ειδήσεις και αλλοιώνει γεγονότα όποτε το κρίνει σκόπιμο για να προστατέψει τα συμφέροντά του.

 

Τέλος η Ναφιζί Αζάρ στο "Διαβάζοντας τη Λολίτα στην Τεχεράνη" τοποθετεί τη δράση του βιβλίου της στην Τεχεράνη του Χομεϊνί και στήνει μια εικονική δίκη του Μεγάλου Γκάτσμπι, ενός άλλου απαγορευμένου βιβλίου, μέσα στην αίθουσα διδασκαλίας του Πανεπιστημίου για να καταγγείλει το θεοκρατικό καθεστώς που έχει επιβάλει τον έλεγχο της σκέψης των Ιρανών.

 

«Το κορίτσι που αγαπούσε τα βιβλία»

    Μια φορά κι έναν καιρό σε μια μακρινή χώρα ζούσε ένα δωδεκάχρονο κορίτσι, η Κρυστάλλη. Η Κρυστάλλη λάτρευε τα βιβλία.Τα βιβλία ήταν όλη της η ζωή. Με ένα βιβλίο ταξίδευε σε άλλους μακρινούς τόπους και γνώριζε καινούριους ανθρώπους. Γνώριζε βασιλιάδες και βασίλισσες, πρίγκιπες και πριγκίπισσες, νεράιδες και ξωτικά, μάγισσες και μάγους. Γνώριζε ανθρώπους φτωχούς και πλούσιους, καλούς και κακούς, ευγενικούς και φιλόξενους. Ταξίδευε σε άλλες χώρες μακρινές πάνω στο ιπτάμενο χαλί της. Βρισκόταν σε βασιλικά τραπέζια με την ονειρεμένη, χρυσή άμαξά της.

   Η οικογένεια της Κρυστάλλης ήταν φτωχή. Δεν μπορούσαν να της αγοράζουν βιβλία πέρα από τα αναγκαία για το σχολείο της. Εκείνη όμως, δανειζόταν βιβλία από τη βιβλιοθήκη, από γνωστούς και φίλους και κατάφερνε πάντα να βρίσκεται με ένα βιβλίο στο χέρι.

   Ένα χειμωνιάτικο απόγευμα η Κρυστάλλη, καθώς γυρνούσε απ’ το σχολείο σκόνταψε και έπεσε. Στην προσπάθειά της να σηκωθεί παρατήρησε κάτι ασυνήθιστο να προεξέχει από το έδαφος. Περίεργη, πλησίασε και άρχισε να σκάβει το χώμα. Μετά από λίγο κρατούσε στα χέρια της ένα χρυσό, μικρό σεντούκι. Στην αρχή έμεινε άφωνη και προσπαθούσε να φανταστεί τι να υπήρχε μέσα. Το κρύο έξω ήταν τσουχτερό και έτσι η Κρυστάλλη πήρε το σεντούκι μαζί της στο σπίτι της.

   Έφτασε στο σπίτι τρέχοντας γεμάτη αγωνία. Οι γονείς της δεν είχαν γυρίσει ακόμη απ’ τη δουλειά. Έτρεξε και κλείστηκε στο δωμάτιό της. Ακούμπησε το σεντούκι στο κρεβάτι της και γονάτισε στο πάτωμα. Πάτησε το κουμπί της κλειδωνιάς και το σεντούκι άνοιξε. Μέσα υπήρχε ένα καφέ βελούδινο βιβλίο. Η Κρυστάλλη απόρησε γιατί δεν είχε ούτε τίτλο ούτε συγγραφέα. Το ξεφύλλισε και είδε ότι όλες οι σελίδες ήταν λευκές. Κοίταξε στο σεντούκι και είδε μια μαύρη κρυφή θήκη. Την άνοιξε και μια μικρή νεράιδα πετάχτηκε και άνοιξε τα φτερά της. Η Κρυστάλλη νόμιζε ότι ονειρευόταν.

-Γεια σου Κρυστάλλη! είπε η νεράιδα.

Η Κρυστάλλη ήταν τόσο ξαφνιασμένη που δεν ήξερε τι να πει.

-Μη φοβάσαι! Είμαι η Χιονούλα η νεράιδα του χειμώνα! Ξυπνάω κάθε χειμώνα για να εκπληρώσω τις ευχές του παιδιού που θα με βρει! Φέτος η τυχερή είσαι εσύ!

 Η Κρυστάλλη συνέχιζε να την κοιτά παγωμένη χωρίς να απαντά.

-Εγώ και οι φίλες μου ξέραμε πόσο πολύ αγαπάς τα βιβλία. Για αυτό βάλαμε στο σεντούκι ένα βιβλίο με λευκές σελίδες για να το γεμίσεις εσύ με την ιστορία που θέλεις να γίνει πραγματικότητα, είπε η Χιονούλα.

-Ένα μαγικό βιβλίο; είπε η Κρυστάλλη σπάζοντας στη σιωπή της.

-Ναι, ακριβώς!

-Και πώς θα γίνει αυτό;

-Άκου προσεκτικά. Θα κρατήσεις το βιβλίο κοντά στην καρδιά σου και θα κλείσεις τα μάτια σου. Θα φανταστείς την ιστορία που θέλεις να γίνει πραγματικότητα και αυτή θα αρχίσει να γράφεται στο βιβλίο!

-Μα πώς θα γίνει αυτό;

-Με τη μαγεία όλα γίνονται! Κλείσε τα μάτια σου, κράτα το βιβλίο, και θα δεις!       

Η Κρυστάλλη έκανε ό,τι της είπε η νεράιδα. Φαντάστηκε ότι η οικογένεια της δεν ήταν φτωχή αλλά ούτε πλούσια. Μπορούσαν όμως,να κάνουν μία άνετη ζωή. Η ίδια είχε την πλούσια βιβλιοθήκη που τόσο καιρό ονειρευόταν. Ήταν γεμάτη με μυθιστορήματα, ποιήματα, εγκυκλοπαίδειες για ζώα, φυτά, αρχαίους πολιτισμούς και ιστορίες, βιογραφίες σπουδαίων ανθρώπων και παραμύθια. Ζούσαν σε ένα ευρύχωρο σπίτι που ο καθένας είχε το δωμάτιό του. Ο κήπος τους ήταν μεγάλος, γεμάτος δέντρα και πολύχρωμα λουλούδια.

   Μετά η Κρυστάλλη άνοιξε τα μάτια της και είδε ένα διαφορετικό δωμάτιο. Ήταν ένα φωτεινό, μεγάλο ροζ δωμάτιο, με μία ξύλινη βιβλιοθήκη που ήταν γεμάτη με όλα τα βιβλία που είχε φανταστεί. Είχε ένα μεγάλο άνετο κρεβάτι, ένα μπορντό γραφείο και ζεστά χρωματιστά χαλιά. Η Κρυστάλλη, δεν πίστευε στα μάτια της και πήγε να ρίξει μια ματιά και στο υπόλοιπο σπίτι. Όλα ήταν όπως τα είχε φανταστεί. Οι γονείς της ήταν στον κήπο χωρίς να έχουν καταλάβει τι είχε γίνει. Όλα τούς φαίνονταν φυσιολογικά. Κανείς δεν ήξερε τίποτα για αυτή την αλλαγή εκτός από την Κρυστάλλη.

   Αφού τα είδε όλα αυτά γύρισε στο δωμάτιό της με τη Χιονούλα. Εκεί την ευχαρίστησε για όλα όσα έκανε. Η Κρυστάλλη, πλέον, ήταν ευτυχισμένη. Είχε τα δικά της βιβλία και δεν χρειαζόταν πλέον να τα δανείζεται. Η οικογένειά της ζούσε, τώρα καλύτερα.

-Κρυστάλλη, χαίρομαι που κατάφερα να εκπληρώσω τις ευχές σου και να σε κάνω χαρούμενη. Ήρθε, όμως, η ώρα να πηγαίνω.

-Μα, γιατί; Ακόμη δεν γνωριστήκαμε!

-Δεν γίνεται να μείνω άλλο, όσο και να το θέλω.

-Καλά, αλλά πώς θα σε ευχαριστήσω για όλα αυτά; είπε η Κρυστάλλη δείχνοντας το νέο σπίτι της.

-Δεν χρειάζεται να μου δώσεις κάτι. Το μόνο που θέλω είναι να με βάλεις στο σεντούκι μου, να το κλείσεις και να πεις αυτά τα λόγια:

Το σεντούκι τούτο ’δω πίσω να γυρίσει

Και σ’ άλλο παιδί τόση χαρά

Του χρόνου να χαρίσει

 

-Εντάξει, λοιπόν, ας το κάνουμε.

Αυτή ήταν η τελευταία κουβέντα της με τη Χιονούλα πριν την αποχαιρετήσει. Η Κρυστάλλη ακολούθησε τις οδηγίες της νεράιδας και το σεντούκι εξαφανίστηκε. Το μαγικό βιβλίο ανήκε πλέον στην Κρυστάλλη, η οποία άκουσε την νεράιδα και το έκρυψε κάτω από την αγαπημένη την αγαπημένη της μανταρινιά.

   Η οικογένεια συνέχισε να απολαμβάνει την καινούρια της ζωή. Το βιβλίο δεν θα το έβρισκε κανείς, πέρα από την Κρυστάλλη. Και έζησαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα.

                                                                              Νικολοπούλου Δήμητρα

 

Η Μαρία Πρίντζιου παρουσιάζει τη δική της ιστορία για το κορίτσι που αγαπούσε τα βιβλία

http://storybird.com/books/2-156/?token=9dxhacskhv

 

Η Αγγελική Παναγοπούλου παρουσιάζει το δικό της παραμύθι

http://storybird.com/books/-14505/?token=edbju7spfk

 

 

Η λέσχη ανάγνωσης γιόρτασε την ημέρα της γυναίκας με έναν σύντομο καταιγισμό ιδεών

από γυναίκες συγγραφείς και ηρωίδες λογοτεχνικών έργων που διδάσκονται στο σχολείο

 

 

Το βιβλίο των βιβλίων

Μια συλλογή με αναφορές διάσημων λογοτεχνών στις βιβλιοθήκες

Του ΧΡΗΣΤΟΥ ΣΙΑΦΚΟΥ

 

Τι κοινό μπορεί να έχει ο Ανδρέας Εμπειρίκος με τον Ιούλιο Βερν, ο Χόρχε Λουίς Μπόρχες με τον Ουμπέρτο Εκο και οι τέσσερίς τους με τον Εμμανουήλ Ροΐδη και τον Γουόλτ Ντίσνεϊ;

Όλοι, κάποια στιγμή, όπως και πολλοί άλλοι, έγραψαν με πάθος για τις βιβλιοθήκες, όπως αποδεικνύεται στο βιβλίο με τον τίτλο -τι άλλο: «Περί βιβλιοθηκών» (εκδόσεις «Άγρα»).

«Πρόκειται για μια βιβλιοφιλιική και παιγνιώδη ανθολογία. Με κανέναν τρόπο δεν αποζητάμε την πληρότητα. Τα κείμενα που επιλέχτηκαν συνδέονται μεταξύ τους με πολλούς τρόπους και συχνά, άμεσα ή έμμεσα, το ένα παραπέμπει στο άλλο», ξεκαθαρίζει στον πρόλογο ο εκδότης Σταύρος Πετσόπουλος, ο οποίος προφανώς είχε την ιδέα της πρωτότυπης αυτής ανθολόγησης.

Και έτσι από τις πρώτες κιόλας σελίδες βρίσκουμε τις εκλεκτικές συγγένειες, όταν π.χ. διαβάζουμε στο απόσπασμα από τον «Ναυτίλο» του Βερν σε καθαρεύουσα τον διάλογο ανάμεσα στον καθηγητή Αρονάξ και τον πλοίαρχο Νέμο σε μετάφραση του 1894 από τον Αλέξανδρο Σκαλίδα, όπου αφού ο Αρονάξ περιηγείται στους 12.000 τόμους του ευχαριστεί τον Νέμο «διότι εθέσατε την βιβλιοθήκη ταύτην εις την διάθεσίν μου. Υπάρχουσιν εδώ θησαυροί επιστήμης, και θα επωφεληθώ εξ αυτών». Και ο πλοίαρχος απαντά πως ''Η αίθουσα είναι ωσαύτως και καπνιστήριον''».

* Το παραπάνω απόσπασμα ταιριάζει με την περιγραφή της βιβλιοθήκης του «Μεγάλου Ανατολικού» του Εμπειρίκου, όπου εισέρχεται ο ελβετός ιατροφιλόσοφος Χανς Έντελμαν (αφού κάπνισε ένα πούρο στο κατάστρωμα). Εκεί θα περιηγηθεί τον πλούτο των βιβλίων, αλλά και θα εκπλαγεί ευχάριστα όταν ανακαλύψει ότι «εις το τελευταίον ράφι του τμήματος τούτου της βιβλιοθήκης διέκρινε πολλά εκ των μεγαλυτέρων και πλέον περιφήμων ερωτικών ή ερωτογραφικών έργων, εξ εκείνων που πολύ σπανίως συναντά κανείς εις βιβλιοθήκας προοριζομένας για το ευρύ κοινόν».

* Ο Μπόρχες με τη σειρά του αφήνει τη φαντασία του να οργιάσει περιγράφοντας τη «Βιβλιοθήκη της Βαβέλ», που τη φαντάζεται ως «το σύμπαν από ένα ακαθόριστο και ίσως άπειρο αριθμό εξαγωνικών στοών, με τεράστιους αεραγωγούς στη μέση, περιφραγμένους με πολύ χαμηλά κάγκελα. Είκοσι μεγάλα ερμάρια καλύπτουν όλες τις πλευρές. Το ύψος τους, που φτάνει ως την οροφή, είναι ελάχιστα μεγαλύτερο από το ύψος ενός μέσου βιβλιοθηκαρίου».

* Ο Έκο ξεκινά το περίφημο κείμενό του για την ιδανική βιβλιοθήκη τσιτάροντας τον Μπόρχες και τη «Βιβλιοθήκη της Βαβέλ», αλλά κλείνοντας το μάτι και προς τον Εμπειρίκο όταν φαντάζεται την ιδανική βιβλιοθήκη ως χώρο και για ερωτική συνεύρεση. Περιγράφει τις βιβλιοθήκες που αγαπάει και δίνει τη συνταγή του τέλειου ως προς την ταξινόμηση, τη θέση του ιδρύματος και την κοινωνική συμπεριφορά του, αναρωτιέται δε αν θα μπορέσει ποτέ να γίνει η ουτοπία πραγματικότητα.

* Ανορθόδοξα και με μεγάλες δόσεις σουρεαλισμού, για την τέχνη και τον τρόπο τακτοποίησης των βιβλίων μέσα στο σπίτι, γράφει ο Ζακ Περέ. Φτάνει στο σημείο να εξετάσει και τι άλλο μπορεί να τοποθετηθεί σε μια βιβλιοθήκη, προσθέτοντας στα τετριμμένα (φωτογραφίες κ.λπ.) τα φακελάκια με... αλάτι και πιπέρι που ξέμειναν από κάποιο αεροπορικό ταξίδι.

* Ο Βάλτερ Μπένζαμιν αναφέρεται στους συλλέκτες και με τίτλο «Αποσυσκευάζω τη βιβλιοθήκη μου» ισχυρίζεται πως γι' αυτούς μοίρα έχουν μάλλον τα αντίτυπα παρά τα βιβλία. Αφού «ο γνήσιος συλλέκτης θεωρεί ως αναγέννηση ενός παλαιού βιβλίου την απόκτησή του».

* Ο Ανρί Μεσονίκ βλέπει τη βιβλιοθήκη από μόνη της ως ένα «οπτικό αφήγημα» αλλά και ως «συσσωρευμένο χρόνο». Κι ακόμα ορίζει πως «από τον τρόπο που μπορείς να χάσεις τον εαυτό σου σε μια βιβλιοθήκη, διαισθάνεσαι πως θα τον επανεύρεις».

* Από ένα βιβλίο για τα βιβλία δεν θα μπορούσαν να λείψουν και οι άνθρωποι-βιβλία, όπως τους περιγράφει ο Ρέι Μπράντμπουρι στο «Φαρενάιτ 451». Σ' αυτή ακριβώς τη θερμοκρασία ένα βιβλίο πιάνει φωτιά και καίγεται, όπως ακριβώς συμβαίνει σε μια εφιαλτική μελλοντική κοινωνία, όπου το κράτος τα έχει απαγορεύσει κι έτσι ο μόνος τρόπος για να εξακολουθήσουν να υπάρχουν είναι η αποστήθισή τους.

* Στο «Περί βιβλιοθηκών» γίνεται εξαιρετικό φινάλε με την «Εθνική Βιβλιοθήκη εν έτει 1880» του αρμοδιότερου να μιλήσει γι' αυτήν Εμμανουήλ Ροΐδη. Όντως διατέλεσε έφορός της από το 1880 ως το 1903, πλουτίζοντάς την κατά 100.000 βιβλία και σώζοντας και συγκεντρώνοντας περί τα 1.500 μεσαιωνικά και άλλα χειρόγραφα.

* Ο τόμος θα κλείσει χαριτωμένα με Γουόλτ Ντίσνεϊ και ένα καρτούν σχετικό με τη βιβλιοθήκη του θείου Σκρουτζ. *

Η βιβλιοθήκη ως ουτοπία, η βιβλιοθήκη ως τόπος ερωτικών συνευρέσεων, η βιβλιοθήκη ως καπνιστήριο, ως τόπος οργάνωσης φόνων, η βιβλιοθήκη ως εχθρός του αναγνώστη, η βιβλιοθήκη που τρελαίνει τον ορθολογικό ταξιθέτη, η βιβλιοθήκη του βιβλιόφιλου, η βιβλιοθήκη ως μνήμη και ως τόπος ανευρέσεως θησαυρών…
 

Μιλώντας για βιβλιοθήκες δεν μπορεί κανείς να μην σταθεί ξεχωριστά στον μεγάλο αργεντινό συγγραφέα, τον Μπόρχες

Borges, Jorge Luis, Ο φύλακας των βιβλίων 
 

«Εδώ είν’ οι κήποι, οι ναοί και η αιτία που υπάρχουν οι ναοί 
η μουσική που πρέπει, τα λόγια τα σωστά, 
τα εξηντατέσσερα εξάγραμμα, 
τελετουργίες – η μοναδική σοφία 
που το Στερέωμα παραχωρεί στους ανθρώπους, 
η εξουσία εκείνου του αυτοκράτορα 
που αντανακλούσε τη γαλήνη του στον κόσμο – τον 
καθρέπτη του, 
έτσι που να καρπίσουν τα χωράφια 
και να μην ξεχειλίσουν τα ποτάμια από τις όχθες τους, 
ο πληγωμένος μονόκερος, 
που ξαναγύρισε για να σημάνει το τέλος, 
οι μυστικοί αιώνιοι νόμοι, 
η αρμονία του κόσμου. 
Όλα αυτά ή η ανάμνηση τους, βρίσκονται εδώ 
μες στα βιβλία που φυλάω σ’ αυτόν τον πύργο.

Με λένε Χσιάγκ. Φυλάω τα βιβλία, 
που ίσως είναι και τα τελευταία. 
Γιατί ούτε για την Αυτοκρατορία ξέρουμε πια τίποτα. 
Ούτε και για τον Γιό του Ουρανού. 
Εδώ είναι, στα ράφια ψηλά, 
την ίδια ώρα μακρινά και κοντινά, 
κρυφά και φανερά, όπως τα άστρα. 
Εδώ είναι οι κήποι, οι ναοί» 

 Στο: Περί Βιβλιοθηκών, Αθήνα, Εκδ. Αγρα, 1993 (μετφρ. Δημ. Καλοκύρη)

 

Διαβάστε επίσης τα διηγήματά του: "Η βιβλιοθήκη της Βαβέλ" και "Το βιβλίο από άμμο" 

 

 

Χωριά του βιβλίου: μια ιστορία σχεδόν 50 ετών

 ...“τα χωριά του βιβλίου” στην Ευρώπη είναι μικρά χωριά με πληθώρα από βιβλιοπωλεία, με βιβλία σε ευκαιρία και οτιδήποτε έχει σχέση με το βιβλίο (βιβλιοδεσία, καλλιγραφία, εικονογράφηση). Τα χωριά αυτά απευθύνονται, σχεδόν όλο το χρόνο, σε βιβλιόφιλους, εύπορους ερασιτέχνες συλλέκτες αλλά και σε όσους αναζητούν φθηνότερες εκδόσεις, παιδικά βιβλία και καρτούν. Το πρώτο χωριό του είδους δημιουργήθηκε στη Μεγ. Βρετανία στο Hay-on-Wye to 1963 από έναν εκκεντρικό Οξφορδιανό βιβλιοπώλη, τον Richard Booth. Ακολούθησε το χωριό Redu στο Βέλγιο το 1984, που δέχεται πλέον 800 000 επισκέπτες τον χρόνο και διαθέτει 40 καταστήματα εκ των οποίων τα 22 είναι ειδικευμένα βιβλιοπωλεία με πολλά θέματα. Το επόμενο χωριό του βιβλίου έγινε στην Γαλλία, το 1987, στο μεσαιωνικό χωριό Becherel. Σήμερα, το ενδιαφέρον για αυτά τα μέρη έχει εξαπλωθεί σε όλη την Ευρώπη και μπορείτε να επισκεφθείτε 25 τέτοια χωριά, σε 10 χώρες. Κοινό χαρακτηριστικό τους είναι το τουριστικό δυναμικό που διαθέτουν είτε λόγω της γεωγραφικής τους θέσης και της φυσικής ομορφιάς της τοποθεσίας, είτε λόγω της ιστορίας τους και των μνημείων που υπάρχουν. Ένα επί πλέον κοινό στοιχείο τους είναι το γεγονός ότι ο πληθυσμός τους (και η ηλικία των μόνιμων κατοίκων) όπως και η οικονομική δραστηριότητα του τόπου ήταν σε απόλυτο μαρασμό πριν μετατραπούν σε χωριά για βιβλία.

Τίνος είναι η πρωτοβουλία δημιουργίας τέτοιων χωριών; Στις περισσότερες περιπτώσεις είναι ιδιωτική. Για παράδειγμα μια ψυχαναλύτρια, μια μαία, μια διευθύντρια σχολείου, μια φοιτήτρια και ένας παλαιοπώλης, όλοι τους παθιασμένοι βιβλιόφιλοι Βρετανοί, βρίσκονται πίσω από την αναγέννηση μέσω των βιβλίων του χωριού Becherel της Γαλλίας. Εκεί, θα συναντήσετε σήμερα, εκτός από τους 750 μόνιμους κατοίκους του, έναν φούρνο, δυο κομμωτήρια και 18 βιβλιοπωλεία ειδικευμένα σε θέματα τέχνης και στα μεταχειρισμένα βιβλία. Οι πρωτοβουλίες αυτές με τον καιρό βρίσκουν και υποστήριξη από τις τοπικές αρχές που τις βλέπουν ως έναν τρόπο οικονομικής ανάκαμψης των περιοχών τους και έτσι συμβάλλουν στη διοργάνωση διαφόρων τακτικών εκδηλώσεων όπως φεστιβάλ γύρω από το βιβλίο.

Από ό,τι διαβάζω πάντως, αυτός ο ευαίσθητος τουρισμός έχει δώσει δείγματα γραφής: έχει επιτρέψει να παραμείνουν ανοιχτά δημοτικά σχολεία, έχει ενθαρρύνει την συντήρηση και ανακαίνιση κτηρίων με πολιτιστικό ενδιαφέρον, έχει προκαλέσε την αύξηση της αξίας της τοπικής ακίνητης περιουσίας, η οποία είχε εξανεμιστεί κατά την περίοδο του οικονομικού μαρασμού και τέλος έχει προσφέρει έναν καινούργιο τουριστικό προορισμό, ο οποίος φαίνεται να μην έχει επηρεαστεί σημαντικά από την ευρωπαϊκή οικονομική κρίση.

Η ερώτηση όμως παραμένει: διαβάζουν οι Έλληνες αρκετά ώστε να γοητευτούν από ένα τέτοιο εγχείρημα και να το στηρίξουν;

Φαίδρα Σίμιτσεκ

Μπορείτε να δείτε περισσότερα για τα χωριά του βιβλίου πατώντας στον παρακάτω σύνδεσμο:

http://aliceinbookworld.blogspot.gr/2013/02/blog-post_22.html

 

 

 

 

Η βιβλιοθήκη μου

Κάθε άνθρωπος που αγαπάει τα βιβλία σίγουρα φροντίζει να έχει μια πλούσια σε περιεχόμενο βιβλιοθήκη.

Κοιτάζοντας τη βιβλιοθήκη μου συνειδητοποίησα ότι έχω αρκετά βιβλία. Ένα μέρος της είναι, κατά τη γνώμη μου, ποιοτικό. Παρόλα αυτά απέχει από μια πλούσια βιβλιοθήκη. Έχω, για παράδειγμα, αρκετές εγκυκλοπαίδειες πάνω σε διάφορα θέματα αλλά δεν θα με πείραζε να αποκτήσω ακόμα περισσότερες. Οι εγκυκλοπαίδειες προσφέρουν γνώσεις που μας είναι απαραίτητες. Βέβαια, με την πρόοδο της τεχνολογίας, οι άνθρωποι έχουν στραφεί στις ηλεκτρονικές εγκυκλοπαίδειες, οι οποίες δεν είναι πάντα αξιόπιστες. Επίσης, έχω πολλά παραμύθια και παιδικά βιβλία τα οποία ξεφυλλίζω και ξαναδιαβάζω κάποια βράδια. Τις τριλογίες τις τοποθετώ σε ένα ξεχωριστό ράφι, καθώς δεν είναι όλες συμπληρωμένες. Από κλασικούς συγγραφείς έχω ορισμένους, όπως Βερν, Ουγκώ, Σαίξπηρ αλλά επιθυμώ να αποκτήσω πολλούς περισσότερους. Θα ήθελα βιβλία των Ντίκενς, Τουαίν και Άντερσεν. Ελπίζω μεγαλώνοντας να αποκτήσω τους κλασικούς που μου λείπουν.

Ένα από τα όνειρά μου είναι να αποκτήσω μια πλούσια και ποιοτική βιβλιοθήκη και πιστεύω ότι θα τα καταφέρω.

Δήμητρα Νικολοπούλου

 

Γίνε το κορίτσι που διαβάζει!

Πριν από περίπου δύο χρόνια είχε πέσει στα χέρια μου ένα κείμενο της Rosemarie Urquico με τίτλο "You should date a girl who reads” που σημαίνει: “Βγες με ένα κορίτσι που διαβάζει”. Αν κάνεις μία αναζήτηση στο διαδίκτυο σίγουρα θα το βρεις μεταφρασμένο κάπου και αξίζει να το διαβάσεις.           Γίνε το κορίτσι που διαβάζει! 

Ανάμεσα σε άλλα, αναφέρει η Urquico: “Είναι εύκολο να είσαι με ένα κορίτσι που διαβάζει. Χάρισέ της βιβλία στα γενέθλια, τα Χριστούγεννα και στις επετείους. Δείξε της ότι καταλαβαίνεις ότι τα λόγια είναι αγάπη. Να ξέρεις ότι γνωρίζει τη διαφορά μεταξύ βιβλίου και πραγματικότητας αλλά θα προσπαθήσει να κάνει τη ζωή της όπως το αγαπημένο της βιβλίο.” 

Αυτά τα κορίτσια είναι οι καλύτερες σύντροφοι, φίλες, συνάδελφοι... Αυτά τα κορίτσια ξέρουν να εκτιμούν τα βιβλία. Βασικά τα αγαπούν και τα αντιμετωπίζουν σαν να είναι σπάνια και πολύτιμα. Και είναι!

Τα βιβλία σε ταξιδεύουν χωρίς καν να χρειαστεί να φύγεις από εκεί που είσαι. Είναι η παρέα σου τα βράδια που πέφτεις νωρίς στο κρεβάτι, τις ώρες που ανεβαίνεις με το λεωφορείο στη δουλειά ή ταξιδεύεις μόνη σου στο τρένο για την Χαλκίδα, που σε έχει στήσει η φίλη σου στον καφέ. Τα βιβλία είναι γνώσεις και οι γνώσεις σου δίνουν δύναμη. Ποιος δεν θέλει να είναι δυνατός; 

Δεν σου λέω ότι είναι η λύση σε όλα σου τα προβλήματα αλλά σίγουρα θα τα κάνουν να μοιάζουν διαφορετικά. Σε εμένα τουλάχιστον πιάνει! Αγαπώ πολύ το διάβασμα σε σημείο που έχω λίστες με βιβλία που θέλω να διαβάσω και αγχώνομαι πότε θα τα προλάβω. Πολλές φορές ξεκινάω μέχρι και τέσσερα βιβλία ταυτόχρονα. Όταν κάτι πέφτει στα χέρια μου δεν μπορώ να το αφήσω. Ειδικά όταν είναι κάποιου συγγραφέα που μου αρέσει ή μου το έχει κάνει δώρο κάποιο αγαπημένο πρόσωπο ή απλά ταιριάζει το θέμα του με την εκάστοτε ψυχολογία μου.

Έχω πάντα στην τσάντα μου ένα βιβλίο που διαβάζω και πολλές φορές ανυπομονώ να φτάσει αυτή η ώρα που θα το ανοίξω και πάλι. Φυσικά, χάνομαι στον κόσμο των λέξεων. Έχω κατέβει πολλές φορές σε λάθος στάση θέλοντας να τελειώσω κάποιο κεφάλαιο. Έχω πέσει πάνω σε συνεπιβάτη γιατί κρατώντας το βιβλίο δεν μπορούσα να κρατήσω καλή ισορροπία. Αστεία πράγματα!

Χάνομαι στον κόσμο του βιβλίου. Για λίγο. Για όσο κρατάει η ανάγνωση. Μετά, απλά κρατάω αυτό που χρειάζομαι από το καθένα. Σπάνια θα ξαναδιαβάσω το ίδιο βιβλίο. Υπάρχουν τόοοοοοσα πολλά, που απλά θέλω να τα διαβάσω όοοοοολα όσο πιο σύντομα μπορώ. 
Η βιβλιοθήκη μου έχει πολλά που έχω αγοράσει και δεν έχω προλάβει ακόμα να διαβάσω. Αγοράζω βιβλία σε κάθε ευκαιρία. Θεωρώ αυτά τα λεφτά επένδυση.

Με έναν μαγικό τρόπο, οι άνθρωποι που είναι στη ζωή μου μοιράζονται μαζί μου την ίδια αγάπη για τα βιβλία. Δεν μου έχει τύχει ποτέ να κάνω παρέα με κάποιον που δεν διαβάζει. Ίσως βέβαια υποσυνείδητα και να το έχω επιλέξει. Μέσα από αυτούς έγινα το κορίτσι που διαβάζει! Που ξοδεύει τα λεφτά του σε νέες εκδόσεις και όχι σε ρούχα και καλλυντικά. Που πετάει από τη χαρά της αν της κάνεις δώρο ένα βιβλίο.

Που καμιά φορά γίνεται και η ξενέρωτη της παρέας γιατί προτιμά να αράξει σπίτι και να τελειώσει το τελευταίο μυθιστόρημα που ξεκίνησε.

Αυτά τα κορίτσια να ξέρεις όμως έχουν πολύ ενδιαφέρον... Και ξέρεις! Ένα κορίτσι που διαβάζει είναι καλύτερο όταν είναι κι ένα κορίτσι που γράφει... Καλά ναι, σίγουρα θα ήθελα πολύ να γράψω κι εγώ κάποτε το δικό μου βιβλίο!

Άρτεμις Θύμιου

Το κείμενο προέρχεται από τον παρακάτω ιστότοπο
http://butterfly-s-diary.blogspot.gr/2014/08/blog-post_37.html

 

 

Είσαι έτοιμος ν’ αρχίσεις να διαβάζεις το νέο μυθιστόρημα του Ίταλο Καλβίνο,

Αν μια νύχτα του χειμώνα ένας ταξιδιώτης. Χαλάρωσε. Συγκεντρώσου. Διώξε από πάνω σου κάθε άλλη σκέψη. Άσε τον κόσμο που σε περιβάλλει να διαλυθεί στην ασάφεια…

Πάρε την πιο αναπαυτική στάση: καθισμένος, πλαγιασμένος, κουλουριασμένος, ξαπλωμένος. Ξαπλωμένος ανάσκελα, στο ένα πλευρό, μπρούμυτα. Σε πολυθρόνα, σε ντιβάνι, σε κουνιστή καρέκλα, σε σαιζ λονγκ, σε πουφ. Σε μια αιώρα, αν έχεις βέβαια αιώρα. Πάνω στο κρεβάτι ή και κάτω από τα σεντόνια. Μπορείς, ακόμα, να βολευτείς με το κεφάλι κάτω, σε θέση γιόγκα. Με το βιβλίο αντεστραμμένο, εννοείται.       Βέβαια, κανένας ακόμα δεν μπόρεσε να βρει ποια είναι η ιδανικότερη στάση για διάβασμα.

 

Πριν βέβαια φτάσεις στην ιδανική στάση για διάβασμα πρέπει να έχεις επιλέξει το βιβλίο που θα διαβάσεις και αυτό δεν είναι εύκολη υπόθεση αν πιστέψουμε τον Καλβίνο

 

…«Ήδη στη βιτρίνα του βιβλιοπωλείου εντόπισες το εξώφυλλο με τον τίτλο που ζητούσες. Ακολουθώντας αυτό το οπτικό χνάρι, προχώρησες στο μαγαζί μέσα από το πυκνό δίχτυ των Βιβλίων Που Δεν Έχεις Διαβάσει και που σε κοιτάζουν συνοφρυωμένα από τους πάγκους και τα ράφια, προσπαθώντας να σε φοβίσουν.

Εσύ, όμως, ξέρεις πως δεν πρέπει να εντυπωσιαστείς, πως ανάμεσά τους είναι παραταγμένα στη σειρά τα Βιβλία Που Δεν Είναι Ανάγκη Να Διαβάσεις, τα Βιβλία Που Φτιάχτηκαν Για Άλλες Χρήσεις Και Όχι Για Να Διαβαστούν, τα Βιβλία Που Ήδη Διάβασες Χωρίς Να Κάνεις Τον Κόπο Να Τα Ανοίξεις Γιατί Ανήκουν Στην Κατηγορία Των Ήδη Διαβασμένων Πριν Ακόμα Γραφούν. Κι έτσι ξεπερνάς το πρώτο τείχος των επάλξεων. Τώρα σου επιτίθεται η στρατιά των Βιβλίων Που Αν Μπορούσες Να Ζήσεις Περισσότερες Ζωές Θα Διάβαζες Ευχαρίστως Αλλά Δυστυχώς Οι Μέρες Που Σου Απομένουν Να Ζήσεις Είναι Αυτές Που Είναι. Με μια γρήγορη κίνηση τα προσπερνάς και φτάνεις στις φάλαγγες των Βιβλίων Που Έχεις Πρόθεση Να Διαβάσεις Αλλά Πρώτα Έχουν Σειρά Κάποια Άλλα, των Βιβλίων Που Είναι Πολύ Ακριβά Και Που Μπορείς Να Περιμένεις Να Αγοράσεις Μισοτιμής, των Βιβλίων Που Επίσης Περιμένεις Να Αγοράσεις Όταν Θα Επανεκδοθούν Στις Οικονομικές Σειρές, των Βιβλίων Που Μπορείς Να Ζητήσεις Από Κάποιον Να Σου Δανείσει, των Βιβλίων Που Όλοι Πια Έχουν Διαβάσει Και Άρα Είναι Σαν Να Τα Έχεις Διαβάσει Κι Εσύ. Αποκρούοντας όλες αυτές τις εφόδους, φτάνεις κάτω από τους πύργους του οχυρού, όπου αντιστέκονται

τα Βιβλία Που Εδώ Και Πολύ Καιρό Έχεις Στο Πρόγραμμα Να Διαβάσεις,

τα Βιβλία Που Ψάχνεις Χρόνια Και Δε Βρίσκεις,

τα Βιβλία Που Αφορούν Κάτι Με Το Οποίο Ασχολείσαι, Αυτή Την Περίοδο,

τα Βιβλία Που Θέλεις Να Αγοράσεις Για Να Τα Έχεις Στη Διάθεσή Σου Για Κάθε Περίπτωση,

τα Βιβλία Που Θα Μπορούσες Να Βάλεις Κατά Μέρος Για Να Τα Διαβάσεις Ίσως Το Καλοκαίρι,

τα Βιβλία Που Σου Λείπουν Για Να Τα Βάλεις Δίπλα Σε Άλλα Στη Βιβλιοθήκη Σου,

τα Βιβλία Που Σου Εμπνέουν Μια Ξαφνική Φρενιασμένη Και Όχι Εύκολα Δικαιολογήσιμη Περιέργεια.

Ορίστε, λοιπόν, που μπόρεσες να μειώσεις τον απεριόριστο αριθμό των εχθρικών δυνάμεων σε ένα σύνολο αρκετά, βέβαια, μεγάλο, αλλά που μπορεί, τουλάχιστο, να υπολογιστεί με ένα συγκεκριμένο αριθμό, αν και αυτή η σχετική σου ανακούφιση δε σε γλιτώνει από τις παγίδες των Βιβλίων Που Διάβασες Πριν Πολλά Χρόνια Και Ήρθε Πια Ο Καιρός Να Ξαναδιαβάσεις και των Βιβλίων Που Πάντα Έλεγες Ότι Είχες Διαβάσει Και Ήρθε Πια Ο Καιρός Να Διαβάσεις Αληθινά.

Απελευθερώνεσαι με γρήγορα ζιγκ, ζαγκ, και με ένα πηδηματάκι μπαίνεις στην ακρόπολη των Καινούριων Βιβλίων Των Οποίων Ο Συγγραφέας Ή Το Θέμα Σε Ελκύουν. Αλλά και στο εσωτερικό αυτού του οχυρού μπορείς να προκαλέσεις ρήγματα ανάμεσα στα στίφη των υπερασπιστών του, χωρίζοντας αυτούς τους τελευταίους σε Καινούρια Βιβλία Των Οποίων Ο Συγγραφέας Ή Το Θέμα Δεν Είναι Νέα (για σένα, βέβαια, ισχύει μονάχα το διαζευκτικό ή) και σε Καινούρια Βιβλία Των Οποίων Ο Συγγραφέας Ή Το Θέμα Είναι Εντελώς Άγνωστα (τουλάχιστο σε σένα), και να προσδιορίσεις ακριβώς την έλξη που αυτά εξασκούν πάνω σου, στη βάση των επιθυμιών σου και των αναγκών σου για το καινούριο και για το όχι καινούριο (για το καινούριο που ψάχνεις να βρεις στο όχι καινούριο, και για το όχι καινούριο που ψάχνεις να βρεις στο καινούριο)…»

Ίταλο Καλβίνο, «Αν μια νύχτα του χειμώνα ένας ταξιδιώτης» 

 

 

Μια αληθινή ιστορία από το Ιράκ και την εισβολή του Απρίλη του 2003. Η Αλία, υπεύθυνη της βιβλιοθήκης, σώζει το μεγαλύτερο μέρος των βιβλίων της Βιβλιοθήκης της Βασόρας, με θάρρος και αισιοδοξία, πιστή στο όνειρό της: τις ημέρες της ΕΙΡΗΝΗΣ!

Η ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΑΡΙΟΣ ΤΗΣ ΒΑΣΟΡΑΣ.pdf (900429)

 

Μπορεί ένα βιβλίο να γίνει αντικείμενο αστυνομικής έρευνας σαν να επρόκειτο για ένα έγκλημα, με ίχνη στις σελίδες του, στις γκραβούρες του και στα διακριτικά της εκτύπωσής του; Ο Λούκας Κόρσο, ένας μισθοφόρος της βιβλιοθήκης κυνηγός βιβλίων για λογαριασμό άλλων, πρέπει να βρει απάντηση σ' αυτό το ερώτημα όταν αναλαμβάνει μια διπλή αποστολή από τους πελάτες του: να διαπιστώσει τη γνησιότητα ενός χειρόγραφου κεφαλαίου των "Τριών Σωματοφυλάκων" και να λύσει το αίνιγμα ενός παράξενου βιβλίου, που κάηκε το 1667 μαζί με τον άνθρωπο που το τύπωσε. Η έρευνα παρασέρνει τον Κόρσο σε μια επικίνδυνη αναζήτηση, που θα τον φέρει στα αρχεία της Ιερής Εξέτασης, στα απαγορευμένα βιβλία, σε σκονισμένα ράφια βιβλιοπωλείων με παλιούς τόμους και στις εκλεκτές βιβλιοθήκες φημισμένων συλλεκτών. Με το ιδιαίτερο αφηγηματικό ταλέντο του ο Ρεβέρτε, που έχει χαρακτηριστεί ως ο μετρ του έξυπνου σασπένς, χτίζει πέτρα πέτρα το "Η Λέσχη 'Δουμάς'" με μια συναρπαστική πλοκή, όπου δίνουν ραντεβού τα συστατικά του κλασικού μυθιστορήματος, οι ιστορίες μυστηρίου και οι τεχνικές της περιπετειώδους επιφυλλίδας. Το μυθιστόρημα μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο από τον Ρομάν Πολάνσκι το 1999, με τίτλο "Η ένατη Πύλη" και πρωταγωνιστές τους Johny Depp και Lena Olin.

 

Είναι μακρινή η εποχή όπου μια υπογραφή του Δουμά πολλαπλασίαζε τα αντίτυπα και πλούτιζε εκδότες. Σχεδόν όλα τα μυθιστορήματά του εμφανίστηκαν έτσι, σε συνέχειες, με το «συνεχίζεται στο επόμενο» στο τέλος της σελίδας, και το κοινό έμενε με την ψυχή στο στόμα έως το επόμενο κεφάλαιο. Στα αναγνώσματα σε συνέχειες, το μυστικό της επιτυχίας είναι απλό: ο ήρωας, η ηρωίδα, με αρετές ή χαρακτηριστικά που αναγκάζουν τον αναγνώστη να ταυτιστεί μαζί τους…

Αν συμβαίνει αυτό σήμερα με τα τηλεμυθιστορήματα, φανταστείτε το αποτέλεσμα εκείνη την εποχή, χωρίς ραδιόφωνο και τηλεόραση, με μια αστική τάξη άπληστη για εκπλήξεις και ψυχαγωγία, με μικρές απαιτήσεις για ποιότητα και καλό γούστο…

Το πνεύμα του Δουμά το κατάλαβε αυτό και με σοφή αλχημεία παρασκεύασε ένα προϊόν εργαστηρίου: λίγες σταγόνες απ’ αυτό, λίγες από εκείνο και το ταλέντο του. Αποτέλεσμα; Ένα ναρκωτικό που δημιουργούσε εξαρτημένους. Και ακόμη τους δημιουργεί.

 

Η επιφυλλίδα δημιούργησε πολύ χαρτί για πέταμα, αλλά ο Δουμάς ήταν πάνω απ’ αυτό… Στη λογοτεχνία, ο χρόνος είναι ένα ναυάγιο όπου ο Θεός αναγνωρίζει τους πιστούς του. Σας προκαλώ να αναφέρετε μυθιστορηματικούς ήρωες που επιζούν όπως ο Ντ’ Αρντανιάν και οι σύντροφοί του, εκτός ίσως από τον Σέρλοκ Χολμς του Κόναν Ντόυλ… Ο κύκλος των Τριών Σωματοφυλάκων αποτελεί ένα μυθιστόρημα περιπέτειας αναμφισβήτητα μελοδραματικό. Θα του βρείτε όλες τις αμαρτίες του είδους του. Αλλά είναι επίσης ένα λαμπρό μυθιστόρημα, πολύ ψηλότερα από τα συνήθη επίπεδα του είδους του. Μια ιστορία φιλίας και περιπετειών που παραμένει ζωντανή παρά την αλλαγή των προτιμήσεων και την ανόητη απώλεια κύρους που υπέστη η δράση. Φαίνεται πως από τον Τζόυς και μετά θα πρέπει να βολευτούμε με τη Μόλλυ Μπλουμ και να απαρνηθούμε τη Ναυσικά μετά το ναυάγιο, σε μια παραλία… Αν πρόκειται για έναν Οδυσσέα, προτιμώ αυτόν του Ομήρου.

Η λέσχη «Δουμάς» ή Η σκιά του Ρισελιέ, Αρτούρο Πέρεθ-Ρεβέρτε 

 

Ο «Μεγάλος λαβύρινθος» είναι ένα από τα 45 βιβλία του συγγραφέα Φερνάντο Σαβατέρ, καθηγητή Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Κόμπλουτενθ της Μαδρίτης και ο τίτλος είναι εμπνευσμένος από το παιχνίδι «Στοιχειωμένο σπίτι» του λούνα παρκ της πόλης όπου ο Σαβατέρ έζησε τα παιδικά του χρόνια.

Ο Χάικο, ο Φίσκο, η Σάρα, ο Άρνο, ο κύριος Πανταλέων και ο παπαγάλος Σενέκας είναι οι κεντρικοί ήρωες του βιβλίου.

Τα τέσσερα παιδιά και ο κύριος Πανταλέων αντιμετωπίζουν κινδύνους και μπλέκουν σε περιπέτειες στην προσπάθειά τους να σώσουν τους συγγενείς τους, που κινδυνεύουν, εγκλωβισμένοι σε ένα στάδιο παρακολουθώντας έναν «ψυχοφάγο» ποδοσφαιρικό αγώνα.

Οι γονείς του Χάικο καθώς και αυτοί της Σάρας και του Άρνο και ο θείος του Φίσκο βρίσκονται σ’ αυτό το στάδιο πάνω από μια βδομάδα βλέποντας ανθρωπόμορφα τέρατα αντί για ποδοσφαιριστές να αγωνίζονται και να καταβροχθίζουν θεατές σε κάθε γκολ.

Τα παιδιά ανησυχούν από τη μακροχρόνια απουσία των δικών τους και πηγαίνουν στο στάδιο να τους αναζητήσουν. Εκεί καταλαβαίνουν ότι οι γονείς τους είναι τόσο απορροφημένοι από το παιχνίδι και δεν αντιλαμβάνονται τον κίνδυνο που διατρέχουν.

Αποφασίζουν να τους σώσουν, όμως ανακαλύπτουν πως δεν μπορούν να ξεφύγουν, αφού οι πόρτες του σταδίου είναι σφραγισμένες. Στην προσπάθειά τους να ξεφύγουν βοηθούνται από μια ηλικιωμένη γυναίκα. Αυτή τους οδηγεί σε μια έξοδο και ταυτόχρονα τους δίνει ένα παζλ, το οποίο αν καταφέρουν να λύσουν θα μπορέσουν να ελευθερώσουν τους αγαπημένους τους.

Στο παζλ πρέπει να συμπληρωθούν οκτώ γράμματα.

Τα παιδιά καταφεύγουν στη βοήθεια του βιβλιοπώλη κυρίου Πανταλέων, που διατηρεί το βιβλιοπωλείο «Το πηγάδι και το εκκρεμές». Του εμπιστεύονται το πρόβλημά τους και αυτός μαζί με τον γκρινιάρη αδερφό του, Ιλαρίωνα και τον παπαγάλο Σενέκα, τους προσφέρει έναν τρόπο να το αντιμετωπίσουν.

Στο βιβλιοπωλείο υπάρχει ένας μικρός θάλαμος ο «Λαβύρινθος των σειρήνων». Είναι μια μηχανή που μπορεί να ταξιδέψει τα παιδιά στα βιβλία ώστε να βρουν τα γράμματα του παζλ.

Στο θάλαμο του «βιβλιοχρόνου» τα παιδιά μπαίνουν εναλλάξ και ο Σενέκας τους λέει κάθε φορά ποιο γράμμα πρέπει να φέρουν.

Πηγαίνουν στον Δον Κιχώτη του Θερβάντες ο οποίος τους βοηθάει να αντιμετωπίσουν δυο τεράστιους γίγαντες και τους προσφέρει τελικά το γράμμα Α.

Μπαίνουν στην «Εγκυκλοπαίδεια» των Ντιντερό και Ντ’ Αλαμπέρ, τη σώζουν από την καταστροφή και παίρνουν σε αντάλλαγμα το Λ.

Καταπολεμούν το δουλεμπόριο μαζί με τον Σεβάχ το Θαλασσινό στις «Χίλιες και μια νύχτες» και εξασφαλίζουν το Υ.

Γνωρίζουν τον άγριο Καίσαρα Βοργία και τις εκπληκτικές εφευρέσεις του Ντα Βίντσι και καταφέρνουν να βρουν το Ι.

Βρίσκονται στις στέπες της Μογγολίας με τον Κινέζο φιλόσοφο Λάο Τσε που τους μιλά για την ψυχή και ανακαλύπτουν το γράμμα Ε.

Γίνονται «ανίψια» του Όσκαρ Ουάιλντ και παρακολουθούν τον Σέρλοκ Χολμς να εξιχνιάζει μια ληστεία και έτσι αποκτούν το Ρ.

Στα κανάλια της Βενετίας βοηθούνται από τον έμπορο Σάιλοκ του Σέξπιρ να βρουν το Τ.

Και στην Πράγα ο φυλακισμένος από το καθεστώς φιλόσοφος Πατόσκα τους δίνει ένα ακόμα Ε.

Έχοντας όλα τα γράμματα προσπαθούν να λύσουν το παζλ και τότε η Σάρα καταλαβαίνει ότι η λέξη που ζητούν είναι ΛΕΥΤΕΡΙΑ.

Τα παιδιά έχουν λύσει το παζλ αλλά έχουν χάσει τον αγαπημένο τους κύριο Πανταλέων, αφού τον σκότωσαν οι «ψυχοφάγοι» μπαίνοντας στο βιβλιοπωλείο.

Μετά από πολλές καταδιώξεις από τους ¨ψυχοφάγους» η Σάρα με τον Άρνο φτάνουν στο στάδιο και χρησιμοποιώντας το παζλ απεγκλωβίζουν τους θεατές. Περιμένουν να τους δουν να βγαίνουν χαρούμενοι, αλλά εκείνοι δείχνουν μάλλον ενοχλημένοι από τη διακοπή του αγώνα.

Οι τέσσερις φίλοι συνειδητοποιούν ότι μέσα από όλα αυτά έχουν αποκτήσει γνώσεις, εμπειρίες, ανοιχτούς πνευματικούς ορίζοντες και ότι ο αγώνας τους έγινε για να φτιάξουν «μια ψυχή δική τους, αποφασιστική και ευέλικτη, απρόσβλητη από προκαταλήψεις, ψευτοντροπές και αλαζονεία. Μια ψυχή αλληλέγγυα, μοναχική…»

 

Σωτήρης Σωτηρόπουλος

 

Το βιβλίο «90 κλασικά βιβλία» δεν έχει ένα μόνο συγκεκριμένο θέμα, αλλά παρουσιάζει τα πιο διάσημα μυθιστορήματα σε τέσσερα εικονογραφημένα τετράγωνα με τη μορφή κόμικ. Μας θυμίζει μ’ αυτό τον αστείο τρόπο βιβλία που έχουμε διαβάσει ή μας δίνει κάποιες πληροφορίες για βιβλία που σκοπεύουμε να αγοράσουμε.    Πέτρος Τατάζη

 

TΟ ΧΑΡΤΙΝΟ ΣΠΙΤΙ

 

Συγγραφέας: Κάρλος Μαρία Ντομίνγκες

Εκδόσεις: Πατάκη

Μετάφραση: Λένα Φραγκοπούλου

Περίληψη

Τα βιβλία  μερικές φορές μπορεί να αποδειχθούν άκρως επικίνδυνα. Αυτό δεν μπορούμε να το αντιληφθούμε κατά την διάρκεια της ημέρας ή μπορεί πολύ απλά να περνάει μπροστά από τα μάτια μας και εμείς πολύ εύκολα να το προσπερνάμε. Αυτό το μήνυμα προσπαθεί να μας περάσει και το συγκεκριμένο βιβλίο. Πώς μπορεί μια εγκεκριμένη καθηγήτρια της λατινοαμερικάνικης λογοτεχνίας να βρίσκει ένα τόσο άδοξο και παράλογο τέλος από ένα βιβλίο; Τα βιβλία μπορούν να σου χαρίσουν απλόχερα ένα τέλος που ούτε καν μπορούσες να φανταστείς και αυτό αποδεικνύεται με πλουσιοπάροχα παραδείγματα στις πρώτες σελίδες του βιβλίου. Λίγες μέρες μετά την κηδεία της Μπλούμα καταφτάνει στο γραφείο της ένα δέμα που θα αναστάτωνε και θα άλλαζε ριζικά ας πούμε την ζωή ενός από τους πρώην  εραστές της και βασικού συνεργάτη της στη δουλειά. Η περίεργη εμφάνιση του πακέτου μας οδηγεί σ’ ένα ταξίδι στον μαγικό κόσμο της ανάγνωσης με πολλές ανατροπές και διάφορες, αναπάντεχες γνωριμίες. Μέσα από αυτή την νουβέλα περιγράφεται ο πιο αλλόκοτος έρωτας μεταξύ ανθρώπων και βιβλίων.

Προσωπικό σχόλιο
« Είμαι τύπος που δεν συνηθίζει τα βιβλία με ρομάντζα και ιστορίες αγάπης. Αυτό συμπέρανα από την πρώτη μου επαφή με το βιβλίο. Έκανα ένα μεγάλο λάθος. Το βιβλίο αυτό συνδυάζει δύο πολύ αγαπημένα θέματα και προτιμήσεις μου σε βιβλία. Υπάρχει άφθονη ποικιλία βιβλίων που θα μπορούσα να διαβάσω μέσα από αυτό το αριστούργημα. Η προσωπική μου άποψη για τους συγγραφείς της Λατινικής Αμερικής δεν παύει να ισχύει, απλά αυτό το βιβλίο με βοήθησε να καταλάβω ότι όλοι οι συγγραφείς δεν έχουν τον ίδιο τρόπο σκέψης. Είναι ένα βιβλίο που διαβάζεται όλες τις ώρες της μέρας και σε οποιοδήποτε χώρο όμως πάντα με καθαρό μυαλό για να καταλάβει κανείς την πραγματική αξία του βιβλίου»

 

Το βιβλίο για το όποιο γίνεται όλη αυτή η φασαρία μέσα στο μυθιστόρημα είναι η «Γραμμή Σκιάς» του Τζόζεφ Κονραντ. Πρόκειται  για μια αυτοβιογραφία και το δεύτερο βιβλίο του συγγραφέως. Περιγράφει την ιστορία ενός νεαρού ναυτικού, στο άνθος της ηλικίας ανάμεσα στη νιότη και την ωριμότητα, που παρατά την άνεσή του στο εξαιρετικό καράβι που υπηρετεί και αναλαμβάνει Καπετάνιος μόλις λίγες μέρες μετά σε ένα σκαρί με πολλά προβλήματα, που βρίσκεται ακυβέρνητο κάπου στην μέση του πουθενά. Η γραφή του Κόνραντ είναι ενδιαφέρουσα και αυτό κάνει το βιβλίο ευκολοδιάβαστο.

Κάτι άλλο αξιοσημείωτο είναι η επιθυμία του θύματος να κάνει κανό στο ποταμό Μακόντο. Κάτι που όπως αναφέρει της  δημιουργήθηκε μετά την ανάγνωση του βιβλίου «Εκατό Χρόνια Μοναξιά». Ήταν κάτι που ήθελε αρκετό ψάξιμο θεωρώ.
Ο συγγραφέας είναι ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μαρκές. Ο συγγραφέας είναι βραβευμένος με το νόμπελ λογοτεχνίας το 1982. 

Στις πρώτες σελίδες του βιβλίου γίνεται αναφορά σε δύο ιδιαίτερα γνωστούς λατινοαμερικάνους συγγραφείς. Ο ένας είναι ο Jorge Luis Borges, Αργεντίνος συγγραφέας που θεωρείται μία από τις σημαντικότερες  λογοτεχνικές μορφές του 20ού αιώνα. Παρόλο που είναι πιο γνωστός για τα διηγήματά του (όπου κυριαρχεί το στοιχείο του φανταστικού), ο Μπόρχες ήταν επίσης δοκιμιογράφος, ποιητής και κριτικός.

Και ο δεύτερος είναι ο Adolfo Bioy Casares, ένας Αργεντινός συγγραφέας φαντασίας, δημοσιογράφος, μεταφραστής κτλ. Ήταν ένας φίλος και συχνά συνεργάτης με τον συμπατριώτη του Jorge Luis Borges, και έγραψε αυτό που πολλοί θεωρούν ένα από τα καλύτερα κομμάτια για φανταστικό μυθιστόρημα, νουβέλα Η εφεύρεση του Μορέλ.

 

Αυτό που με εξέπληξε πραγματικά από όλο το βιβλίο είναι αυτή η λεπτομερής περιγραφή της βιβλιοθήκης του ήρωα του βιβλίου. Αυτές οι αμέτρητες εκδόσεις βιβλίων και το συναίσθημα που δημιουργείται μόνο από το άκουσμα του τίτλου είναι κάτι το μοναδικό, ένα αίσθημα που μόνο πραγματικοί βιβλιοφάγοι θα μπορούσαν να αναγνωρίσουν. Αυτό το πράγμα που νιώθει κάποιος όταν πάει να χαρίσει, να πετάξει, να δανείσει ή να πουλήσει ένα βιβλίο είναι ένα ράγισμα μες στην καρδιά. Όσο περίεργο και αν ακούγεται είναι αλήθεια, εξάλλου το λέει και ο ίδιος ο συγγραφέας: «Συχνά είναι πιο δύσκολο να ξεφορτωθείς ένα βιβλίο παρά να το αποκτήσεις. Κολλάνε πάνω μας με ένα συμφωνητικό ανάγκης και λησμονιάς, σαν να ήταν μάρτυρες κάποιας στιγμής της ζωής μας που δεν θα ξαναζήσουμε».

Αφήνοντας αυτά, ας μιλήσουμε για τα είδη των βιβλίων που περιέχει αυτή η βιβλιοθήκη. Είναι αξιοπρόσεκτος και ο τρόπος που κρατάει τα βιβλία του και ας είναι βιβλία που δεν πρόκειται να του χρειαστούν ή να τα ξαναδιαβάσει.

 

Ποιά είναι η διαφορά μεταξύ βιβλιόφιλων;

Άλλο ένα ερώτημα που απαντάται στο βιβλίο και συγκεκριμένα στην αρχή του δευτέρου κεφαλαίου. Λοιπόν, από την μία πλευρά έχουμε τους βιβλιοσυλλέκτες, οι οποίοι έχουν ως βασική τους προτεραιότητα την συλλογή διαφόρων σπάνιων εκδόσεων, όπως αναφέρει χαρακτηριστικά και στο βιβλίο. Από την άλλη μεριά έχουμε και τους βιβλιοφάγους οι οποίοι είναι ικανοί να κάνουν τα αδύνατα δυνατά για να πάρουν στην κατοχή τους ένα βιβλίο. Είναι βιβλιόφιλοι με πάθος, που γίνονται ένα με το βιβλίο και θα μπορούσαν να πληρώσουν γιγαντιαία ποσά για μία σημαντική έκδοση.
 

3ο Κεφάλαιο

Επίσκεψη σε σπίτι! Ήρωας! προσωπικές σκέψεις! απορίες!

Δεν μπορώ να καταλάβω… ποιος άλλος θα μπορούσε να το κάνει αυτό; Ποιος θα άντεχε να έχει τα βιβλία του τόσο ακατάστατα και απρόσεκτα τοποθετημένα μέσα στο σπίτι; Ποιος θα μπορούσε να κάθεται να τα βλέπει να πεθαίνουν αργά-αργά; Ποιος άλλος εκτός από αυτόν; Ναι, αυτόν  που ούτε ο ίδιος αλλά ούτε και ο Θεός δεν ξέρει πόσες και ποιες εκδόσεις κατέληξε να έχει! Μα φυσικά και μιλάω  για τον κ. Μπράουερ! Για ποιόν άλλον νομίζατε; Ξέρετε πολλούς ανθρώπους να έχουν πάνω από 20.000 εκδόσεις βιβλίων και να μην το ξέρουν; Μα  φυσικά και όχι!

Κάτι εντυπωσιακό είναι ο συνδυασμός που κάνει αυτός ο άνθρωπος στους συγγραφείς των βιβλίων! Όπως αναφέρει έντονα στο βιβλίο, δεν θα μπορούσε ποτέ να βάλει στο ίδιο ράφι  δύο ή και περισσότερους συγγραφείς  που δεν ταιριάζουν  θεματικά, νεκρούς ή ζωντανούς, φίλους  ή εχθρούς! Του ήταν πιο εύκολο να αλλάξει θέση σε 100 εγκυκλοπαίδειες  παρά να βάλει στο ίδιο ύψος δύο συγγραφείς οι οποίοι είχαν τσακωθεί, μαλώσει, σκοτωθεί, πειραχθεί για κάτι που ένας θεός ξέρει αν θυμούνται  ακόμα και οι ίδιοι.

Περνώντας  αρκετά σοβαρά θέματα θα πάω σε κάτι  που δεν ξέρω για ποιο λόγο με πρόσβαλε, άλλα και θα πρόσβαλε τον κάθε βιβλιοφάγο. Όσο γοητευτικό και αν ακούγεται το να χρησιμοποιείς τα βιβλία με τέτοιο τρόπο όπως τα χρησιμοποιούσε εκείνος (βλ. σελ. 78) δεν είναι ανεχτό. Δεν μπορείς να πάρεις έτσι στα ξαφνικά ένα βιβλίο του Μπόρχες και να το κάνεις  «τούβλο» για το περβάζι ή ούτε να πάρεις ένα συλλεκτικό τόμο του Σαίξπηρ και να τον καταντήσεις τσιμεντοκονία. Είναι μεγάλη βαναυσότητα. Είναι βασικά σαν να θεωρείς τα βιβλία τούβλα τα οποία είναι πολύ καλά για τη βάση άλλα στο τέλος κανείς δεν ενδιαφέρεται για αυτά!

 

Τι θα μπορούσε να σημαίνει ο τίτλος «ΧΑΡΤΙΝΟ ΣΠΙΤΙ»;

Πολύ εύκολα όπως και από τα παραπάνω λόγια αλλά και από τις σελίδες 78-79 θα μπορούσε κανείς να καταλάβει τι σημαίνει ο τίτλος. Απλός, περιγραφικός αλλά και βαθυστόχαστος! Μπορεί να λειτουργεί βέβαια και λίγο ειρωνικά γιατί όπως αναφέρει και στο βιβλίο χρησιμοποιεί τα βιβλία του για να προστατευτεί! Αλλά από τι να προστατευτεί; Μήπως από τον έξω κόσμο ή τις κακοκαιρίες ή από το κρύο το χειμώνα και τη ζέστη το καλοκαίρι. Σημαντικά μέρη του σπιτιού του είναι ¨χτισμένα¨ από τα βιβλία άρα και ο τίτλος λειτουργεί ακριβώς ( σαν καρμπόν ένα πράγμα) με τον χαρακτήρα και τις σκέψεις ενός βασικού πρωταγωνιστή του μυθιστορήματος.

 

Βιβλία τι , πώς, πού, από ποιόν και γιατί!

Τι απαιτείται άραγε για να γίνει ένα βιβλίο; Πόσοι χρειάζονται; Έχεις αναρωτηθεί ποτέ; Ήξερες εσύ ότι χρειάζονται πάνω από 10 άτομα για την αρχή της δημιουργίας  ενός βιβλίου. Ξέρεις πόσο κόπο χρειάζεται; Όχι μόνο για να φτιαχτεί ένα βιβλίο αλλά και για την διαδικασία που χρειάζεται ο συγγραφέας για να το  σκεφτεί.         Αχ και να’ ξέρες.…  Τυπογράφοι, σχεδιαστές, γραμματείς, δακτυλογράφοι, υπομνηματιστές, συγγραφείς και κλητήρες, τεχνίτες της μελάνης και βιβλιοδεσίας, εικονογράφοι, συγγραφείς προλεγομένων και λόγιοι κριτικοί της συλλογικής μνήμης. Το χαρτί δεν έπαυε ποτέ να μετακινείται από χέρι σε χέρι, να «ακούει», γνώμες, απόψεις, διαφωνίες, διαμάχες, αποφάσεις ακόμα και όταν ήταν έτοιμο να παραδοθεί στα χέρια του ανυπόμονου «ταξιδιώτη» ακόμα και τότε μπορούσε να «ακούσει» τις κριτικές, τα σχόλια του παράδοξου και επίμονου αναγνώστη.

 

~ Ένα βιβλίο γεμάτο πάνσοφα και διαχρονικά μηνύματα.

Αρκεί μόνο μια γρήγορη ματιά  στις μαγευτικές αυτές σελίδες του~

Βασιλική Φραγκούλη

ΤΕΛΟΣ

 

 

ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΚΟΛΑΣΗ

Κάνοντας ερωτήσεις, δίνοντας απαντήσεις

 

Ποιοι είναι οι πρωταγωνιστές;

Πώς περιγράφονται οι χαρακτήρες των πρωταγωνιστών;

Οι πρωταγωνιστές του «Το βιβλίο κόλαση» είναι ένας πτεροφόρος δαίμονας βιβλιοθηκάριος κι ένας κοινός θνητός. Ο δαίμονας βιβλιοθηκάριος είναι ένας χαρακτήρας απαιτητικός. Σε κάθε κύκλο της κόλασης ειρωνεύεται τον θνητό βάζοντάς του δύσκολες δοκιμασίες. Μέσα από τις προσπάθειές του να εμποδίσει τον ήρωα να φτάσει στον παράδεισο, διακρίνουμε τον ζηλιάρη και κακό εαυτό του. Ο θνητός ήρωας είναι έξυπνος, πολυμήχανος και πάντα καταφέρνει να ξεφεύγει από τις παγίδες του δαίμονα.

 

Πού διαδραματίζεται η ιστορία;

Ποιες λεπτομέρειες του σκηνικού τονίζει ο συγγραφέας;

Η ιστορία μας διαδραματίζεται σε μια μυστηριώδη αχανή βιβλιοθήκη. Ο συγγραφέας μας τονίζει ιδιαίτερα το πηγάδι που πρέπει ο πρωταγωνιστής να φτάσει στο τέλος του. Επίσης μας τονίζει την ύπαρξη πολλών διαφορετικών βιβλίων.

 

Ποιες δυσκολίες αντιμετωπίζει ο κεντρικός ήρωας;

Με ποια αμαρτήματα έρχεται αντιμέτωπος;

Ο ήρωας έρχεται αντιμέτωπος με τα αμαρτήματα της λογοκλοπής, της βίας στα βιβλία, την ασωτία στις λέξεις και την τσιγκουνιά στις ιδέες, τη λαιμαργία, την οργή και τη λαγνεία.

Οι δυσκολίες που αντιμετωπίζει ο κεντρικός ήρωας είναι τα αμαρτήματα και οι μαθηματικοί γρίφοι που του βάζει να λύσει ο βιβλιοθηκάριος.

 

Τι απαντήσεις δίνει στα ερωτήματα που του γίνονται;

Περνάει τις δοκιμασίες και φτάνει στον προορισμό του;

Σε κάθε δοκιμασία ο ήρωας βρίσκει έναν ευφυέστατο και πρωτότυπο τρόπο για να την ξεπεράσει. Με την εξυπνάδα του καταφέρνει να φτάσει στον προορισμό του, τον παράδεισο.

 

Ο συγγραφέας καταφέρνει να βάλει τον αναγνώστη στη θέση του ήρωα;

Ποιες σκέψεις και συναισθήματα δημιουργεί η αφήγηση;

Ο αναγνώστης έχει την ευκαιρία να μπει στη θέση του ήρωα μέσα από τη λύση των γρίφων. Έτσι νιώθει ανάμικτα συναισθήματα, όπως την αγωνία και το φόβο της αποτυχίας, την ανακούφιση και την ικανοποίηση.

 

Είναι εύκολο να κατανοήσει ο αναγνώστης τον λόγο που ο πρωταγωνιστής περνάει αυτές τις δοκιμασίες;

Ανάλογα με την ηλικία του και την εμπειρία του με τα βιβλία μπορεί να κατανοήσει και να βρει απαντήσεις στα ερωτήματα που δημιουργεί η ανάγνωση του βιβλίου

 

Δήμητρα Νικολοπούλου

 

Ο Λάμπρος Πρίντζιος συγκέντρωσε χαρακτηριστικές φράσεις για τα βιβλία από τον "Μελανόκαρδο"

 

«Η Μέγκι χάιδεψε το δέσιμο όπως πάντα προτού ανοίξει ένα βιβλίο. Είχε δει και τον Μο να κάνει το ίδιο. Από τότε που θυμόταν τον εαυτό της, γνώριζε αυτή την κίνηση- τον τρόπο που έπαιρνε ένα βιβλίο, χάιδευε το δέσιμο σχεδόν τρυφερά και μετά το άνοιγε λες και άνοιγε ένα κουτί ξεχειλισμένο με πολύτιμους θησαυρούς. Βέβαια, τα θαύματα που μπορεί να ελπίζει κανείς ίσως να μην περίμεναν στο εσωτερικό του και μετά να έκλεινε το βιβλίο ξανά, μετανιωμένος που δεν είχε κρατήσει την υπόσχεσή του, αλλά ο «Μελανόκαρδος» δεν ήταν τέτοιου είδους βιβλίο.» (σελ. 540)

 

«Όλα τα βιβλία θα πρέπει να αρχίζουν με όμορφα ψευδεξώφυλλα… Όταν ανοίγεις ένα βιβλίο, είναι σαν να πηγαίνεις στο θέατρο. Πρώτα αντικρίζεις την αυλαία. Έπειτα η αυλαία πέφτει και η παράσταση αρχίζει.» (σελ. 72)

 

«Οι σελίδες του θρόισαν γεμάτες υποσχέσεις, όταν το άνοιξε. Η Μέγκι πίστευε πως αυτό το πρώτο ψιθύρισμα διέφερε από βιβλίο σε βιβλίο, ανάλογα με το αν ήξερε ήδη την ιστορία που θα της διηγιόταν ή όχι.» (σελ. 14)

 

«Άφησε τα δάχτυλά της να τρέξουν στις γραμμές, πάνω στο άγριο μπεζ χαρτί, ενώ το βλέμμα της ακολουθούσε τα γράμματα σε ένα άλλο δροσερότερο μέρος, σε μια άλλη εποχή, σε ένα σπίτι χωρίς κλειδωμένες πόρτες και νεκροθάφτες.» (σελ. 393-394)

 

«Υπάρχει τίποτα καλύτερο στον κόσμο από τις γραμμένες λέξεις στη σελίδα; Μαγικά σύμβολα, οι φωνές των πεθαμένων, οικοδομήματα που χτίζουν κόσμους καλύτερους από αυτόν εδώ, παρηγορητές, σύντροφοι στις μοναχικές στιγμές. Θεματοφύλακες των μυστικών, ομιλητές της αλήθειας…» (σελ. 547)

 

«Μόνο στα βιβλία έβρισκες τη συμπόνια, την άνεση, την ευτυχία και την αγάπη. Τα βιβλία αγαπούσαν όποιον τα άνοιγε, του πρόσφεραν σιγουριά και φιλία και δεν ζητούσαν τίποτα σε αντάλλαγμα, ποτέ δεν τον εγκατέλειπαν, ποτέ, ακόμα κι αν τα κακομεταχειριζόταν. «Αγάπη, αλήθεια, ομορφιά, σοφία και παρηγοριά απέναντι στο θάνατο».» (σελ. 463)

 

«Κάποια βιβλία πρέπει να τα γευόμαστε, κάποια να τα καταπίνουμε, αλλά ελάχιστα μόνο θα πρέπει να τα μασάμε και να τα χωνεύουμε ολόκληρα.» (σελ. 20)

 

«Οι λέξεις δεν ζωντανεύουν αν δεν τις γεύεσαι με τη γλώσσα σου.» (σελ. 521)

 

«Να γεύεσαι κάθε λέξη, Μέγκι, της ψιθύριζε μέσα της η φωνή του Μο, να τη γεύεσαι με τη γλώσσα σου. Γεύεσαι τα χρώματα; Γεύεσαι τον άνεμο και τη νύχτα; Το φόβο και τη χαρά; Και την αγάπη. Να τα γεύεσαι, Μέγκι, και όλα θα ζωντανέψουν.»        (σελ. 547)

 

«Ίσως να υπάρχει κάποιο άλλο μεγαλύτερο παραμύθι πίσω από το τυπωμένο, ένα παραμύθι που αλλάζει ακριβώς όπως ο δικός μας κόσμος. Και τα γράμματα στη σελίδα μας αφηγούνται μόνο τόσα όσα θα κατασκοπεύαμε μέσα από μια κλειδαρότρυπα. Ίσως να είναι απλώς σαν το κουτί της Πανδώρας και περιέχει πολύ περισσότερα από όσα μπορούμε να διαβάσουμε.» (σελ. 168)

 

«Ο συγγραφέας μπορεί να θεωρηθεί τρία πράγματα: παραμυθάς, δάσκαλος και μάγος –αλλά ο μάγος, ο γητευτής, είναι το πιο ισχυρό.» (σελ. 568) 

 

Και επειδή στη λέσχη δεν διαβάζουμε μόνο, αλλά φτιάχνουμε και πράγματα με τα χέρια μας, ο Λάμπρος έφτιαξε μια μακέτα της βιβλιοθήκης της θείας Έλινορ, όπως την φαντάστηκε διαβάζοντας τις σελίδες του Μελανόκαρδου.

 

Στη φωτογραφία (της μακέτας) τα ράφια της βιβλιοθήκης γεμάτα βιβλία και ένα γραφείο με ανοιγμένο πάνω του ένα βιβλίο.

 

Πώς κατέληξε η βιβλιοθήκη μετά την καταστροφή που υπέστη από τους άνδρες του Αιγόκερω. Το γραφείο σπασμένο και οι σκισμένες σελίδες των πολύτιμων βιβλίων βρίσκονται στα άδεια ράφια και στο πάτωμα της διαλυμένης βιβλιοθήκης.

 

 

Η ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ ΕΝΟΣ ΒΙΒΛΙΟΥ

ΖΟΡΑΝ ΖΙΒΚΟΒΙΤΣ

Ένα βιβλίο καταγγέλλει τα βάσανά του στα χέρια των ανθρώπων, τα οποία δεν θυμίζουν το θαύμα της γέννησής του. Ανοίγει την καρδιά του και εξιστορεί τις κωμικοτραγικές του περιπέτειες.

Ξεκινά με τη γέννησή του, την τελική του μορφή, τον πρώτο υποψήφιο αναγνώστη, τη χαρά του όταν συναντά αληθινούς βιβλιόφιλους αναγνώστες, την απογοήτευσή του στα χέρια αδιάφορων και απρόσεκτων ανθρώπων, το εμπόριο των βιβλίων, τον ψεύτικο κόσμο των εκδοτικών οίκων, τα βιβλιοπωλεία-σκλαβοπάζαρα, τα μέρη όπου συντελούνται οι βιβλιοκτονίες των ανεπιθύμητων έργων.

Στην τελευταία πρόταση προκύπτει το θέμα του τέλους των έντυπων  βιβλίων.

Ο αναγνώστης λοιπόν μένει με το αναπάντητο ερώτημα: «Όντως το βιβλίο πέθανε-ζήτω το Cd Rom?

Πολλοί υποστηρίζουν ότι τα βιβλία θα αποτελούν σύντομα είδος υπό εξαφάνιση και θα αντικατασταθούν από τα ηλεκτρονικά βιβλία.

Κατά τη γνώμη μου οι παραδοσιακοί αναγνώστες δεν θα μπουν καν σ’ αυτή την διαδικασία. Έχουν μάθει να διαβάζουν τα βιβλία τους με έναν συγκεκριμένο τρόπο και τους συγκινεί η όλη διαδικασία: η επίσκεψη στο βιβλιοπωλείο, το ψάξιμο στα ράφια, η μυρωδιά του χαρτιού, το γύρισμα των σελίδων, η υπογράμμιση, οι σημειώσεις… Οι νέοι ωστόσο που αυτό το τελετουργικό δεν τους είναι τόσο οικείο, ενδεχομένως αποφασίσουν να διαβάσουν τα βιβλία που τους ενδιαφέρουν μέσω Η/Υ.

Πιστεύω πως το βιβλίο δεν είναι το ίδιο με το CD ή οποιοδήποτε άλλο ηλεκτρονικό μέσο. Ο αναγνώστης αποκτά συναισθηματική σχέση με το βιβλίο του, και αυτό δεν είναι παρατραβηγμένο. Η βιβλιοθήκη στο σπίτι είναι μέρος αγαπημένο. Ποιο μικρό παιδί δεν έχει την ανάμνηση να σκαρφαλώνει το βράδυ προκειμένου να βρει το βιβλίο που θα του διαβάσει η μαμά του;

Όμως οφείλω να πω πως προκειμένου κάποιος να μην διαβάζει ποτέ, ας το κάνει τουλάχιστον με τον πιο ευχάριστο για εκείνον τρόπο.

Σοφία Φίλη

 

Άλαν Μπένετ

ΤΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΜΟΥ ΓΙΑ ΕΝΑ ΒΙΒΛΙΟ

«Το βασίλειό μου για ένα βιβλίο!

…Αναρωτιέστε ποια είμαι. Είμαι λοιπόν η μεγαλειοτάτη και πλουσιοτάτη βασίλισσα της Αγγλίας, η Ελισάβετ. Θα ξεκινήσω την ιστορία από την αρχή. Ποτέ δεν ήξερα πως υπήρχε μια κινητή βιβλιοθήκη (ένα μικρό βαν, όχι τίποτα σπουδαίο) στο παλάτι μου. Όταν το πήρα είδηση, άρχισα να δανείζομαι βιβλία για να μη φανώ αγράμματη. Εκεί γνώρισα τον Νόρμαν, τον πιστό μου μάγειρα, που αργότερα άρχισε να μου προτείνει βιβλία. Από τότε άρχισε η λατρεία μου για τα βιβλία. Παντού και πάντοτε έπαιρνα ένα βιβλίο μαζί μου: στην άμαξα, στα ταξίδια (μια ολόκληρη βαλίτσα), ακόμα και στις συναντήσεις με το λογιστή μου.

Όλοι παραξενεύτηκαν με αυτή τη μεγάλη μου αλλαγή, μα μετά τους φάνηκε σαν να μπήκε στην καρδιά μου και δεν έβγαινε με τίποτα η αγάπη μου για τα βιβλία και έτσι το συνήθισαν. Μέχρι που ο σερ Κέβιν έδιωξε τον Νόρμαν από κοντά μου. Εγώ όμως δεν σταμάτησα το διάβασμα. Μέχρι που πήρα την μεγάλη απόφαση να γράψω η ίδια ένα βιβλίο. Το ανήγγειλα σε όλους τους δημοσιογράφους, τους φίλους και την οικογένειά μου. Η δεύτερη μεγάλη απόφασή μου είναι να εγκαταλείψω το βασίλειό μου για ένα βιβλίο. Δεν το έχω κάνει ακόμα, αλλά έρχεται η ώρα του…"

Αντονέτα Λέκαϊ

 

Δημήτρης Μαμαλούκας

Η ΧΑΜΕΝΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΜΟΣΤΡΑ

ΘΕΜΑ

Το βιβλίο μας μιλά για την περιπέτεια μιας ομάδας τεσσάρων ανθρώπων, οι οποίοι με καθοδηγητή το πάθος και την αφοσίωση στα βιβλία, προσπαθούν να βρουν μια δυσεύρετη και πολύτιμη βιβλιοθήκη.

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ

Είναι ένα βιβλίο περιπετειώδες, γεμάτο αγωνία, ενθουσιασμό, αισιοδοξία και φυσικά πάθος για την απόκτηση καινούριων γνώσεων. Από την άλλη, δεν μπορούμε να παραβλέψουμε πως διαβάζοντάς το γευόμαστε συναισθήματα μίσους, εκδικητικότητας και αγωνίας για το αν θα μπορέσει ο πρωταγωνιστής να παραμείνει στη ζωή.

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Μέσα από το βιβλίο μαθαίνουμε πως τον 19ο αιώνα ο Δημήτριος Μόστρας, παθιασμένος βιβλιόφιλος, δημιουργεί μια σπάνια και μεγάλης αξίας βιβλιοθήκη, στα ράφια της οποίας τοποθετούνται βιβλία που χάνονται μέσα στο χρόνο. Ο ήρωάς μας, ο Νικόλας Μιλάνο, ένα ήσυχο και όχι τόσο κοινωνικό άτομο, καταφέρνει να ενωθεί με άλλους τρεις ανθρώπους, τον Γκαμπριέλ, την Μόνικ και τον Άλντο, παθιασμένους για τα βιβλία, που έρχονται αντιμέτωποι με ένα μεγάλο μυστήριο, την εύρεση της χαμένης βιβλιοθήκης. Φυσικά το ταξίδι για τον τελικό τους στόχο δεν είναι καθόλου εύκολο και μικρό. Αντιμετωπίζουν πολλούς κινδύνους και ανθρώπους γεμάτους δύναμη πλούτου και εξουσίας. Αναγκάζονται να κάνουν νέα ταξίδια και να συναντήσουν καινούριους ανθρώπους, ώστε να επωφεληθούν κερδίζοντας πληροφορίες. Τελικά η αποστολή τους ολοκληρώνεται με αρκετά άσχημο τρόπο, αφού ένα μέλος της ομάδας χάνεται, ενώ οι υπόλοιποι διαλύονται χωρίς καμιά ελπίδα. Συμπεραίνουμε λοιπόν πως ήταν μια περίεργη έρευνα που κατά κάποιο τρόπο δεν τους ωφέλησε αλλά και δεν τους έβλαψε.

Αγγελική Παναγοπούλου

Μίχαελ Έντε

ΙΣΤΟΡΙΑ ΧΩΡΙΣ ΤΕΛΟΣ

O Μπάστιαν Μπάλταζαρ Μπρουξ, ένα μικρό αγόρι βρίσκεται, μια συνηθισμένη μέρα για όλους τους υπόλοιπους και άκρως παράξενη για τον ίδιο, κρυμμένος στη σοφίτα του σχολείου του και διαβάζει ένα βιβλίο. Έτσι αρχίζει το ταξίδι του μέσα στην Ονειροφαντασία. Το βιβλίο αυτό δεν το είχε ξαναδιαβάσει ο Μπάστιαν, αλλά ούτε είχε ακούσει και ποτέ κάποιον να μιλάει γι’ αυτό. Καθώς διαβάζει το βιβλίο μπαίνει και αυτός μέσα του, παίρνει μέρος στις ανατρεπτικές και παράξενες ιστορίες του βιβλίου και γίνεται και αυτός ένας ήρωας. Τον βλέπουμε να μην μπορεί να ξεχωρίσει αν αυτό που ζει είναι η πραγματικότητα ή ταξιδεύει μέσα σε ένα όνειρο, που δεν θέλει με τίποτα να τελειώσει. Έτσι βιώνει ευτυχισμένος και χαρούμενος αυτά που του συμβαίνουν. Γνωρίζει αρχικά μια χώρα όπου οι αυτοκράτορες δεν είναι ως συνήθως οι «μεγάλοι» αλλά την εξουσία έχουν τα παιδιά. Πάει σε πόλεις που υπάρχουν περίεργα πλάσματα, άλλα όμορφα και άλλα αηδιαστικά. Ζει εκεί που το καλό και το κακό ισορροπούν, οι όμορφοι και οι άσχημοι, οι μικροί και οι μεγάλοι δεν κάνουν διαχωρισμούς και ο θάνατος που είναι τόσο σκληρός έχει τα ίδια δικαιώματα και υποχρεώσεις με τη γλυκιά ζωή. Του δίνεται η ευκαιρία να ζήσει σε χώρες όπου ο χώρος και ο χρόνος δεν έχουν όρια και σε άλλες που κοντεύουν να καταστραφούν.

Μέσα από αυτό το μυθιστόρημα που μπορεί να διαβαστεί από αναγνώστες κάθε ηλικίας με την ίδια ευκολία και τον ίδιο ενθουσιασμό, ο Μίχαελ Έντε δίνει σε κάθε πρόσωπο τη δική του οντότητα και το κάνει σύμβολο για τον αναγνώστη. Στο τέλος αυτής της εκπληκτικής ιστορίας που κάνει βουτιά στην φαντασία, επανερχόμαστε στον πραγματικό κόσμο. Το βιβλίο μας περνά μηνύματα για το καλό, την ομορφιά και πάνω από όλα για την αγάπη.

Μαρία Ηλιοπούλου

 

Μάρκους Ζούσακ

Η ΚΛΕΦΤΡΑ ΤΩΝ ΒΙΒΛΙΩΝ

Την εποχή του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, στη Γερμανία, ένα νεαρό κορίτσι, η Λίζελ, έχει χάσει τους πραγματικούς της γονείς. Μια μέρα σε έναν χιονισμένο δρόμο, βρίσκει ένα βιβλίο με τίτλο «Το εγχειρίδιο του Νεκροθάφτη» και με αυτό πηγαίνει στα χέρια των θετών της γονιών. Η θετή μητέρα της είναι πολύ αυστηρή, ενώ ο πατέρας της τής έχει μεγάλη αδυναμία και της μαθαίνει ανάγνωση κάθε βράδυ στο υπόγειο. Από τότε θα αρχίσει να κλέβει διάφορα βιβλία, όπως βιβλία από τη βιβλιοθήκη του δημάρχου ή από αυτά που οι ναζί ρίχνουν στη φωτιά.

Το βιβλίο αυτό στην αρχή με δυσκόλεψε αρκετά και δεν μου άρεσε, αφού όμως συνέχισα να το διαβάζω και κατάλαβα την υπόθεση, μου φάνηκε πιο εύκολο.

Νεφέλη Καρβέλα.

 

Δείτε και το τρέιλερ της ταινίας

www.youtube.com/watch?v=pod6C6g81qc

 

Νεφέλη, διάβασε τι ανακάλυψε μια άλλη αναγνώστρια στο βιβλίο. Μήπως πρέπει να το διαβάσεις πιο προσεκτικά;

 

Μόλις έκλεισα την 612η σελίδα του μυθιστορήματος του Μάρκους Ζούσακ "Η κλέφτρα των βιβλίων" (Ψυχογιός, 2008, μετ. Κώστια Κοντολέων), αισθάνθηκα την ανάγκη να γυρίσω και να ξαναδιαβάσω τις πρώτες σελίδες. Ένιωθα ότι στην αρχή υπήρχε μια αοριστία, μια ασάφεια, που μόνο όταν τελειώσεις το μυθιστόρημα γίνεται πλήρως κατανοητή. Ένα μυθιστόρημα με ιδιαίτερη πρωτοτυπία τόσο στην τεχνική όσο και στο περιεχόμενο, αν και το χρονικό περιβάλλον (Γερμανία Β΄ Παγκόσμιος) το έχουμε βιώσει σε πλήθος άλλων βιβλίων.

Αφηγητής της ιστορίας είναι ο θάνατος, πράγμα που ο αναγνώστης αντιλαμβάνεται από τις πρώτες κιόλας σελίδες. Μια ιδέα πρωτότυπη αλλά και συμβολική. Ποιος θα μπορούσε να είναι καταλληλότερος αφηγητής από τον παντεπόπτη θάνατο που εκείνη ειδικά την περίοδο ήταν πανταχού παρών, έβλεπε επομένως τα πάντα; Ως πρωτοπρόσωπος αφηγητής ο θάνατος παρακολουθεί τις τύχες των χαρακτήρων του βιβλίου, μας τις αφηγείται, συχνά παρεμβαίνει με σχόλια. Δεν είναι όμως ο φοβερός και τρομερός με το δρεπάνι στο χέρι, όπως συνήθως τον φαντάζονται οι άνθρωποι. Ο θάνατος του Ζούσακ είναι ευαίσθητος, λυπάται γι' αυτούς που αναγκάζεται να μεταφέρει, συχνά τους παίρνει με θλίψη στοργικά στην αγκαλιά του. Λέει μετά το βομβαρδισμό της Κολονίας:"Πεντακόσιες ψυχές. Άλλες τις κουβάλησα με τα χέρια μου, σαν να κουβαλούσα βαλίτσες. Άλλες τις κουβάλησα στον ώμο μου. Μόνο τα παιδιά κουβαλούσα στην αγκαλιά μου". Κι έρχεται μια στγμή, όταν πρόκειται να κουβαλήσει τον Ρούντι Στάινερ, το πιο προσφιλές του από τα πρόσωπα του έργου, που κι αυτός ακόμα ο θάνατος κλαίει. "Κάτι παθαίνω μ' αυτό το αγόρι. Κάθε φορά που το βλέπω. Είναι η μοναδική αρνητική επίδρασή του πάνω μου. Με κάνει και κλαίω".

Ο παντογνώστης θάνατος γνωρίζει και τα μέλλοντα (που κατά τον Καβάφη "γνωρίζουν οι θεοί"). Αυτή του η ιδιότητα συμβάλλει σε μια άλλη πρωτοτυπία του Ζούσακ. Συχνά η πρόβλεψη προτρέχει των γεγονότων, με άλλα λόγια προλέγει αυτά που πρόκειται να συμβούν, αόριστα και υπαινικτικά, όμως αυτό καθόλου δεν μειώνει το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Ίσα-ίσα το εντείνει, θέλεις να διαβάσεις παρακάτω, να δεις πώς θα οδηγηθούν τα πράγματα ως εκεί που με υπαινιγμούς ο συγγραφέας-θάνατος άφησε να διαφανούν.

Κεντρική ηρωίδα του βιβλίου είναι η Λίζελ Μέμινγκερ, ένα δεκάχρονο κορίτσι το 1939, όταν αρχίζει το έργο. Στο ταξίδι για το Μόλχινγκ, μια μικρή πόλη στα περίχωρα του Μονάχου, όπου πάει για να συναντήσει τους θετούς γονείς της, ο μικρός εξάχρονος αδελφός της πεθαίνει. Στο νεκροταφείο κλέβει το πρώτο της βιβλίο, "Το εγχειρίδιο του νεκροθάφτη", χωρίς να ξέρει ακόμη ανάγνωση. Είναι μια έμφυτη αγάπη για το βιβλίο, όχι μόνο ως περιεχόμενο, αλλά και για το βιβλίο ως αντικείμενο, μια αγάπη που θα τη συνοδεύει σ' ολόκληρη τη ζωή της, όταν η ίδια θα γράψει ένα βιβλίο.

Η μικρή Λίζελ, μόνη πια, καταλήγει στην φτωχική οικογένεια των Χούμπερμαν. Σύντομα ένας δυνατός συναισθηματικός δεσμός δημιουργείται με τους θετούς γονείς. Η μητέρα, η Ρόζα, είναι μια δυναμική, φαινομενικά σκληρή γυναίκα, που κρύβει την αγάπη και την ευαισθησία της κάτω από τις υβριστικές προσφωνήσεις. Ο πατέρας, ο Χανς, συνδέεται ιδιαίτερα με το κοριτσάκι και τα βράδια, όταν εκείνη ξυπνάει από εφιάλτες, κατεβαίνουν στο υπόγειο και της μαθαίνει ανάγνωση από το πρώτο της κλεμμένο βιβλίο.

Ακολουθούν σκηνές από την ήσυχη ακόμα ζωή στη μικρή πόλη, γνωριμία με άλλα παιδιά, στενή φιλία της Λίζελ με τον Ρούντι, αυτόν που θα γίνει αχώριστος σύντροφός της στις περιπέτειές της, ενώ η οργάνωση της Χιτλερικής Νεολαίας, ο φανατισμός και η σκληρότητα των μελών της μας εισάγει σταδιακά στο κλίμα της εποχής. Μιας εποχής που, μεταξύ άλλων, διακρίνεται και για τις πυρκαγιές της, όπου καίνε ό,τι θεωρείται εβραϊκό ή ανατρεπτικό στο ναζιστικό καθεστώς. Από μια τέτοια πυρκαγιά η μικρή Λίζελ σώζει και κλέβει, με κίνδυνο της ζωής της, ένα δεύτερο βιβλίο.

Η κλοπή των βιβλίων θα γίνει σχεδόν εθισμός, όταν, βοηθώντας τη μητέρα της που ξενοπλένει, η Λίζελ μεταφέρει τα πλυμένα και σιδερωμένα ρούχα στο σπίτι του δημάρχου κι εκεί βλέπει τη βιβλιοθήκη. Η έκπληξη και η χαρά της δεν περιγράφονται "Υπήρχαν βιβλία παντού! Ράφια φίσκα στα βιβλία στόλιζαν τους τοίχους από πάνω ως κάτω. Ήταν σχεδόν αδύνατο να ξεχωρίσεις το χρώμα των τοίχων. Υπήρχαν βιβλία όλων των ειδών και των μεγεθών, μαύρα, κόκκινα, γκρίζα, βιβλία σε όλες τις αποχρώσεις, με περίτεχνα γράμματα στις ράχες τους. Δεν είχε δει πιο όμορφο πράγμα στη ζωή της η Λίζελ Μέμινγκερ. (...) Διέτρεξε με την ανάστροφη του χεριού της το πρώτο ράφι σε όλο του το μήκος, ακούγοντας το σούρσιμο των χεριών της να γλιστράει στη ράχη κάθε βιβλίου σαν μουσικό όργανο. Χρησιμοποίησε και τα δυο της χέρια. Αγγίζοντας το ένα ράφι μετά το άλλο. Και ύστερα γέλασε. Η φωνή της ανέβηκε τσιριχτή στο λαιμό της, και όταν σταδιακά σταμάτησε να γελάει και στάθηκε στη μέση του δωματίου, πέρασε πολλά λεπτά κοιτάζοντας πότε τα ράφια και πότε τα δάχτυλά της".

Η κυρία δημάρχου, μια θλιμμένη γυναίκα που είχε χάσει το γιο της στον πόλεμο, αφήνει τη μικρή να κάθεται στη βιβλιοθήκη και να διαβάζει. Όμως ο πειρασμός είναι μεγάλος. Με τη βοήθεια του Ρούντι η Λίζελ αρχίζει να μπαίνει κρυφά από το ανοιχτό παράθυρο της βιβλιοθήκης και να κλέβει βιβλία (παράθυρο που θα αποδειχτεί πως ξεπίτηδες αφηνόταν ανοιχτό!).

Μια μέρα στο σπίτι των Χούμπερμαν φτάνει ο Μαξ Φάντεμπουργκ, κρατώντας για καμουφλάζ το Mein Kampf. Είναι Εβραίος, γιος ενός παλιού συμπολεμιστή του Χανς στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, που είχε σώσει τότε τη ζωή του Χανς. Έτσι τώρα αυτός το ανταποδίδει κρύβοντας τον Μαξ. Τα βιβλία θα ενώσουν τη Λίζελ και με τον Μαξ, που θα μείνει για δυο χρόνια κρυμμένος στο υπόγειο.

Η αγάπη για τα βιβλία μπλέκεται μέσα στο μυθιστόρημα με την όλη ατμόσφαιρα της εποχής. Είναι ο πόλεμος, οι βομβαρδισμοί, είναι οι νέοι που χάνονται, είναι οι πατέρες που επιστρατεύονται, είναι η πείνα και οι διωγμοί των Εβραίων. Καθίσταται επομένως αφάνταστα δύσκολη η παρουσίαση ενός τέτοιου βιβλίου. Πώς να μιλήσεις για ένα βιβλίο, χωρίς να το προδώσεις, που πλάι στη φρίκη του πολέμου τοποθετεί την ευαισθησία του θανάτου; Που πλάι στην πείνα και τους βομβαρδισμούς βάζει την αγάπη για τα βιβλία; Που πλάι στη φιλοσοφική σκέψη ρίχνει όμορφες ποιητικές εικόνες;

Είναι ένα εξαιρετικό βιβλίο που χωρίς μεγαλόφωνα κηρύγματα υποβάλλει την αγάπη για τα βιβλία, την ειρήνη, τον άνθρωπο.

http://anagnostria.blogspot.gr/2009/10/blog-post.html

 

Δημήτρης Φύσσας

Ο ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ ΤΟΥ ΣΑΒΒΑΤΟΚΥΡΙΑΚΟΥ

Η Βάλια εργάζεται σε μια εταιρία, αλλά δεν είναι πολύ ευχαριστημένη από τη δουλειά της και ψάχνει στις μικρές αγγελίες των εφημερίδων για μια καλύτερη απασχόληση. Όταν βλέπει μια αγγελία που ζητά αναγνώστη λογοτεχνίας, αποφασίζει να πάει. Στη βίλα περνάει από οντισιόν από τη Λόρα, μια γυναίκα που είχε χάσει την όρασή της σε ένα ατύχημα στο Λονδίνο. Μετά από λίγες μέρες, ο Ρόμπερτ, ο βοηθός της Λόρα, ειδοποιεί την Βάλια ότι έγινε δεκτή στη δουλειά. Την επόμενη μέρα η νέα οδηγείται στη βίλα και γνωρίζει και το υπόλοιπο προσωπικό. Γρήγορα με την εργοδότριά της περνάνε στην ανάγνωση. Στη Λόρα ανοίγεται ο θαυμαστός κόσμος της λογοτεχνίας, που την μαγεύει και αποφασίζει να εγκαταλείψει την παλιά της δουλειά για να αφοσιωθεί στη νέα της θέση και να έχει ελεύθερο χρόνο για την καινούρια της αγάπη, τα βιβλία. Απορεί γιατί της απαγορεύεται να πλησιάσει τη βίλα τις δύο τελευταίες μέρες της εβδομάδας και μετά από παρακολούθηση, ανακαλύπτει πως υπάρχει ένας άλλος αναγνώστης του Σαββατοκύριακου…

Θανάσης Γκοτσόπουλος

 

Και ο ίδιος ο συγγραφέας συμπληρώνει:

Ταυτόχρονα, ποικίλα ζητήματα σχετικά με το γράψιμο, τη γραφή και τη λογοτεχνία συζητιούνται μέσα στις σελίδες τού Αναγνώστη: τα κίνητρα της συγγραφής, το σάλιωμα των δάχτυλων κατά το γύρισμα των σελίδων, η (α)συνέπεια του συγγραφέα σε σχέση με το κείμενό του, οι λέσχες ανάγνωσης, η σχέση λογοτεχνίας και πραγματικότητας, η γυναικεία λογοτεχνία (σε αντίθεση με τη λογοτεχνία τη γραμμένη από γυναίκες), το νουάρ, τα εργαστήρια δημιουργικής γραφής, η (μη) αξία της προφορικής ανάγνωσης, η σύγκριση πεζογραφίας - ποίησης, το πολυτονικό, τα λογοτεχνικά βραβεία, η «επαφή» του συγγραφέα με τους ήρωές του, οι παρουσιάσεις βιβλίων, οι «εποχές» της ελληνικής γλώσσας, η σχέση λογοτεχνίας - κινηματογράφου, η (μη) τεκνοποιία των ποιητών, ο ρόλος των (παλαιο)βιβλιοπωλείων, το διάβασμα στα μέσα μαζικής μεταφοράς, η επανάχρηση λογοτεχνικών ηρώων από μεταγενέστερους συγγραφείς κ.λπ. κ.λπ.

Αφού αντικείμενο του βιβλίου είναι η ίδια η λογοτεχνία, «ακούμε» κι εμείς, μαζί με την τυφλή Λόρα, αποσπάσματα από δέκα σπουδαία βιβλία (Η πανούκλα του Καμί, Στοιχεία για τη δεκαετία του '60 του Βαλτινού, Το τούνελ του Σάμπατο, Πάπισσα Ιωάννα του Ροΐδη, Ποιήματα του Καρυωτάκη, Μπελ Αμί του Ντε Μοπασάν, Οι πράκτορες του χάους του Σπίνραντ, Ποιήματα του Καβάφη, Η μικρή αδερφή του Τσάντλερ και Το τέλος της μικρής μας πόλης του Χατζή), ενώ συζήτηση γίνεται για πολλούς άλλους συγγραφείς (π.χ. Βασιλικός, Πόε, Αλεξάνδρου, Ντικ, Χάκκας, Κάφκα, Ροθ, Τσίρκας, Δούκα, Τσέχοφ, Μητσάκης, Μέλβιλ, Εκο, Βερν) καθώς και για επιλεγμένες ταινίες και σκηνοθέτες. Έχω κι ένα μότο από τον Χάκλμπερι Φιν του Μαρκ Τουέιν.

 

Τζάσπερ Φορντ

«Η ΥΠΟΘΕΣΗ ΤΖΕΗΝ ΕΥΡ"

Η ηρωίδα μας Πέμπτη Επόμενη (Page Turner) ζει σε έναν περίεργο κόσμο όπου πολλά παράξενα πράγματα μπορούν να συμβούν π.χ. ταξίδι στο χρόνο. Εργάζεται ως υπάλληλος στην αστυνομία, στο τμήμα των Λογοτεχνικών (είναι υπεύθυνοι για τα αδικήματα που έχουν σχέση με τα βιβλία). Όλα κυλούν ήσυχα στη ζωή της , ώσπου μια μέρα έρχεται αντιμέτωπη με τον πιο αδίστακτο και επικίνδυνο εγκληματία. Έναν άντρα με υπερφυσικές δυνάμεις που απειλεί να σκοτώσει την ηρωίδα ενός κλασικού μυθιστορήματος, την Τζέην Έυρ. Κι αυτό σκοπεύει να το κάνει χρησιμοποιώντας μια μηχανή που επιτρέπει σ’ αυτόν που την έχει να «μπει» στον κόσμο του βιβλίου που επιθυμεί.

Η Πέμπτη Επόμενη, λοιπόν, μετά από πολλά καταφέρνει να τον βρει και να τον σκοτώσει, σώζοντας την αγαπημένη λογοτεχνική ηρωίδα διατηρώντας το χαρούμενο τέλος στο κλασικό μυθιστόρημα.

Μαρία Πρίντζιου

 

Φρόιντ Βίλαρντ

ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΛΙΖΑΣ

Ποια είναι τα δύο παράξενα αγόρια που εμφανίζονται ξαφνικά στη δημοτική βιβλιοθήκη; Γιατί ενδιαφέρονται τόσο για το μυστηριώδες βιβλίο που γράφει ο βιβλιοθηκάριος, ο κύριος Μπίρνμπιχλερ; Προτού προλάβει η Λίζα να βρει την απάντηση, το βιβλίο εξαφανίζεται και η ίδια βρίσκεται, μαζί με τον Τομ Σόγιερ και το Χάκλμπερι Φιν σε μια φανταστική περιπέτεια στο Ηνωμένο Βασίλειο της Επινόησης.
Ο Ροβινσόνας Κρούσος, ο πλοίαρχος Νέμο, το τέρας του Φρανκεστάιν, ο Δον Κιχότης μα και ο Σκρουτζ αναζητούν το Βιβλίο της Λίζας, το βιβλίο δηλαδή που γράφει ο Μπίρνμπιχλερ και που ηρωίδα δεν είναι άλλη... από τη Λίζα.
Όμως το ίδιο βιβλίο θέλουν να βάλουν στο χέρι και ο καπετάν Αχάμπ και οι φοβεροί Πίθηκοι του Μελανοδοχείου.

Ένα συναρπαστικό, περιπετειώδες μυθιστόρημα, και ταυτόχρονα ένα ταξίδι στον κόσμο της παγκόσμιας κλασικής λογοτεχνίας. Γνωστοί, αγαπημένοι ήρωες εμφανίζονται σε διαφορετικούς ρόλους που σέβονται ωστόσο τους χαρακτήρες που έπλασαν οι δημιουργοί τους, και μας διασκεδάζουν. Κι αν δεν έτυχε να τους συναντήσουμε ποτέ, σίγουρα θα μας κινήσουν το ενδιαφέρον να τους γνωρίσουμε.

Το βιβλίο διάβασε ο Δημήτρης Κουφόπουλος

 

Κρις Γκραμπενστάιν

Απόδραση από τη βιβλιοθήκη του κύριου Λιμοντσέλο

Απολύτως κινηματογραφικό και συγχρόνως καλογραμμένο και καθηλωτικό το βιβλίο του Κρις Γκραμπεστάιν “Απόδραση από τη Βιβλιοθήκη του Κυρίου Λιμοντσέλο”. Αυτό που καθιστά το βιβλίο αυτό ξεχωριστό δεν είναι οι ήρωες, τα δώδεκα δωδεκάχρονα παιδιά, ούτε καν ο εκκεντρικός κατασκευαστής παιχνιδιών, κύριος Λιμοντσέλο με την ιδιόρρυθμη γραμματέα του Δρ Ζιντσένκο που “συμπρωταγωνιστούν” στις σελίδες του βιβλίου. Είναι ο τόπος όπου διαδραματίζεται η ιστορία, μια μοναδική βιβλιοθήκη και το παιχνίδι διαφυγής που στήνεται με πιόνια τα παιδιά. Αλλά ας ξετυλίξουμε το νήμα της ιστορίας από την αρχή. Η καινούρια δημόσια βιβλιοθήκη της μικρής πόλης όπου ζούσε ο Κάιλ με τα αδέρφια του, ήταν δωρεά του κατασκευαστή παιχνιδιών Λουίτζι Λιμοντσέλο και ήταν πραγματικά φαντασμαγορική! Χρυσοί τρούλοι, μάρμαρα, συντριβάνια, αίθουσες με  άπειρα βιβλία φυσικά, αλλά και υπολογιστές, ολογράμματα να ξεπετάγονται δίνοντας πληροφορίες για τα βιβλία και τη βιβλιοθήκη ήταν μερικά μόνο από τα στοιχεία που έκαναν αυτό το κτήριο μοναδικό. Η απουσία παραθύρων ήταν σκόπιμη και περιέχει τον αυτονόητο συμβολισμό: “Μια βιβλιοθήκη δεν χρειάζεται παράθυρα. Τα βιβλία είναι παράθυρα σε κόσμους που δε θα βλέπαμε ούτε στα όνειρά μας”. Το ίδιο ισχύει και για την πόρτα θησαυροφυλακίου, η οποία τοποθετήθηκε για να μας θυμίζει ότι οι σκέψεις μας είναι ασφαλείς όταν βρίσκονται σε μια βιβλιοθήκη. Η μοναδική ευκαιρία που δίνεται στα δώδεκα παιδιά, μεταξύ των οποίων και ο Κάιλ, να διανυκτερεύσουν σε αυτόν τον χώρο πριν καν γίνουν τα εγκαίνιά του, φαντάζει απίστευτη τύχη! Για την έξοδό τους από εκεί όμως, τα παιδιά θα χρειαστούν ακόμα περισσότερη τύχη, εξυπνάδα, γνώσεις και κυρίως συνεργατικό πνεύμα. Γιατί είναι γνωστό ότι “γνώση που δεν μοιράζεται μένει άγνωστη”.

Το βιβλίο διάβασε ο Φίλιππος Μαυραγάνης

 

Paul Desalmand
Ένα βιβλίο για πέταμα

To μυθιστόρημα του Desalmand θα μπορούσαμε να το χαρακτηρίσουμε ένα απολαυστικό βιβλιοφιλικό ανάγνωσμα. Πρόκειται για την εικοσάχρονη ιστορία ενός βιβλίου που στο πρώτο μόλις κεφάλαιο μας συστήνεται: Γεννήθηκα στις 17 Ιουνίου του 1983, ώρα τέσσερις και τριάντα επτά λεπτά, στο τυπογραφείο «Η Διακίνηση» στην πόλη Μαγιέν. Η πορεία του από εκεί και πέρα κρύβει πολλή περιπέτεια, πολλές εκπλήξεις, ανατροπές και λαχτάρες. Το βιβλίο-ήρωας θα αγαπηθεί από βιβλιοπώλες και αναγνώστες, θα αγαπήσει με τη σειρά του και θα ερωτευτεί μια ομορφούλα αναγνώστρια του και θα συνομιλήσει στα ράφια βιβλιοπωλείων και βιβλιοθηκών με βιβλία των Μαλρώ, Μοριάκ, Ντοστογιέφσκι, Μαλαρμέ, Τολστόι, Μπόρχες. Απολαυστικές αυτές οι συζητήσεις και ιδιαίτερα αποκαλυπτικές εάν τα βιβλία μπορούσαν να μιλήσουν.

 Στο Ένα Βιβλίο για Πέταμα ο 70χρόνος συγγραφέας μεταμορφώνει ένα βιβλίο σε άνθρωπο, αφήνοντας το να μας αυτοβιογραφηθεί και να μας εξιστορήσει τις περιπέτειες του. Αυτές έχουν αφετηρία τη Γαλλία και θα συνεχιστούν στο Ιράν όπου θα κινδυνέψει το βιβλίο μας να ριχτεί στην πυρά, για να καταλήξει στο τελευταίο του ταξίδι σε μια χώρα της Αφρικανικής ηπείρου. Το βιβλίο τουDesalmand θίγει πολλά θέματα γύρω από τον χώρο του βιβλίου με έναν παιγνιώδη και απολαυστικό τρόπο. Αποτελεί ταυτόχρονα μια σάτιρα του εκδοτικού χώρου, ένα στοχασμό πάνω στην γραφή και την ανάγνωση ισορροπώντας ιδανικά κάπου μεταξύ μυθοπλασίας και δοκιμίου. Σε κάποιο σημείο του κειμένου ομολογεί το βιβλίο-ήρωας: Ότι κι αν μου συμβεί, θεωρώ πως τα κατάφερα στη ζωή μου επειδή διαβάστηκα. Και πράγματι το γοητευτικό βιβλίο του Desalmand διαβάζεται πολύ, πολύ ευχάριστα.

Το βιβλίο διάβασε η Κατερίνα Δρόλια 

 

 
Εσείς πώς φαντάζεστε μια χώρα των συγγραφέων;
Περιγράψτε τη δική σας WRITERSLAND
Όσοι έχουν περισσότερο κέφι μπορούν να κάνουν την παρακάτω εργασία
 
 

 

«Το νησί Εύα» από τη Δήμητρα Νικολοπούλου

 

Το νησί Εύα βρίσκεται στον Ωκεανό της Αγάπης. Ο κόλπος της Ειρήνης βρίσκεται στα νότια του νησιού. Η Οροσειρά της Ισότητας υψώνεται στα βόρεια του. Από τις χιονισμένες της κορυφές πηγάζει ο ποταμός της Αδελφοσύνης. Αυτός διασχίζει την καταπράσινη κοιλάδα της Ελευθερίας. Ανατολικά της κοιλάδας από έναν απότομο βράχο σχηματίζεται ο καταρράκτης της Ελπίδας.

Οι κάτοικοι του νησιού ζουν στην κοιλάδα της Ελευθερίας. Εκεί έχουν φτιάξει τη γαλήνια πόλη τους, Άρπα. Αν με ρωτήσετε, θα σας πω ότι οι κάτοικοι της Άρπας είναι οι πιο ευτυχισμένοι σε όλο τον πλανήτη μας. Ζουν μια λιτή, απλή ζωή όλοι μαζί, κίτρινοι, μαύροι και λευκοί. Δεν υπάρχουν καβγάδες και έχθρες καθώς δεν έχουν τίποτα να μοιράσουν. Ό,τι ανήκει σε έναν ανήκει σε όλους. Για να ζήσουν, καλλιεργούν την εύφορη γη τους. Αυτή με τη σειρά της προσφέρει ζουμερά φρούτα, καταπράσινα λαχανικά και θρεπτικό σιτάρι για το ψωμί τους. Σε όλη την κοιλάδα κυκλοφορούν ελεύθερα όλα τα είδη των ζώων: αγελάδες, κότες, πρόβατα και κατσίκες που δίνουν γάλα, μαλλί και αβγά. Οι κάτοικοι της Άρπας είναι χορτοφάγοι. Δεν τους αρέσει να σκοτώνουν τα ζώα και γι’ αυτό ζουν αγαπημένοι και με τα ζώα.

Το σημαντικότερο όμως είναι ότι στο νησί της Εύας δεν αρρωσταίνει ποτέ κανένας. Ο καταρράκτης της Ελπίδας έχει ιαματικά νερά που τους προσφέρουν αιώνια υγεία.

Το νησί της Εύας και οι κάτοικοί του έχουν ανοιχτή την αγκαλιά τους για όποιον θέλει να τους επισκεφθεί.

 

 

Τη δικιά μου Writersland τη φαντάζομαι γεμάτη βιβλία. Σε όλα τα σπίτια θα υπάρχουν τεράστιες βιβλιοθήκες με ατελείωτα ράφια. Οι κάτοικοι θα ασχολούνται φυσικά και με άλλα πράγματα, αλλά η κύρια ασχολία τους θα είναι τα βιβλία. Θα έχουν διαβάσει όλοι πολλά βιβλία και θα κατακλύζονται από ιδέες για καινούριες πρωτότυπες ιστορίες που θα σημειώνουν στο μπλοκάκι που θα κουβαλούν πάντα μαζί τους. Τέλος, τα παιδιά δεν θα έχουν ακόμα την ικανότητα αυτή, αλλά θα έχουν το ίδιο ενδιαφέρον για τα βιβλία και θα έχουν τη δυνατότητα να τα ζουν στην πραγματικότητα μέσω μηχανών που θα έχουν δημιουργηθεί γι’ αυτό το σκοπό.

Μαρία Πρίντζιου

 

Φαντάζομαι τη Writersland σαν ένα νησί ή σαν μια πόλη σε ένα ψηλό βουνό. Εκεί θα μπορούσαν να ζήσουν νέοι και παλιοί συγγραφείς, συγγραφείς που γράφουν ακόμα ή έγραψαν για τελευταία φορά πριν εκατοντάδες χρόνια. Επίσης, κάτοικοι θα είναι και άνθρωποι που αγαπούν να διαβάζουν βιβλία. Με λίγα λόγια προϋπόθεση για να ζεις εκεί είναι να έχεις το μικρόβιο του βιβλίου. Οι πολίτες θα συνυπάρχουν ευτυχισμένοι χωρίς καβγάδες και τσακωμούς. Εχθροί τους θα είναι αυτοί που μισούν τα βιβλία, δεν θέλουν ούτε να τα βλέπουν και δεν έχουν ανοίξει ούτε ένα βιβλίο. Πολεμούν μεταξύ τους με βέλη που αν σε πετύχουν σε μετατρέπουν αμέσως από εχθρό σε λάτρη του βιβλίου και το αντίθετο. Σε κάθε μάχη θα νικάει το Καλό και όσο περνάει ο καιρός οι εχθροί των βιβλίων σιγά-σιγά θα εξοντώνονται. Οι άνθρωποι θα τρέφονται με μυθιστορήματα και νουβέλες και θα πίνουν τις γνώσεις που κερδίζουν κάθε φορά που διαβάζουν ένα βιβλίο. Έτσι θα ήθελα να είναι η δική μου Writersland.

Μαρία Ηλιοπούλου  

 
 
Η λέσχη ανάγνωσης προτείνει το βιβλίο του μήνα
 

"Σκουπίδια" Άντυ Μάλλιγκαν

μετάφραση: Αργυρώ Πιπίνη
Πατάκης, 251 σελ. Τιμή € 12,70

Έχει γυριστεί και ταινία

 

 

Λίγα λόγια για το βιβλίο

Ο Ραφαέλ, ο Γκάρντο και ο Αρουραίος είναι τρία ορφανά παιδιά των σκουπιδιών. Ζουν στην χωματερή της Μπεχάλα, σε κάποια φανταστική χώρα του αναπτυσσόμενου κόσμου, και προσπαθούν να επιβιώσουν κάνοντας διαλογή σκουπιδιών. Τα χρήσιμα υλικά (πλαστικό, χαρτί, μέταλλα, γυαλί, υφάσματα) ζυγίζονται και πωλούνται. Τα παιδιά ψάχνουν όμως για το κάτι το διαφορετικό, κάτι το πολύτιμο που θα μπορούσε να πουληθεί σε καλύτερη τιμή.

Όποιος σκεφτεί πως η διαλογή σκουπιδιών είναι κι αυτή μια δουλειά, θα πρέπει να αποτολμήσει να επισκεφθεί μια οργανωμένη ελληνική χωματερή και να δει τους εργαζόμενους στη διαλογή απορριμμάτων (με συμβάσεις εργασίας, εργασιακά δικαιώματα, ασφάλεια, στολές, ωράρια και μισθό – έστω και με μεγάλες περικοπές) να αναμετρώνται με τα περιττώματα του πολιτισμού μας. Οι άνθρωποι αυτοί κάνουν ομολογουμένως μια εξαιρετικά σκληρή εργασία. Τα παιδιά των σκουπιδιών που εργάζονται χωρίς συμβάσεις, δικαιώματα, στολές, ωράρια, μισθό ζουν κυριολεκτικά έξω από τα όρια του πολιτισμού καθώς έχουν να διαχειριστούν τα απορρίματα οριακών κοινωνιών. Αλλά ακόμη κι έτσι, «ποτέ δεν ξέρεις τι θα βρεις ψάχνοντας στα σκουπίδια!» και σε τι μονοπάτια αυτογνωσίας μπορούν να οδηγήσουν τα ευρήματά σου. 

Οι ήρωες της ιστορίας του Μάλλιγκαν βρίσκουν πράγματι ένα αντικείμενο που περιέχει «κλειδιά» και κώδικες που θα τους οδηγήσουν σε μια απροσδόκητη περιπέτεια (πολύ μεγάλη για τις δικές τους πλάτες) αλλά και την ανακάλυψη θανάσιμων μυστικών. 

Το τρόπαιο που θα κερδίσουν οι νεαροί μαχητές της επιβίωσης δεν είναι άλλο από τον δικό τους προσωπικό παράδεισο και τη δύναμη για να μην τον χάσουν ποτέ. 

Οι αφηγητές εναλλάσσονται δίνοντας ρυθμό και εντείνοντας την αγωνία για την τελική έκβαση. Τα παιδιά, ο πατέρας Χουιλλιάρ, η νεαρή Ολίβια Ουέστον, είναι τα πρόσωπα που ξετυλίγουν με κινηματογραφικό τρόπο την ιστορία.

 

Σε ποιες ηλικίες απευθύνεται

Το βιβλίο απευθύνεται σε επαρκείς αναγνώστες του Γυμνασίου που έχουν τόσο την άνεση να διαβάζουν μυθιστορήματα με αναπτυγμένη πλοκή όσο και την κοινωνική –πλέον– ευαισθησία για να προβληματιστούν πάνω σε θέματα όπως η παιδική εκμετάλλευση.

 

Ποιος είναι ο συγγραφέας

Ο λονδρέζος Άντυ Μάλλιγκαν έγραψε το βιβλίο Σκουπίδια για να πει, όπως δηλώνει ο ίδιος, την ιστορία των παιδιών που ζουν στο δρόμο, που είναι θύματα εκμετάλλευσης, που εργάζονται υπό απάνθρωπες συνθήκες χωρίς καμία προστασία, των παιδιών που θεωρούνται αναλώσιμα. Ξεκίνησε την καριέρα του ως διευθυντής θεάτρου επί μία δεκαετία, την εποχή της θατσερικής πολιτικής λιτότητας όμως έμεινε άνεργος και αναγκάστηκε να αλλάξει κατεύθυνση: αρχικά εργάστηκε σε ένα ορφανοτροφείο στην Ινδία όπου αποφάσισε να γίνει εκπαιδευτικός. Δίδαξε ως φιλόλογος στην Αγγλία και σε πολλές ασιατικές χώρες.

Ζει στην Αγγλία και γράφει βιβλία για παιδιά και εφήβους.

 

Περισσότερα για τον συγγραφέα και τα βιβλία του στο:

 http://www.andymulliganbooks.co.uk/

 

Για ποιο λόγο θα το αγαπήσουν τα παιδιά

Οι ήρωες του Μάλλιγκαν είναι πλασμένοι με στοιχεία από πραγματικά παιδιά των σκουπιδιών τα οποία γνώρισε σε μια τεράστια χωματερή στη Μανίλα, κοντά στο σχολείο όπου εργαζόταν. Οι νεαροί αναγνώστες θα αγαπήσουν και θα θαυμάσουν τους ήρωες των Σκουπιδιών επειδή θα τους προσκαλέσουν σε ένα ταξίδι ανακάλυψης αξιών και αληθινών θησαυρών που κρύβονται στο πιο απροσδόκητο μέρος: μια τριτοκοσμική χωματερή.

 

Για ποιο λόγο να το προτιμήσουν οι γονείς

Ο βασικότερος λόγος είναι για να τους προσφέρουν την ευκαιρία διαβάζοντας ένα μυθιστόρημα καταιγιστικής δράσης να αναλογιστούν τη δεινή κατάσταση στην οποία βρίσκονται χιλιάδες παιδιά στον κόσμο. Και μάλιστα, μέσω αυτού, να σκεφτούν πως η απελπιστική κατάσταση στη οποία ζουν τα παιδιά αυτά με σχεδόν παντελή έλλειψη οποιασδήποτε προοπτικής δεν τα εμποδίζει από το να δώσουν με αξιοπρέπεια τη μάχη για την ευτυχία και ενίοτε να την κερδίσουν.                                                                                                         

ΕΛΕΝΗ ΚΟΡΟΒΗΛΑ

 

Δείτε το τρέιλερ της ταινίας και περισσότερα στοιχεία για το βιβλίο πατώντας στους παρακάτω συνδέσμους:

www.youtube.com/watch?v=VS4r6ruyotA

http://www.i-read.i-teen.gr/book/skoypidia

 

Μπορείτε να δανειστείτε το βιβλίο από τη Δημοτική Βιβλιοθήκη

 
 

 

ΓΡΑΜΜΑ ΣΕ ΕΝΑ ΠΑΙΔΙ ΓΙΑ ΤΗ ΦΙΛΑΝΑΓΝΩΣΙΑ

 

 

Η ζωή του αναγνώστη

Από τη συγγραφέα
Σώτη Τριανταφύλλου

 

Σας γράφω αυτό το γράμμα για να σας πω δυο τρία πραγματάκια που έμαθα και που με έκαναν εκστατικά ευτυχισμένη. Σήμερα είμαι πολύ μεγάλη σε ηλικία –να φανταστείτε ότι ήμουν δέκα χρονών τον περασμένο αιώνα! Λοιπόν ακούστε:

Μερικοί άνθρωποι γίνονται ευτυχισμένοι κάνοντας εκδρομές και παίζοντας παιχνίδια, ενώ άλλοι χαίρονται με αγκαλίτσες και φιλάκια, με χορούς και με τραγούδια. Υπάρχουν αρκετοί που τους αρέσουν τα ωραία αντικείμενα. Όλα αυτά είναι σούπερ. Ωστόσο, αν πάρω παράδειγμα τον εαυτό μου, τίποτα δε μ’ αρέσει περισσότερο απ’ το να διαβάζω βιβλία. Όχι επειδή είμαι σπασίκλας και φύτουλας και όλα αυτά, αν και μπορείς να το πεις κι αυτό. Τα βιβλία είναι σαν ταξίδια και σαν παιχνίδια: διαβάζοντας πετάμε με μεγάλες φτερούγες σε τόπους μακρινούς, εξερευνάμε τις ζωές άλλων ανθρώπων, νιώθουμε αγαπούλες, συγκινήσεις· μέσα στις σελίδες βρίσκουμε εμπειρίες που μοιάζουν με τις δικές μας ή, ακόμα καλύτερα, δε μοιάζουν με τις δικές μας –είναι πιο καταπληκτικές! Θυμάμαι πως όταν διάβασα την ιστορία του Ροβινσώνα Κρούσου ένιωσα ανακούφιση: αν ναυαγούσα σε έρημο νησί, όχι μόνο θα επιζούσα αλλά θα περνούσα τέλεια.
Τα βιβλία καθησύχασαν τους φόβους μου. Κατάλαβα ότι η ζωή είναι μια περιπέτεια κι ότι ποτέ δε θα βαδίσω μόνη –τα βιβλία θα με συνοδεύουν σαν ζωντανά πλάσματα, θα με παρηγορούν και θα χαϊδεύουν την ψυχή μου. Τώρα που σας γράφω θυμάμαι ότι συχνά η ψυχή μου ήταν ταραγμένη: είχα ένα σωρό προβλήματα στο σχολείο και στο σπίτι· ένιωθα αγωνία και μια νύχτα νομίζω πως είδα φάντασμα.

Όμως θυμάμαι επίσης πως, όταν ήμουν παιδί σαν εσάς, η καλύτερη ώρα της μέρας ήταν όταν διάβαζα τα βιβλία που τότε ονομάζαμε «εξωσχολικά». Τα εξωσχολικά ήταν πιο αστεία και πιο συγκινητικά από τα σχολικά, πράγμα φυσικό εφόσον το βιβλίο της γραμματικής δεν είναι αστείο και συγκινητικό. Ωστόσο, αν είμαστε τυχεροί κι έχουμε συμπαθητικούς και γλυκούληδες δασκάλους, η γραμματική, η αριθμητική, η ιστορία, η φυσική είναι κι αυτές σχεδόν αριστούργημα.

Επιστρέφω όμως στα μυθιστορήματα, στα διηγήματα, στους μύθους. Η χαρά της ανά-
γνωσης ήταν κάπου-κάπου στενοχώρια. Τι παράξενο, ε; Μερικές φορές οι ιστορίες ήταν λυπητερές, στα παραμύθια οι ήρωες περνούσαν τα πάνδεινα: ένα κοριτσάκι που πουλούσε σπίρτα πάγωσε μέσα στο χιόνι, ένα αγοράκι χάθηκε στο άγριο δάσος... Παρότι έκλαιγα γοερά, ήμουν ευχαριστημένη: ένιωθα «κάτι». Θέλω να πω, δεν μπορούμε να χαμογελάμε διαρκώς. Οι άνθρωποι γίνονται σοφότεροι νιώθοντας κάπου-κάπου λύπη, οίκτο, αγανάκτηση. Κυρίως, όμως, γίνονται εκστατικά ευτυχισμένοι:

Δοκιμάστε να ζήσετε τη ζωή του
αναγνώστη και θα με θυμηθείτε!

 

Γεια σας κυρία Τριανταφύλλου,

Δεν συνηθίζω να διαβάζω βιβλία. Υπάρχουν άλλα πράγματα που κάνω για να περάσω την ώρα μου. Αυτό μάλλον συμβαίνει γιατί όσα βιβλία έχω προσπαθήσει να διαβάσω μέχρι στιγμής, δεν μου άρεσαν και δεν ήθελα να διαθέσω χρόνο γι’ αυτήν την ασχολία.

Διαβάζοντας όμως το γράμμα σας, είδα τη νοοτροπία κάποιου που αγαπά την ανάγνωση λογοτεχνικών βιβλίων. Βλέπετε τον κόσμο διαφορετικά μέσω αυτού που κάνετε. Σας βοηθά να αντιμετωπίσετε δυσκολίες αλλά και να ξεπεράσετε τους φόβους σας.

Έτσι αποφάσισα να αρχίσω να διαβάζω και εγώ ίσως κάποιο κλασικό ή γνωστό βιβλίο. Είναι πλέον ανάγκη, γιατί πάντα πίστευα πως οι άνθρωποι που διαβάζουν έχουν κάτι το διαφορετικό, πως είναι πιο ευγενικοί και φυσικά πιο καλλιεργημένοι.

Το γράμμα σας με έβαλε σε σκέψεις και έτσι και με την παρακίνηση της λέσχης ανάγνωσης στην οποία συμμετέχω, ξεκίνησα να διαβάζω και ήδη νιώθω πιο γεμάτη.

                                                                            Σας ευχαριστώ

                                                                              Σοφία Φίλη

 

                                                                                                                     

                                                                            Αίγιο 9-2-2016

Αγαπητή κα Τριανταφύλλου,

Είμαι μαθήτρια της Α’ Γυμνασίου του 2ου Γυμνασίου Αιγίου και μέλος της λέσχης ανάγνωσης του σχολείου μου.

Είμαι από τους ανθρώπους που λατρεύουν τα βιβλία και προτιμούν να περνάνε τον ελεύθερο χρόνο τους διαβάζοντας. Δεν μπορώ να πω όμως ότι δεν μου αρέσουν κι άλλα πράγματα. Τρελαίνομαι για εκδρομές και ταξίδια. Ασχολούμαι με τη μουσική και το χορό και τα αγαπώ πολύ. Μ’ αρέσει να βγαίνω βόλτες με τους φίλους μου και να διασκεδάζουμε. Στην ερώτηση τι μου αρέσει περισσότερο, δεν μπορώ να απαντήσω. Μπορώ όμως να πω ότι με ένα βιβλίο ταξιδεύω όπου και όποτε θέλω. Γνωρίζω καινούρια πράγματα, ανθρώπους, χώρες.

Μέσα από τα βιβλία βρίσκω λύσεις στα καθημερινά μου προβλήματα. Βρίσκω τη γαλήνη που χρειάζομαι και τη χαρά. Άλλες φορές όμως, όπως γράφετε και εσείς, συναντώ τη λύπη και τη συγκίνηση. Σε όλες τις περιπτώσεις ό,τι και αν είναι η ιστορία χαρούμενη ή λυπητερή, πάντα γίνομαι ένα με τον ήρωα. Νιώθω τα συναισθήματά του και με αγγίζουν τα προβλήματά του. Όπως λέτε και σεις «δεν μπορούμε να χαμογελάμε διαρκώς». Οι άνθρωποι χωρίς πλούσια συναισθήματα έχουν φτωχή καρδιά. Συμφωνώ μαζί σας όταν λέτε «οι άνθρωποι γίνονται σοφότεροι νιώθοντας κάπου-κάπου λύπη, οίκτο, αγανάκτηση. Κυρίως όμως, μέσα από τα βιβλία, γίνονται εκστατικά ευτυχισμένοι».

Με εκτίμηση

Δήμητρα Νικολοπούλου

 

Θες να πάρεις μέρος;

Από τον συγγραφέα
Σάκη Σερέφα

 

Θυμάσαι πώς ήταν τα πράγματα τότε που δεν ήξερες ανάγνωση; Κάποιος άλλος σου διάβαζε βιβλία. Μερικές από τις ιστορίες όμως ήταν βαρετές. Συχνά, μάλιστα, δε σου διάβαζαν όποια ώρα ήθελες εσύ είτε γιατί έλειπαν από το σπίτι, είτε γιατί ήταν κουρασμένοι, είτε γιατί έβλεπαν τηλεόραση, είτε γιατί καβγάδιζαν, είτε γιατί μαγείρευαν. 
Στη συνέχεια, από την πρώτη τάξη, μπορούσες να διαβάζεις όποια ώρα ήθελες εσύ. Άρχισες να διαλέγεις μονάχος τα βιβλία σου. Τότε όμως άρχισαν τα προβλήματα.
Ποια προβλήματα;
Μερικά από τα βιβλία που θέλεις να διαβάσεις δε θέλουν εκείνοι να τα διαβάσεις. «Αυτό δεν είναι για την ηλικία σου», ακούς να σου λένε, ή «Αυτό έχει πολλές εικόνες» ή «Αυτό έχει εξωγήινα τέρατα».
Όμως κι εκείνοι δεν ακούν αυτό που εσύ λες από μέσα σου: «Μα εμένα αυτό μου αρέσει να διαβάσω!».
Μερικές ακόμη εφιαλτικές φράσεις που μπορεί να ακούς είναι: «Πήγαινε στο δωμάτιό σου τιμωρία να διαβάσεις δέκα σελίδες» ή «Ο ξάδερφός σου ο Κωστάκης μέσα στο καλοκαίρι διάβασε δεκαπέντε βιβλία κι εσύ μόνο πέντε!» ή «Πες μου τι κατάλαβες από το βιβλίο που διάβασες» ή «Σου αρέσει δε σου αρέσει θα το διαβάσεις μέχρι το τέλος, τόσα λεφτά δώσαμε για να το αγοράσουμε!»...
«Μα κι εκείνοι δε φεύγουν στη μέση μιας ταινίας στο σινεμά άμα δεν τους αρέσει;» ίσως αναρωτιέσαι μέσα σου, όμως καλύτερα να μην τους το πεις. Είσαι σίγουρος ότι αντέχεις να ακούσεις για άλλη μια φορά την απάντηση «Άλλο εγώ. Εγώ είμαι μεγάλος!»;
Ακούς από γονείς, συγγενείς και δασκάλους να σου λένε πόσο ωφέλιμα είναι τα βιβλία. Και προσπαθούν να σου το εξηγήσουν με επιχειρήματα.

Εγώ ένα πράγμα έχω να σου πω:
Κοίταξε καλά γύρω σου. Σε όλο τον πλανήτη Γη υπάρχουν εκατομμύρια αναγνώστες βιβλίων. Ας πούμε ότι είναι χίλια εκατομμύρια, δηλαδή ένα δισεκατομμύριο αναγνώστες. Κι ας πούμε ότι ο καθένας τους διαβάζει από μια ώρα την ημέρα.

Μέσα στο βαγόνι του μετρό που τώρα τρέχει υπογείως κάτω από τα πόδια σου, στο πάρκο όπου σε πηγαίνουν βόλτα οι γονείς σου τις Κυριακές, στο αεροπλάνο που τώρα πετάει στον ουρανό πάνω από το κεφάλι σου, στο καράβι με το οποίο ταξίδεψες πέρυσι το καλοκαίρι για τα νησιά, στο κρεβάτι του νοσοκομείου που προσπερνάς καθημερινά για να πας στο σχολείο σου, ανάσκελα στον καναπέ μέσα στα σπίτια γύρω σου.
Σκύψε πάνω από τους αναγνώστες. Παρατήρησε το πρόσωπό τους καθώς διαβάζουν, όλοι μαζί, επί χίλια εκατομμύρια ώρες καθημερινά. Νιώσε πώς κρατούν την ανάσα τους, δες τα μάτια τους πώς κοιτούν επίμονα τη σελίδα, άκου μέσα στον εγκέφαλό τους το πάρτι που γίνεται.

Θέλεις να πάρεις κι εσύ μέρος σ’ αυτό;

 

 

Ο φίλος που… τρώγεται!

Από τη συγγραφέα
Λότη Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου

 

Θέλω να σου μιλήσω για έναν φίλο που... τρώγεται! Έναν φίλο που, όσο παράξενο κι αν σου φανεί, τον λένε βιβλίο. «Αυτός είναι σωστός βιβλιοφάγος» δε λέμε για όποιον διαβάζει πολλά βιβλία; Ε, γι’ αυτό λέω πως «τρώγεται» ο φίλος αυτός.

Σκέφτομαι λοιπόν πως η λέξη «βιβλιοφάγος» φανερώνει πολλά: Τρώει κανείς όταν πεινάει. Όταν «τρώει» βιβλία, σημαίνει πως θέλει να χορτάσει το πνεύμα του.

Οι δυο αυτές πείνες, η σωματική και η πνευματική, βρίσκω πως μοιάζουν αρκετά.
Ας δούμε γιατί:
Όταν αρρωσταίνουμε ή είμαστε λυπημένοι, μπορεί να μην έχουμε όρεξη να φάμε. Τούτη η ανορεξιά είναι παροδική. Μόλις περάσει αυτό που την προκαλεί, η όρεξη επανέρχεται. Ή μπορεί να μη θέλουμε να φάμε γιατί δε μας αρέσει το φαγητό. Κάποιο άλλο όμως που το προτιμάμε το τρώμε με ευχαρίστηση. Έτσι συμβαίνει και με την τροφή του μυαλού. Είναι φορές που νιώθουμε κουρασμένοι και δεν έχουμε όρεξη να διαβάσουμε. Ή είμαστε υποχρεωμένοι να διαβάσουμε κάτι που δε μας ενδιαφέρει πολύ. Μόλις όμως η κόπωση περάσει ή βρούμε κάποιο βιβλίο που μας αρέσει, αρχίζουμε το διάβασμα.
Ας δούμε τώρα μια διαφορά ανάμεσα στις δύο πείνες: Όταν γεμίσει το στομάχι μας,
δεν πεινάμε πια. Το πνεύμα μας όμως είναι αχόρταγο! Όσο του δίνουμε τροφή, τόσο περισσότερο πεινάει, τόσο περισσότερα βιβλία θέλει.
Και δεν έχει άδικο! Τα βιβλία μάς μαθαίνουν χίλια πράγματα για τον κόσμο, τους άλλους, τον ίδιο μας τον εαυτό. Συχνά μας φανερώνουν ότι και οι άλλοι νιώθουν όπως εμείς, έχουν τις ίδιες χαρές ή τις ίδιες στενοχώριες, αντιμετωπίζουν παρόμοια προβλήματα, αλλά καταφέρνουν τελικά να τα ξεπεράσουν. Κι αυτό μας δίνει κουράγιο. Άλλοτε πάλι μας δείχνουν ότι υπάρχουν ή υπήρξαν άνθρωποι εντελώς διαφορετικοί από μας. Μαθαίνουμε τα αισθήματα και τις σκέψεις τους, σ’ όποιο τόπο κι αν βρίσκονται, όποια εποχή και αν έζησαν. Ταυτιζόμαστε μαζί τους. Κι αυτό μας συναρπάζει, μας δίνει την αίσθηση ότι ζούμε πολλές ζωές, πλουτίζει τις εμπειρίες μας.

Κάθε βιβλίο που φτάνει στα χέρια μας είναι φίλος γενναιόδωρος, πιστός και πολύ βολικός! Ποτέ δε ζητάει κάτι, ενώ εκείνος πάντα μας δίνει ό,τι έχει, όποτε το ζητήσουμε. Αν δεν τον θέλουμε, περιμένει στο ράφι υπομονετικά. Αν τον καλέσουμε, έρχεται αμέσως. Κι είναι τόσο μικρός που χωράει στη σάκα μας ή στη βαλίτσα μας όταν πάμε ταξίδι.

Όταν λοιπόν σου χαρίσουν ή σου δανείσουν ένα βιβλίο, υποδέξου το σαν φίλο πολύτιμο που δε θα σ’ εγκαταλείψει ποτέ· έναν μόνιμο σύντροφο-τροφή για τους «βιβλιοφάγους» χωρίς ημερομηνία λήξης!

Με αγάπη

Λότη Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου

 

 

Μια αναπάντεχη συνάντηση

Από τον συγγραφέα
Βαγγέλη Ηλιόπουλο

 

Σας γράφω γιατί σήμερα είχα μια αναπάντεχη συνάντηση.

Όπως γύριζα στο σπίτι άκουσα ένα κλάμα. Κοίταξα γύρω μου. Δεν είδα κανέναν. Όμως το κλάμα συνεχιζόταν γοερό. Κοίταξα πάλι και τότε είδα ένα βιβλίο πεσμένο στην άκρη του πεζοδρομίου. Αυτό ήταν που έκλαιγε.
Το πήρα στα χέρια μου και το ρώτησα:

– Γιατί κλαις;

– Όπως έπεσα κάποιες σελίδες μου τσακίστηκαν. Πόνεσα. Ευτυχώς δε σκίστηκαν.

– Πώς βρέθηκες εδώ; Σε πέταξαν;

– Δε θυμάμαι. Πήγαινα με τον φίλο μου, έναν μικρό αναγνώστη, στο σπίτι του.

– Σε είχε αγοράσει από βιβλιοπωλείο ή σε είχε δανειστεί από βιβλιοθήκη;

– Δε θυμάμαι σου λέω. Κι ήθελα τόσο να απολαύσει την ανάγνωσή μου!

– Πώς ξέρεις ότι θα απολάμβανε;

– Είμαι συναρπαστικό βιβλίο εγώ. Υπάρχει παιδί που δε θέλει, παρέα με υπέροχους φίλους, να ταξιδεύει πέρα από τα σύνορα του τόπου και του χρόνου;

– Αυτό θα τον βοηθούσε να καταλάβει τον κόσμο αλλά και τον εαυτό του!

– Εσύ, για να το ξέρεις αυτό, είσαι σίγουρα βιβλιόφιλος!

Του απάντησα πως μου αρέσει πολύ να διαβάζω αλλά και να γράφω βιβλία!

Τι τυχερό που είμαι, φώναξε. Με βρήκε ένας συγγραφέας!

Εσύ μπορείς να παρακαλέσεις τον Πήτερ Παν ή τον Μικρό Πρίγκιπα να πετάξουν

και να βρουν τον φίλο μου;

– Ξέρεις, αυτοί είναι λογοτεχνικοί ήρωες! Γεννήθηκαν στο μυαλό ενός συγγραφέα και ζουν μέσα σε βιβλία όπως εσύ!

– Αλήθεια; Έχω κι εγώ έναν ήρωα άξιο ν’ αγαπηθεί. Ο ήρωάς μου ταξιδεύει στο παρελθόν μέσα από έναν υπολογιστή. Και στη σελίδα 88...

– Τι γίνεται στη σελίδα 88;

– Πήγαινε να διαβάσεις. Ό,τι καταλάβεις, αυτό γίνεται! Ο αναγνώστης δίνει νόημα στο κείμενο.

– Άλλωστε αυτός σε διαλέγει ανάμεσα σε αμέτρητα άλλα βιβλία...

Τι ήθελα να το πω. Του θύμισα τον μικρό αναγνώστη που το είχε διαλέξει κι έβαλε πάλι τα κλάματα, γιατί δεν πρόλαβε να δημιουργήσει μια σχέση μαζί του.

– Τι σχέση;

– Απ’ όλα τα βιβλία που διαβάζει κάποιος, μερικά τα ξεχωρίζει. Τα διαβάζει ξανά και ξανά. Δεν τ’ αποχωρίζεται ποτέ. Είναι αυτά που έχουν αγγίζει την ψυχή του. Που τον έχουν λίγο αλλάξει. Τέτοιο ήθελα να γίνω γι’ αυτόν...

Εκείνη την ώρα είδα ένα παιδί να έρχεται σιγά σιγά με το ποδήλατό του κοιτώντας σαν να ψάχνει κάτι. Μόλις με παρατήρησε έτρεξε κοντά μου.

– Είναι δικό μου το βιβλίο που κρατάτε, μου είπε.

– Χαίρομαι που γύρισες να το πάρεις. Το είχες πετάξει;

– Ακόμη κι αν έπρεπε να πετάξω όλα τα βιβλία από την τσάντα μου, αυτό ποτέ!

Έφυγε κρατώντας το στην αγκαλιά του. Κι εγώ έμεινα να τους κοιτάω και να σκέφτομαι πως αυτή η συνάντησή μου με το βιβλίο δε θα έχει νόημα αν δεν τη μοιραστώ μαζί σας...

Καλές Αναγνώσεις!

Βαγγέλης

 

 

Who is who?

"Επί μισό αιώνα η Ευρώπη ορκιζόταν στο όνομά του. Οι δυο Αμερικές έστελναν πλοία με αποκλειστική αποστολή να μεταφέρουν τα μυθιστορήματά του, που διαβάζονταν εξίσου στο Κάιρο, στη Μόσχα, στην Κωνσταντινούπολη και στο Σάντερναγκόρ… Ρούφηξε την ύπαρξη, την απόλαυση και τη δημοτικότητα ως τα όριά τους. Έζησε και απόλαυσε, βγήκε στα οδοφράγματα, χτυπήθηκε σε μονομαχίες, είχε δίκες, ναύλωσε πλοία, πλήρωσε οικοτροφεία από την τσέπη του, αγάπησε, έφαγε, χόρεψε, κέρδισε δέκα εκατομμύρια και ξόδεψε είκοσι και πέθανε γλυκά όπως ένα παιδί που κοιμάται. Κανένας άλλος συγγραφέας δε γνώρισε εν ζωή τόση δόξα. 

Από το μηδέν, τα απέκτησε όλα. Σαν να είχε κάνει συμβόλαιο με το Θεό."

Ποιος είναι ο συγγραφέας; (Κάποιος έχει μελετήσει το βιογραφικό του)

 

 

Who is who?

Έγραψε πάνω από 50 βιβλία σε 20 χρόνια και ήταν σαν να έζησε εννιά ζωές. Υπήρξε το πρότυπο του Αμερικανού ήρωα, που προσπάθησε να ζήσει όσα έγραψε. Απολάμβανε τη ζωή κάθε στιγμή, λες και θα ζούσε για πάντα. Ήταν μύθος για την εποχή του, αλλά και για τη δική μας.

Ποιος είναι ο συγγραφέας; (Κάποιος έχει αναγνωρίσει την εικόνα του)

 

 

 

 

Γιατί να διαβάζουμε τους κλασικούς
 
Η ανάγνωσή του βιβλίου «Η υπόθεση Τζέην Έυρ» του Τζάσπερ Φορντ ήταν το ερέθισμα για να ξεκινήσω να διαβάζω την «Τζέην Έυρ» της Σαρλότ Μπροντέ
Αυτό έγινε, διότι στο σύγχρονο βιβλίο παρουσιάζονται δύο διαφορετικά τέλη για το κλασικό μυθιστόρημα. Το πρώτο τέλος είναι αυτό που επικρατεί στον κόσμο της ηρωίδας Πέμπτης Επόμενης, που λέει ότι η Τζέην Έυρ θα φύγει μαζί με τον Σαιν Τζων Ρίβερς για την Ινδία αφήνοντας τον άντρα που πραγματικά αγάπησε, τον Ρότσεστερ, μόνο του πίσω στο Θόρνφηλντ.
Στη συνέχεια όμως με την εισβολή της στο χειρόγραφο για να αποτρέψει τον σατανικό Άδη να σκοτώσει την Τζέην Έυρ, δημιουργείται ένα νέο τέλος: η Τζέην απορρίπτει την πρόταση του Ρίβερς και επιστρέφει στον αγαπημένο της Ρότσεστερ.
Έχοντας λοιπόν μεγάλη περιέργεια για το ποια απόφαση θα πάρει η Τζέην, οδηγήθηκα στην ανάγνωση του παλιότερου βιβλίου. Τελειώνοντάς το, έμαθα με χαρά και ανακούφιση ότι τελικά η Τζέην αποφασίζει να ακολουθήσει την καρδιά της.
                                                            Μαρία Πρίντζιου
 
 

 

 

 

Η λέσχη ανάγνωσης προτείνει το βιβλίο του μήνα

 

«Η ιστορία του Μιξ, του Μαξ και του Μεξ»

Συγγραφέας: Λουίς Σεπούλβεδα

 

Μετάφραση : Αχιλλέας Κυριακίδης

Εικονογράφηση: Ειρήνη Ελευθεριάδη

Εκδόσεις Opera

Παρουσίαση: Μάνος Κοντολέων

Πολλές φορές το έχω πει και το έχω γράψει. Δεν είναι τα κείμενα που ταξινομούνται άλλα σε λογοτεχνικά έργα για παιδιά  και άλλα σε λογοτεχνία ενηλίκων. Μα οι αναγνώστες που ανάλογα με τις αναγνωστικές διαθέσεις ή και δυνατότητες τα κατατάσσουν

Με άλλα λόγια, θέλω να τονίσω πως ένα έργο γνήσιας λογοτεχνικής ταυτότητας δεν γίνεται να διαχωριστεί και να ταξινομηθεί από την ηλικία των αναγνωστών που το διαβάζουν.

Ασφαλώς και δεν ξεχνώ πως οι αναγνώστες μπορεί να κατηγοριοποιηθούν ανάλογα άλλοτε με την μόρφωση τους, άλλοτε με την προηγούμενη λογοτεχνική εμπειρία τους, άλλοτε με τις ψυχικές του διαθέσεις ή και την καταγωγή τους, με οικονομικά κριτήρια,  άλλοτε από το φύλο τους και βέβαια άλλοτε και από την ηλικία τους.

Μα –το τονίζω- είναι οι αναγνώστες που ανήκουν σε ομάδες. Τα λογοτεχνικά  κείμενα μπορεί να υλοποιούνται μέσα από συγκεκριμένους τρόπους (ρεαλισμό, φαντασία, ρομαντισμό, έντονη πλοκή, ψυχικές αναζητήσεις κλπ) αλλά αν διαθέτουν άρτια λογοτεχνική υπόσταση έχουν τη δυνατότητα να επικοινωνούν και με ένα παιδί και με ένα ενήλικο.

Αναγνωρίζω πως αυτό δεν εφαρμόζεται στην καθημερινότητά  μας. Διάφοροι λόγοι (κυρίως εμπορικοί) και ποικίλες αιτίες  μας έχουν οδηγήσει να ταξινομούμε τα βιβλία που διαβάζουμε και γράφουμε, ανάλογα με την ηλικία του αναγνώστη που στοχεύουμε να φτάσει στα χέρια του.

Αλλά μερικές φορές από αυτόν τον στενοκέφαλο προγραμματισμό, κάποια βιβλία καταφέρνουν να ξεφύγουν.

Όπως, για παράδειγμα το  «Η ιστορία του Μιξ, του Μαξ και του Μεξ» του Λουίς Σεπούλβεδα.

Πριν από λίγες εβδομάδες, έτυχε να προσέξω σε κατάλογο ευπώλητων λογοτεχνικών έργων πως αναγραφότανε (και μάλιστα σε πολύ καλή θέση) και το βιβλίο αυτό του Χιλιανού  συγγραφέα.

Μήτε οι βιβλιοπώλες που δίνουν τα στοιχεία με τα οποία συντάσσονται οι κατάλογοι ευπώλητων τίτλων, μήτε ο δημοσιογράφος που είναι υπεύθυνος  για τη δημοσιοποίηση  του καταλόγου, σκεφτήκανε να διαχωρίσουν αυτό τον τίτλο και να μην τον κατατάξουν ανάμεσα στα βιβλία που απευθύνονται σε ενήλικες αναγνώστες. Κάτι που ασφαλώς θα τα έκαναν αν –για παράδειγμα- στη θέση αυτού του συγγραφέα θα ήταν ο Φίλιπ Πούλμαν  ή Λότη Πέτροβιτς.

Κι αυτό γιατί ο Σεπούλβεδα έχει εγγραφεί στη συνείδησή μας ως συγγραφέας με τη γενική έννοια του όρου και όχι ως συγγραφέας παιδικών ιστοριών.

Δεν είναι η πρώτη φορά ο συγκεκριμένος συγγραφέας έχει γράψει βιβλίο που διαθέτει τα λογοτεχνικά εκείνα στοιχεία που χαρακτηρίζουν όσα έργα τα εντάσσουμε στην παιδική λογοτεχνία. Θυμίζω το πολύ επιτυχημένο «Η ιστορία ενός γάτου που έμαθε σε ένα γάτο να πετάει».

Κι αυτό δείχνει πως ο ακτιβιστής και σεναριογράφος και θεατράνθρωπος Σεπούλβεδα δεν διαχωρίζει το κοινό του, απλώς ανάλογα με το θέμα του κάθε βιβλίου του επιλέγει και ένα συγκεκριμένο τρόπο αφήγησης.

Εδώ –στο «Η ιστορία του Μιξ, του Μαξ και του Μεξ» - υπάρχει η περιγραφή της σχέσης ενός αγοριού με τον γάτο του. Το αγόρι γίνεται έφηβος, μετά ένας νεαρός άντρας και πάντα έχει δίπλα του το αγαπημένο του γατί. Που όμως κι αυτό μεγαλώνει και όπως είναι αναμενόμενο γερνά πολύ πριν το αγόρι γίνει ένας ηλικιωμένος κύριος. Ο γέρος γάτος θα χάσει την όρασή του, αλλά τότε θα παρουσιαστεί για να του κρατά συντροφιά ένα ποντίκι. Και η ειρηνική συνύπαρξη δυο πλασμάτων που όλοι  θεωρούμε πως εχθρεύονται το ένα το άλλο, θα βοηθήσει και τους δύο, ενώ στον νεαρό θα χαριστεί ένα μεγάλο μάθημα   -οι πραγματικοί φίλοι πάντα μοιράζονται ό,τι καλύτερο έχουν.

Μια ιστορία απλή μα όχι απλοϊκή. Και εδώ μπαίνει το ερώτημα «τι είναι αυτό που την μετατρέπει από ένα απλό αφήγημα σε λογοτεχνικό έργο;»

Νομίζω πως η απάντηση πρέπει να αναζητηθεί στη στάση που κάθε καλό κείμενο, το ποίο φιλοδοξεί να απευθύνεται και σε παιδιά και σε ενήλικες, πρέπει να διαθέτει. Την ματιά εκείνη  με την οποία μπορεί αυτός ο κόσμος μας να αναλυθεί.  Ματιά παιδική –που σημαίνει ξάφνιασμα, ανατροπή, φαντασία και αισιοδοξία.

Αλλά δίπλα σε αυτήν την απάντηση θα πρέπει να τοποθετήσουμε και μια άλλην. Μια που έχει να κάνει με την γραφή του κειμένου. Και ο Σεπούλβεδα ότι κι αν γράφει το γράφει με την ίδια ευθύνη και συνέπεια. Ευθύνη απέναντι του κάθε αναγνώστη του, συνέπεια απέναντι του ίδιου του ταλέντου του.

Κι έτσι να που αυτό το ολιγοσέλιδο βιβλίο με την διακριτική αλλά απόλυτα εναρμονισμένη στο ύφος της γραφής, εικονογράφηση, γίνεται ένα βιβλίο ικανό να ‘μιλήσει’ με αναγνώστες και μικρούς και μεγάλους, αλλά και  με αναγνώστες που διαθέτουν λογοτεχνική αναγνωστική εμπειρία, όσο και με όσους ίσως να μην έχουν πολλά βιβλία διαβάσει.

Σημαντική η βοήθεια του έμπειρου μεταφραστεί στα ελληνικά του Χιλιανού συγγραφέα. Ο Αχιλλέας Κυριακίδης μεταφράζει πάντα με ευθύνη και πάθος.

Έγραψα πιο πάνω πως ο Σεπούλβεδα έχει εγγραφεί στη συνείδησή μας ως συγγραφέας με τη γενική έννοια του όρου και όχι ως συγγραφέας παιδικών ιστοριών. Η διαπίστωση αυτή ελπίζω να μην αφορά και όσους ενήλικους ασχολούνται (από διάφορες θέσεις) με την προώθηση της λογοτεχνίας στα παιδιά.

Θα ήταν κρίμα ένα λογοτεχνικό διαμαντάκι να μην υπάρχει σε πολλές βιβλιοθήκες σχολείων, τάξεων αλλά και παιδικών δωματίων.

 

Μάνος Κοντολέων

 

Η ιστορία ενός γάτου ή ένας οδηγός φιλίας;

(αντιγράφουμε από το κείμενο)

 

         Οι φίλοι στηρίζουν και συμβουλεύουν ο ένας τον άλλον και μοιράζονται τις  

            φρονιμάδες και τα λάθη

       Οι φίλοι φροντίζουν πάντα να εξασφαλίσει ο ένας την ευτυχία του άλλου

      Οι φίλοι πάντα σέβονται ο ένας την ελευθερία του άλλου

      Οι φίλοι πάντα καταλαβαίνουν ο ένας τους περιορισμούς του άλλου και τον

            βοηθάνε.

      Οι πραγματικοί φίλοι μοιράζονται και τη σιωπή

      Οι πραγματικοί φίλοι πάντα φροντίζουν ο ένας τον άλλον

      Οι πραγματικοί φίλοι μοιράζονται τα όνειρα και τις ελπίδες

       Οι φίλοι πρέπει να λένε πάντα την αλήθεια ο ένας στον άλλον

      Οι πραγματικοί φίλοι πάντα μοιράζονται τα μικρά πράγματα που ομορφαίνουν τη ζωή

      Τους φίλους δεν τους κοροϊδεύεις ποτέ

       Φίλοι ενωμένοι ποτέ νικημένοι

       Οι πραγματικοί φίλοι πάντα μοιράζονται ό,τι καλύτερο έχουν

 

 

Σας θυμίζουν κάποιο άλλο λογοτεχνικό κείμενο οι απόψεις του Σεπούλβεδα για τη φιλία;

Αν όχι, ανατρέξτε στα κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας της Α’ Γυμνασίου και διαβάστε 

το κείμενο του Όσκαρ Ουάιλντ «Ο πιστός φίλος».

Τώρα τι διαπιστώνετε από τη σύγκριση;

 

Το βιβλίο μπορείτε να το δανειστείτε από τη Δημοτική Βιβλιοθήκη

 

Η λέσχη ανάγνωσης προτείνει κι άλλο βιβλίο γι' αυτό το μήνα

αφιερωμένο στη Σοφία

Ζουν στο ίδιο χωριό, κάτω από τον ίδιο ουρανό. Έφηβοι που έχουν τα ίδια όνειρα, τα ίδια ενδιαφέροντα και τις ίδιες ελπίδες. Πηγαίνουν στο ίδιο γυμνάσιο, αλλά είναι ξένοι μεταξύ τους. Μουσουλμάνοι, χριστιανοί, Ρομά. Οι κοινωνίες όπου μεγαλώνουν στέκονται εμπόδιο στο να γίνουν μια δεμένη συντροφιά. Μια ομάδα τέτοιων παιδιών με τη βοήθεια των δασκάλων τους αρχίζουν να αναρωτιούνται το γιατί. Κάνουν το μεγάλο βήμα μες στο σχολείο για να ενώσουν τους κρίκους της αλυσίδας τους. Με καλή θέληση βρίσκουν τα κοινά τους στοιχεία: την αγάπη τους για τη γνώση και τη μάθηση, για τη φύση, για τα άλογα, για τα αστέρια. Ανακαλύπτουν τις ομοιότητες των πολιτισμών τους και τις κοινές καταβολές των μύθων τους. Το παιχνίδι της μοίρας, που αποδίδει με το δικό της τρόπο τη δικαιοσύνη, τα μπλέκει σε μια περιπέτεια, από όπου βγαίνουν πιο δυνατά και πιο αποφασισμένα να διεκδικήσουν το μέλλον που τους ανήκει.

Ένα βιβλίο για την αγάπη, τη φιλία, την αλληλεγγύη και την άρση των προκαταλήψεων μέσα από την κατανόηση της διαφορετικότητας του άλλου.

Μπορείτε να διαβάσετε το βιβλίο στην ηλεκτρονική του μορφή πατώντας στον παρακάτω σύνδεσμο 

ή να το δανειστείτε από τη Δημοτική βιβλιοθήκη

http://issuu.com/kastaniotis_editions/docs/priovolou_fylakes_neanikh_-_teliko/5?e=1

 

Ρομά και μπαλαμοί, φύλακες των αστεριών

 

Συνέντευξη με την ΕΛΕΝΗ ΠΡΙΟΒΟΛΟΥ

Από τον ΓΙΩΡΓΟ ΚΙΟΥΣΗ g.kiousis@eleftherotypia.net

 

«Υπάρχει ο τόπος τού πιθανόν και του παντού. Εκεί όπου πρέπει να δίνεται καθημερινός αγώνας και μάχες ενίοτε, για να στεριώσει η ηθική αντίληψη πως όλοι οι άνθρωποι είναι ίσοι, ανεξαρτήτως θρησκείας, φυλής, χρώματος ή φύλου.

Οι πολίτες έχουν επίσης τα ίδια δικαιώματα και τις ίδιες υποχρεώσεις απέναντι στο νόμο, ανεξαρτήτως καταγωγής.

«Είμαι αισιόδοξη όταν εκπαιδευτικοί σαν αυτούς στον Νέστο ποταμό καταργούν στην πράξη την αναλγησία του κρατικού μηχανισμού» Ε.Π.

 

Εκεί όπου ο ουρανός των αστεριών είναι κοινός, απέραντος, ασύνορος, αρμονικός και οι ψυχές στρέφονται ή να αναζητήσουν την ομορφιά ανεξαιρέτως ή να εντοπίσουν έναν Θεό, πιεσμένες από την ίδια ανάγκη». Η συγγραφέας Ελένη Πριοβόλου, με θητεία είκοσι εφτά χρόνων στη λογοτεχνία, μας μιλά για το νέο της βιβλίο για εφήβους, με τίτλο «Οι φύλακες των αστεριών», εκδόσεις Καστανιώτη.

 

- Ρομά και μπαλαμοί;

«Πριν από περίπου τρία χρόνια ήμουν προσκεκλημένη ενός μικτού Γυμνασίου στη Θράκη. Μια ομάδα καθηγητών είχαν την έμπνευση να δημιουργήσουν αναγνωστική λέσχη, για να ενώσουν τους μαθητές διαφορετικής θρησκείας και καταγωγής μέσα από τη φιλαναγνωσία και τη λογοτεχνία. Εκεί ανοίχτηκε για μένα ένα κόσμος που μόνο από ασαφείς πληροφορίες γνώριζα. Χριστιανοί και μουσουλμάνοι. Ρομά και μπαλαμοί. Παιδιά. Έφηβοι. Κάτω από την ίδια σχολική στέγη, αλλά ξένοι μεταξύ τους. Οι προκαταλήψεις εμφανείς. Ένιωσα αυτά τα παιδιά μέσα σε ένα βιβλίο και τους έκανα φύλακες των αστεριών».

- Αγάπη, φιλία, αλληλεγγύη;

«Οι έννοιες -πόσω μάλλον οι αξίες- είναι ζητούμενο κάθε εποχής και κάθε πολιτισμού. Και αν ο άνθρωπος έχει κατακτήσει την τεχνογνωσία και αν η τεχνική τον υποδουλώνει διαρκώς στο ασυναίσθητο όραμά της, όλα όσα αναφέρετε στην ερώτησή σας παραμένουν ανεπίτευκτο αλλά όχι ανέφικτο όνειρο. Ας μη λησμονούμε πως ένεκα των προκαταλήψεων συντελέστηκαν στην Ιστορία φρικιαστικά γεγονότα. Άνοιξαν στρατόπεδα, κρεματόρια, Καιάδες, γκέτο, φυλακές, εκτοπισμοί και άλλα πολλά φρικώδη. Δεν πιστεύω και δεν εμπιστεύομαι την αλματώδη τεχνική πρόοδο, χωρίς ανθρωπισμό».

- Ένας γελωτοποιός για κλάματα;

«Το πρώτο μου βιβλίο. Ένα σύνολο συμπτώσεων συνήργησαν, ώστε να βρεθώ στο χώρο του βιβλίου σε πολύ νεαρή ηλικία. Να πλάθω ήρωες και κόσμους όπως θα ήθελα να είναι ο κόσμος. Μικρές ουτοπίες που μεταμορφώνονται σε ευτοπίες. Οχυρά αλήθειας μέσα στην ψευτιά μιας κοινωνίας που κάθε μέρα αφυδατώνεται στην έρημο της πολιτισμικής κρίσης. Μια όαση με σταγόνες δροσιάς από τους κάκτους που ξέρουν να αποθηκεύουν το νερό στα αγκαθωτά τους φύλλα».

- Κόρη παλαιού κομμουνιστή και δεξιού ψάλτη;

«Θα έλεγα στα παιδιά να μην πιστεύουν ό,τι τους πλασάρεται. Να ερευνούν, να αμφισβητούν, να ανατρέπουν. Μακριά από τη μισαλλοδοξία και κάθε είδους προσηλυτισμό. Η δύναμη του καθενός είναι μέσα του και η άντλησή της στη μάχη με την αβεβαιότητα θέλει αρετή, τόλμη και αίσθημα ελευθερίας».

- Αισιοδοξείτε με...

«Τις μικρές νησίδες ακομμάτιστης αντίστασης στις συνοικίες. Με τα παιδιά που ζωγραφίζουν όνειρα στο σάπιο μας αέρα. Με τους εκπαιδευτικούς που θεωρούν ελεύθερο το χρόνο να δημιουργήσουν αναγνωστικές λέσχες και να μιλούν στους μαθητές για αλήθειες, απιστώντας στο αναλυτικό πρόγραμμα του σχολείου. Με τους γιατρούς που τιμούν τον όρκο του Ιπποκράτη».

- Τι να φέρει ο νέος χρόνος;

«Εκτός από την ψυχική και σωματική υγεία, στοιχεία απαραίτητα για αγώνα, ο νέος χρόνος να είναι αρχή αναγέννησης. Να τελειώνει πια ο πολιτειακός και πολιτισμικός μεσαίωνας. Να έρθει το τέλος του παλαιού καθεστώτος στο σύνολό του και νέες αναγεννησιακές δυνάμεις μαζί με τους πολίτες να πάρουν το μέλλον των παιδιών στα χέρια τους».

 

Δείτε πώς παιδιά ενός άλλου σχολείου απέδωσαν το περιεχόμενο του βιβλίου

https://vimeo.com/88637159

 

Η ιστορία της Πρωτοχρονιάς και τα έθιμα των Φώτων:

 
 

 

Οι διακοπές των Χριστουγέννων προσφέρονται για την ανάγνωση βιβλίων, 

ιδίως όταν αυτά ταιριάζουν στο κλίμα των ημερών

 

"Χριστουγεννιάτικες Ιστορίες"

Στο βιβλίο περιέχονται 17 χριστουγεννιάτικα διηγήματα, το ένα λαϊκό και τα υπόλοιπα γραμμένα από σημαντικούς Έλληνες συγγραφείς. 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Οι τίτλοι και οι υποθέσεις συνοπτικά:

Παύλος Νιρβάνας, Το μοιρασμένο φλουρί - όπου μια οικογένεια αποφασίζει να δώσει στον πρώτο ζητιάνο που θα χτυπήσει την πόρτα το φλουρί που έλαχε στο κομμάτι "του φτωχού".

Γρηγόριος Ξενόπουλος, Πλούτος και ευτυχία - όπου ένα παιδί αλλάζει την ευχή του, όταν στον ύπνο του καταλαβαίνει πως ο πλούτος δεν είναι το σπουδαιότερο αγαθό.

Δημοσθένης Βουτυράς, Παραμονή Πρωτοχρονιάς στον Πειραιά. Ένας νεαρός αφηγείται τα όσα κωμικά συνέβησαν όσο έλεγε τα κάλαντα με την παρέα του.


Κώστας Παρορίτης, Μπρος στην Ωραία Πύλη ένας ληστής αποφασίζει μετά την χριστουγεννιάτικη λειτουργία να επιστρέψει στον ίσιο δρόμο.

Στρατής Μυριβήλης, Ο Μανολάκης γυρεύει το Θεό - Ένα φτωχό αγόρι χάνει τη μητέρα του και έπειτα πεθαίνει από το κρύο, κουλουριασμένο έξω από ένα ξενοδοχείο, στο οποίο πραγματοποιείται ο χορός της Φιλανθρωπικής Εταιρείας.

Η ψυχή του τριγυρίζοντας, γνωρίζει για λίγο τον απαίσιο -αλλά τόσο σικ- παράδεισο των "κατά νόμον δικαίων", που για θεό λατρεύουν τον Μαμωνά.

Γεώργιος Αθάνας, Τα χριστουγεννιάτικα τσαρούχια. - Ένα αγόρι που εκπαιδεύεται ως τσαρουχάς, θέλει να επιστρέψει σπίτι του με παπούτσια για δώρο στους γονείς του, στο δρόμο όμως του τα κλέβουν. 

Κωστής Μπαστιάς, Τα Χριστούγεννα του Θανάση Μερτίκα - Ένας 72χρονος μετανάστης στην Αμερική, βρίσκεται τυχαία μαζί με άλλους Έλληνες και αναθυμάται την μοναχική πορεία της ζωής του από το φτωχό χωριό του στην Ελλάδα, ως την εργασία στους σιδηροδρόμους και τις φάρμες των ΗΠΑ.

 

Σοφία Μαυροειδή - Παπαδάκη, Το πιο πολύτιμο δώρο - Η μικρή Νέλλη γίνεται Αϊ Βασίλης για να βοηθήσει τον Άγιο, και μαθαίνει για την αξία της προσφοράς.

Άλκης Τροπαιάτης, Ο Αϊ- Βασίλης του κυρ Πολύδωρου - Ο Αϊ Βασίλης ξεμένει από δώρο για το τελευταίο παιδί του κόσμου και αποφασίζει να γίνει δώρο ο ίδιος.

Άλκης Τροπαιάτης, Ο Αϊ- Βασίλης στο Τμήμα! - Ο Άγιος συλλαμβάνεται από αστυνομικούς και οδηγείται στο τμήμα για εξακρίβωση ταυτότητας.

Ανδρέας Καραντώνης, Χριστουγεννιάτικη αγριόπαπια - Στρατιώτες σε πορεία προς τη Φλώρινα, πυροβολούν μια αγριόπαπια για το χριστουγεννιάτικο τραπέζι, παρακούοντας τη διαταγή του διμοιρίτη τους.

Στρατής Τσίρκας, Τα κάλαντα - Στο Κάιρο του παλιού καιρού, τρία παιδιά που μόλις έχουν πει τα κάλαντα, πέφτουν θύματα ληστείας από μια συμμορία νταήδων.

Γεωργία Ταρσούλη, Η βασιλόπιτα και τα χαρτιά - Ο Άγιος Βασίλειος, ξανακερδίζει στα χαρτιά τα χρυσαφικά των χριστιανών που πήρε ο τούρκος εφοριακός.

Τατιάνα Γκρίτση - Μιλλιέξ, Το δέντρο - Ένα μικρό κορίτσι δέχεται την πρόσκληση ενός ηλικιωμένου ζευγαριού Γερμανών να παρακολουθήσει στο σπίτι τους το -άγνωστο την εποχή εκείνη για τους Έλληνες- έθιμο του χριστουγεννιάτικου δέντρου (ή πώς οι Έλληνες περάσαμε από την γεμάτη παιδιά αυλή στο άδειο αλλά πλούσια στολισμένο σπίτι)


Παντελής Καλιότσος, Ο καλός Φραντζολάκης - Ένα τσουρεκάκι σε σχήμα ανθρώπου, ανανεώνεται μέσα από την προσφορά του κι έτσι δεν πεθαίνει ποτέ (θυμίζει λίγο την ιστορία του Gingerbread Man).

Ιωάννης Δ. Ιωαννίδης, Το φωτισμένο παράθυρο - Μια οικογένεια χριστιανών στη Ναζαρέτ τρομάζει από μια απρόσμενη επίσκεψη μέσα στη νύχτα.

Λαϊκό Παραμύθι, Η Κάλλω κι οι καλικάντζαροι - Η καλή, όμορφη και έξυπνη Κάλλω, καταφέρνει να ξεγελάσει τους καλικάντζαρους ώστε όχι μόνο να μην την φάνε, αλλά να τη φορτώσουν και με χριστουγεννιάτικα δώρα.


Πρόκειται για κείμενα που αναδίδουν μελωδίες και εικόνες των γιορτών και διαπνέονται από τον βαθύ ανθρωπισμό που αναβιώνει στο τέλος κάθε χρόνου σε όλα τα σημεία της γης, μαζί με τη φάτνη, τα κάλαντα, το χιόνι, τα δώρα και το φλουρί της βασιλόπιτας. Τα μηνύματα που κρύβονται σε αυτά τα διηγήματα προκύπτουν από τις συγκινήσεις και τα πάθη των ηρώων τους, αλλά πρωτίστως μαρτυρούν την ευαισθησία των ίδιων των δημιουργών τους.

 

Απόσπασμα


Το πρώτο φλουρί της βασιλόπιτας που μου ‘πεσε –ένα αληθινό φλουρί, γιατί ο πατέρας μου τον καιρό εκείνο, πριν φτωχύνει ακόμη, όπως φτώχυνε στα υστερνά του, συνήθιζε να βάζει στη βασιλόπιτα του σπιτιού μας μια χρυσή εγγλέζικη λίρα – βγήκε μοιρασμένο.

Πώς έρχονται τα πράγματα καμιά φορά!

Ο πατέρας μου, όρθιος μπροστά στο αγιοβασιλιάτικο τραπέζι, έκοβε την πίτα, ονοματίζοντας κάθε κομμάτι ξεχωριστά, πριν κατεβάσει το μεγάλο μαχαίρι του ψωμιού. Αφού έκοψε το κομμάτι του σπιτιού, των αγίων, το δικό του και της μητέρας μου, πριν αρχίσει να κομμάτια των παιδιών, σταμάτησε, σα να θυμήθηκε κάτι.

«Ξεχάσαμε», είπε, «το κομμάτι του φτωχού. Αυτό έπρεπε να ‘ρθει ύστερ’ από τους αγίους. Ας είναι όμως. Θα το κόψω τώρα και ύστερα θ’ αρχίσω τα παιδιά. Πρώτα ο φτωχός».

Κατέβασε το μαχαίρι.

«Του φτωχού…» ονομάτισε.

Έπειτα ερχότανε το δικό μου κομμάτι, που ήμουν ο μεγαλύτερος από τα παιδιά.

Καθώς τραβούσε όμως το κομμάτι του φτωχού, για να κόψει το δικό μου, το χρυσό φλουρί κύλησε απάνω στο τραπεζομάντιλο. Το κόψιμο της πίτας σταμάτησε. Κοιτάζαμε ο ένας τον άλλον, κι ο πατέρας όλους μας.

«Ποιανού είναι τώρα το φλουρί;» είπε η μητέρα μου. «Του ζητιάνου ή του Πέτρου; Εγώ λέω πως είναι του Πέτρου».

Η καημένη η μητέρα. Το είχε καημό να μου πέσει εμένα το φλουρί, γιατί ήμουν άτυχο παιδί. Ποτέ μου δεν είχα κερδίσει τίποτε.

«Ούτε του ζητιάνου είναι», είπε ο πατέρας μου, «ούτε του Πέτρου. Το σωστό σωστό. Το φλουρί μοιράστηκε. ήτανε ανάμεσα στα δυο κομμάτια. Καθώς τα χώρισε το μαχαίρι, έπεσε κάτω. Το μισό είναι του ζητιάνου, το μισό του Πέτρου».

«Και τι θα γίνει τώρα;» ρώτησε στενοχωρημένη η μητέρα μου.

«τι θα γίνει;…» συλλογιζόμαστε κι εμείς.

«Μην πονοκεφαλάτε…» είπε ο πατέρας.

Άνοιξε το πορτοφολάκι του, έβγαλε από μέσα δύο μισές χρυσές λίρες – το χρυσάφι τότε δεν είχε κρυφτεί ακόμα – και τις ακούμπησε στο τραπέζι:

«Να τι θα γίνει. Αυτή φυλάχτε τη να τη δώσετε στον πρώτο ζητιάνο που θα χτυπήσει την πόρτα μας. Είναι η τύχη του. Η άλλη μισή είναι του Πέτρου».

Και μου την έδωκε.

«Καλορίζικη! Και του χρόνου, παιδί μου. Είσαι ευχαριστημένος;»

Ήμουν και με το παραπάνω. Η ιδέα, μάλιστα, πως είχα συντροφέψει με το ζητιάνο με διασκέδαζε πολύ.

«Θα του τη δώσω εγώ, με το χέρι μου…» είπα.

Γελούσαμε όλοι με την παράξενη τύχη μου. Τα άλλα παιδιά με πειράζανε.: «ο σύντροφος του ζητιάνου». Μονάχα ο πατέρας μου δε γελούσε. Εκείνος με τράβηξε κοντά του, με φίλησε και μου είπε:

«Μπράβο σου. Είσαι καλό παιδί».

Το άλλο πρωί, μόλις ξυπνήσαμε, χτύπησε η πόρτα. Κάτι μου ‘λεγε πως ήταν ο ζητιάνος, που έφτανε βιαστικός να πάρει το μερίδιό του. Έτρεξα στην πόρτα, με τη μισή λίρα. Ήταν ένας γέρος ζητιάνος με κάτασπρη γενειάδα, γειρτός από τα χρόνια. Και μουρμούριζε ευχές τρέμοντας από το κρύο.

«Πάρε, παππού…» το είπα.

Ο γέρος, που δεν έβλεπε καλά και που του είχε γυαλίσει, φαίνεται, παράξενα από μακριά το χρυσό νόμισμα, το ‘φερε κοντά στα μάτια του, για να το κοιτάξει καλύτερα. Δεν μπορούσε να πιστέψει πως κρατούσε χρυσάφι στα χέρια του τον καιρό εκείνο, που όλοι δίνανε στους ζητιάνους δίλεφτα και μονόλεφτα.

«Τι είν’ αυτό, παιδάκι μου;» με ρώτησε. «Δυάρα γυαλισμένη;»

«Μισή λίρα είναι, παππού…» του είπα. «Πάρ’ τηνε. Δικιά σου είναι».

Ο καημένος ο ζητιάνος δεν ήθελε να το πιστέψει:

«Μήπως έκανες λάθος, παιδάκι μου; Για ρώτησε τους γονιούς σου. Δεν έχω όρεξη να με παίρνουνε στις αστυνομίες για κλέφτη, μέρα που είναι».

Του εξήγησα με τι τρόπο είχαμε μοιρασθεί το φλουρί της βασιλόπιτας. Ο γέρος έτρεμε τώρα περισσότερο. Μα έτρεμε από τη χαρά του. Σήκωσε ψηλά τ’ αρρωστημένα του μάτια και είπε:

«Ο Θεός είναι μεγάλος. Να ζήσεις, παιδάκι μου, να σε χαίρονται οι γονείς σου. Και ο Θεός να σ’ αξιώσει να ‘χεις πάντα όλα τα καλά, να τα μοιράζεις με τους φτωχούς και τους αδικημένους. Την ευχή μου να’ χεις».

Μου ’δωσε την ευχή του, σήκωσε πάλι ψηλά, κατά τον ουρανό, τα αρρωστημένα του μάτια και κατέβηκε, με το ραβδί του, τη σκάλα.

Έτσι τέλειωσε η ιστορία του φλουριού της βασιλόπιτας εκείνη τη χρονιά. Από τότε πέρασαν πολλά χρόνια. Μα από τότε, όσες φορές δίνω μια βοήθεια σ’ ένα φτωχό, συλλογίζομαι: Τάχα εγώ μοιράζω τα λεφτά μου με το φτωχό ή ο φτωχός μοιράζεται τα λεφτά του μ’ εμένα; Αυτό δεν μπορούσα να καταλάβω ούτε τότε, που μοίρασα με τον παλιό ζητιάνο το φλουρί της βασιλόπιτας.


 

Η λέσχη ανάγνωσης προτείνει το βιβλίο του μήνα

 

Κόλιν Φίσερ

 Άσλεϊ Έντουαρντ Μίλερ, Ζακ Στέντζ,

εκδ.Μεταίχμιο, 2013, μτφρ. Ελένη Γκαγκάτσιου

Ο Κόλιν Φίσερ μόλις ξεκίνησε την πρώτη του χρονιά στο γυμνάσιο. Τα σημαντικότερα πράγματα που έχει είναι (1) μία συλλογή από χάρτινες κάρτες που απεικονίζουν εκφράσεις προσώπου και συνοδεύονται από χειρόγραφους χαρακτηρισμούς τους, (2) μία σχεδόν αλλόκοτη εξοικείωση με τις επιστήμες και το κλασικό σινεμά και (3) ένα κακοπαθημένο σημειωματάριο, το οποίο χρησιμοποιεί για να καταγράφει τις εμπειρίες του από τον «ιδιαίτερα ενδιαφέροντα» πληθυσμό των ανθρώπων που συναντά στον περίγυρό του. Όμως, όταν πέφτει ένας πυροβολισμός στην καφετέρια του σχολείου, διακόπτοντας απότομα το πάρτι γενεθλίων μιας συμμαθήτριάς του, ο Κόλιν αποδεικνύεται ο κατάλληλος άνθρωπος για τη διερεύνηση του συμβάντος. Διότι μόνο αυτός μπορεί να αποδείξει ότι ο Γουέιν Κόνελι, ο αδιαμφισβήτητος τραμπούκος του σχολείου και συχνός βασανιστής του ίδιου, δεν ευθύνεται γι’ αυτή την εγκληματική ενέργεια. Σε τελική ανάλυση, τα χέρια του Γουέιν βρέθηκαν απολύτως καθαρά, ενώ η λαβή του όπλου είχε ίχνη από το γλάσο της τούρτας…

 

Η γνώμη των ειδικών

Τι είναι το σύνδρομο Άσπεργκερ; Για τους περισσότερους είναι ένα μυστήριο, κάποιοι έχουν απλά κάποια «στοιχεία». Ο Κόλιν Φίσερ λύνει μυστήρια και μας ξεναγεί στον τρόπο που σκέφτεται ένα παιδί με σύνδρομο Άσπεργκερ, πώς κατανοεί τον κόσμο, τα ιδιαίτερα χαρίσματα και τις δυσκολίες του αλλά και πώς θα ήθελε να του συμπεριφέρονται οι άλλοι.

Τα παιδιά και οι έφηβοι με σύνδρομο Άσπεργκερ, λόγω του υψηλού βαθμού λειτουργικότητας και της «αφέλειάς» τους, εμφανίζονται συχνά ως εκκεντρικοί ή παράξενοι και μπορούν εύκολα να γίνουν θύματα πειραγμάτων και επιθετικών συμπεριφορών. Η ζωή στο σχολείο μπορεί να είναι πολύ δύσκολη για τα παιδιά που φαίνονται ιδιόρρυθμα και εκκεντρικά λόγω της κοινωνικής τους αδεξιότητας, των δυσκολιών στην επικοινωνία και στην προσαρμοστικότητα αλλά και των ειδικών ταλέντων τους.

 

 

"Ζήτω η περιέργεια!"  Μαρία Αγγελίδου

 

Κόλιν Φίσερ, ένας έφηβος ντετέκτιβ με Άσπεργκερ

Κι ένα βιβλίο που δεν είναι μόνο για παιδιά.

Επιτέλους! Ένα μυθιστόρημα εφηβικό χωρίς ηλικία! Ένας ήρωας που στην άχαρη ηλικία των δεκατεσσάρων διαθέτει προσωπικότητα μαγνητική. Τον Κόλιν Φίσερ δεν τον ξεχνάς με τίποτα. Δεν μπορείς να μην τον συμπαθήσεις! Κι ας έχει του κόσμου τις παραξενιές: δεν αντέχει, ας πούμε, να τον αγγίζουν. Δεν του αρέσει το μπλε χρώμα. Και χρειάζεται κάρτες-σκονάκια για ν’ αναγνωρίζει τις εκφράσεις των άλλων ανθρώπων. Μα όταν ένας πυροβολισμός στην καφετέρια του σχολείου καταστρέφει τη γιορτή γενεθλίων μιας συμμαθήτριάς του, ο Κόλιν είναι ο μόνος που καταπιάνεται με το αίνιγμα. Αυτός που αναλαμβάνει ν’ αποδείξει οτι το όπλο δεν το έμπασε στην καφετέρια ο Γουέιν Κόνελι, το πιο αντιπαθητικό παιδί του σχολείου! Γιατί ο Κόλιν έχει το χάρισμα της παρατηρητικότητας –και μάλιστα σε σημείο που μόνο με τον ίδιο τον μεγάλο, τον απερίγραπτο Σέρλοκ μπορεί να συγκριθεί! Κι έτσι έχει προσέξει ότι ο Γουέιν δεν έχει πασαλειμμένη άσπρη σοκολάτα στα χέρια του – ενώ η λαβή του όπλου είναι σκεπασμένη από άσπρες σοκολατένιες δαχτυλιές....

Ο Κόλιν Φίσερ, λοιπόν, είναι ένας σύγχρονος νεαρός Σέρλοκ Χολμς. Με όλες τις παραξενιές του, με όλα τα ταλέντα του, με όλες τις ιδιομορφίες του. Και η ιστορία του, όπως την αφηγείται το εξαίρετο δίδυμο Μίλερ και Στεντζ, είναι το τέλειο βιβλίο για όσους είναι πρόθυμοι να καταπιαστούν με το μεγαλύτερο απ’ όλα τα μυστήρια: τι σκέφτονται και τι αισθάνονται οι άλλοι άνθρωποι; Γιατί αυτό είναι το μεγαλύτερο εμπόδιο στη ζωή του έφηβου Κόλιν:  ο δεκατετράχρονος αντι-ήρωας έχει Άσπεργκερ και ένα μεγάλο μέρος του κόσμου μας είναι στα μάτια του ανεξήγητο. Δεν μπορεί να διαβάσει τις εκφράσεις των συμμαθητών του χωρίς το «λυσάρι emoticon» που του έχει βάλει στην τσέπη ο θεραπευτής του, το μπλε χρώμα τον κάνει χάλια, δεν μπορεί να καταλάβει γιατί οι γονείς του επιμένουν να τον αγκαλιάζουν. Μα όταν έρχεται αντιμέτωπος μ’ ένα αίνιγμα αστυνομικό, ο Κόλιν ξέρει ότι θα μπορέσει να το λύσει. Γιατί η ψυχρή, διαυγής, καθαρή, κρυστάλλινη και αμερόληπτη σκέψη είναι το φόρτε του! Ο ήρωάς του είναι ...ποιος άλλος; Ο πολύς Σέρλοκ Χολμ

Το αναλυτικό μυαλό του κάνει το μυθιστόρημα κυριολεκτικά συναρπαστικό. Οι συγγραφείς έχουν κατορθώσει να δημιουργήσουν έναν χαρακτήρα πειστικό και ζωντανό, που μένει αξέχαστος στον αναγνώστη. Απολαυστική είναι και η διακοπή της αφηγηματικής ροής με την παροχή πληροφοριών, που είναι πολύτιμες για την διαλεύκανση της υπόθεσης – πληροφοριών, που ο ίδιος ο Κόλιν θεωρεί δεδομένες, αλλά βοηθούν πολύ στο αριστοτεχνικό ξετύλιγμα της ιστορίας. Κάθε κεφάλαιο αρχίζει με αποσπάσματα από το ημερολόγιο του Κόλιν. Αποσπάσματα που «γράφουν» βαθιά κι ανεξίτηλα.

Ο Κόλιν έχει Άσπεργκερ. Κι επομένως λέει πάντα την αλήθεια, ακόμα κι όταν η αλήθεια είναι πικρή και δύσκολη. Για την ακρίβεια, έχει πάθος με την αλήθεια. Πάθος θεωρητικό, δηλαδή. Τον ενδιαφέρει η αλήθεια και το ψέμα, όπως τον ενδιαφέρουν τα μαθηματικά, η αστρονομία, τα ηφαίστεια, τα λεξικά κι ένα σωρό άλλα πράγματα. Αυτό που τον δυσκολεύει είναι η κοινωνική ζωή, οι σχέσεις και οι επαφές με τους άλλους γύρω του. Κουβαλάει πάντα μαζί του καρτελάκια με μικρά σκίτσα, που τον βοηθούν να «διαβάσει» τις εκφράσεις του προσώπου τους. Προσπαθεί να βρει μια ισορροπία στα «αγκαλιάσματα», που επιτρέπει στους γονείς του – γιατί καταλαβαίνει ότι τα έχουν ανάγκη. Και δυσκολεύεται πολύ να κάνει φίλους – αν και τους έχει ανάγκη.

Στο σχολικό σύμπαν ο Κόλιν αντιμετωπίζει ανυπεράσπιστος και άοπλος τα παιδιά που είναι βίαια ή επιθετικά ή αδιάφορα. Έχει, όμως, γονείς έξυπνους, που ενδιαφέρονται για το παιδί τους και το αποδέχονται όπως είναι. Έχει έναν αδερφό, που ευτυχώς τσακώνεται μαζί του –όπως κάνουν όλα τ’ αδέρφια. Έχει μια φοβερή κι αξεδίψαστη περιέργεια – πράγμα που δεν το βρίσκεις εύκολα, ειδικά στον κόσμο των εφήβων. Κι ένα μυαλό απέραντο, που χωράει θαρρείς τα πάντα.

Το κυριότερο, όμως: έχει δυο συγγραφείς που τον αγαπούν και τον σέβονται.

Ο Άσλεϊ Έντουαρντ Μίλερ και ο Ζακ Στεντζ είναι γνωστοί στον κόσμο του κινηματογράφου: έχουν γράψει το σενάριο για τις ταινίες  Χ-Men και Thor. Αλλά μέσα στις σελίδες του βιβλίου τους δεν υπάρχει τίποτα που να θυμίζει σούπερ ήρωα. Αντίθετα: ο πρωταγωνιστής τους είναι ένα συνηθισμένο παιδί, με ασυνήθιστο αστυνομικό δαιμόνιο. Και ασυνήθιστη αγάπη για τα μυστήρια. Ο Κόλιν λατρεύει τις αναπάντητες ερωτήσεις.

Έτσι κι αλλιώς ο Κόλιν πλησιάζει τη ζωή σαν να 'ταν ένα τεράστιο αστυνομικό μυστήριο. Την μελετά σαν ντετέκτιβ, κρατάει σημειώσεις, παρατηρεί τα πάντα στον αγώνα που κάνει να καταλάβει γιατί οι άλλοι είναι χαρούμενοι ή λυπημένοι, στον ακόμα μεγαλύτερο αγώνα που κάνει να μαντέψει πώς πρέπει ο ίδιος ν’ αντιδράσει στη λύπη ή στη χαρά τους. Κι αυτή η μεγάλη του εξάσκηση στην παρατήρηση και στον συνδυασμό των «στοιχείων», τον βοηθάει αφάνταστα στην επίλυση της αστυνομικής υπόθεσης. 

Που ελπίζουμε ότι δεν θα είναι η τελευταία;...

 

Το βιβλίο μπορείτε να το δανειστείτε από τη Δημοτική Βιβλιοθήκη

 

 

 

 

ΧΡΗΣΙΜΕΣ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΕΣ - VIDEO

 

http://www.ekebi.gr/frontoffice/portal.asp?cpage=NODE&cnode=138

 

http://filanagnosiaprogram.blogspot.gr/

 

http://paidiki-logotexnia.blogspot.gr/  (πολλές παραπομπές σε ιστοσελίδες)

 

http://openbook.gr/

 

http://www.bookbook.gr/

 

http://3gym-serron.ser.sch.gr/library/library_history.htm

 

http://www.futurelibrary.gr/

 

http://www.politeianet.gr/kata-t-alla

 

http://www.saitapublications.gr/2012/12/ebook.15.html  ο μαγικός σελιδοδείκτης: Ηρακλής Λαμπαδαρίου (βιβλίο ελεύθερο για διάβασμα και κατέβασμα)

 

http://www.librofan.com/  ΒΙΒΛΙΟ-ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ

 

http://logotexnia-yliko.blogspot.gr/  Οι βαλίτσες της ποίησης

 

http://antikleidi.com/

 

http://leshianagnosisko.blogspot.gr/

 

http://anamesastoustoixous.blogspot.gr/

 

http://7gymnasio-rodou.blogspot.gr/

 

Για μια θέση στο ράφι hprt-archives (30’)

https://www.youtube.com/watch?v=maJT6-cLDdg

 

https://www.youtube.com/watch?v=_J2k9aoJUDA Σ. Τριανταφύλλου: Οφείλουμε τη ζωή μας στα βιβλία (video  στο 6.32΄)

 

The girl who hated books (7.24΄)

 

The librarians: Οι βιβλιοθηκάριοι (σίριαλ)

 

The pagemaster (ταινία)

 

Η πεντάμορφη και το τέρας (ανιμέισον βιβλία-βιβλιοθήκες) www.youtube.com/watch?v=UX-Anjylf5M

 Πέντε ρήματα για το βιβλίο

Διαβάζω βιβλία για να κατακτήσω το χρόνο. Διαβάζοντας, το παρελθόν μού φαίνεται οικείο, το μέλλον φιλικό και προσιτό. Καταρρίπτω όρια και φραγμούς, σύνορα και προθεσμίες, απαγορεύσεις και φόβους. Η φαντασία διαστέλλεται, ο κόσμος γίνεται άπειρος ή μικρός ανάλογα με το κέφι μου. Όταν όλα σήμερα ελέγχονται και προκαθορίζονται, μονάχα το διάβασμα μού επιτρέπει την ελευθερία. Διαβάζω, άρα είμαι ελεύθερος.

Αγοράζω βιβλία για να κάνω δικό μου τον κόσμο. Τον κόσμο των ιδεών, των μύθων, της επιστήμης, του ονείρου. Μέσα από τις τυπωμένες σελίδες νιώθω να ορίζω καλύτερα το γύρω χώρο, την οικουμένη, ολόκληρο το σύμπαν. Αγοράζοντας βιβλία, πλουτίζω σε εμπειρίες και ευαισθησία, γίνομαι συμμέτοχος στο παγκόσμιο αγαθό της γνώσης.

Χαρίζω βιβλία στο όνομα της αγάπης. Με μια ποιητική συλλογή εγκαινιάζω έναν έρωτα, με ένα μυθιστόρημα σφραγίζω μια φιλία χρόνων. Kάνοντας δώρο ένα βιβλίο που έχω αγαπήσει, δίνω στον άλλο να καταλάβει τα ιδιαίτερα αισθήματα που τρέφω γι' αυτόν. Με βιβλία συνοδεύω τα "Χρόνια Πολλά", το "Καλορίζικος", το "Να μας ζήσει", τα "Συγχαρητήρια".

Δανείζω  και δανείζομαι βιβλία γιατί έτσι αποκτούν πνοή ζωής. Αλλάζουν χέρια, δραπετεύουν από τα ράφια, παλιώνουν χρήσιμα οι σελίδες τους, κυοφορούν γνώσεις και απόλαυση. Τα βιβλία δεν έχουν σπίτι δικό τους και κατοικία. Οι βιβλιοθήκες, ιδιωτικές ή δημόσιες, είναι μονάχα η στάση που κάνουν για να ξεκουραστούν στο άχρονο ταξίδι της επίγειας ζωής τους.

Γράφω βιβλία για να ζήσω. Ερμηνεύω με δικό μου τρόπο τα περασμένα, βλέπω με μάτι αλλιώτικο ό,τι γίνεται ή δε γίνεται, ψυχανεμίζομαι λίγα απ' όσα η ζωή μου δε θα προφτάσει. Γράφω γιατί έχω την αυταπάτη πως είμαι ένας μικρός θεός: παίρνω αφορμή από το τίποτα και ανασταίνω ζωές, πιάνω στα χέρια μου μολύβι και στήνω ένα χάρτινο σύμπαν αληθινό. Γράφω γιατί μονάχα έτσι υπάρχω.              

Κώστας Ακρίβος, περ. της ENEBE, τεύχ. 1, 2002

 

Α Book

There is no frigate like a book

To take us lands away,
Nor any coursers like a page
Of prancing poetry.
This traverse may the poorest take
Without oppress of toll;
How frugal is the chariot
That bears a human soul!

 

Ένα βιβλίο

Δεν υπάρχει φρεγάτα σαν ένα βιβλίο

Να μας πάει χώρες μακριά,

Ούτε ίππος ταχύς σαν μια σελίδα

Καλπάζουσας ποίησης.

Αυτό το πέρασμα μπορεί να το διασχίσει και ο φτωχότερος

Χωρίς την τυραννία διοδίων·

Πόσο λιτή είναι η άμαξα

Που μεταφέρει μια ανθρώπινη ψυχή!

 

Emily Elizabeth Dickinson (1830 – 1886)

 

 

Η λέσχη ανάγνωσης διαβάζει παραμύθια, δωρίζει βιβλία 

και αγκαλιάζει τους μικρούς της φίλους στο Χαμόγελο του παιδιού

 

Πες το με ένα παραμύθι… Δώσε μια αγκαλιά…

 

Η Δήμητρα Νικολοπούλου

μας μεταφέρει την εμπειρία της από την επίσκεψή της, 

με άλλα μέλη της λέσχης ανάγνωσης, στο Χαμόγελο του παιδιού.

 

Η επίσκεψη μου στο Χαμόγελο του παιδιού ήταν η αφορμή να δω από κοντά πώς περνάνε αυτά τα παιδιά κατά τις γιορτινές μέρες. Το περιβάλλον ήταν ζεστό, φιλόξενο και εορταστικά στολισμένο. Τα παιδιά ήταν μεταξύ τους δεμένα και μας υποδέχτηκαν με μια θερμή αγκαλιά. Περάσαμε δύο αξέχαστες ώρες γεμάτες αγάπη, παιχνίδι, ζωγραφική και παραμύθια.

Η επαφή μου με τα παιδιά μου προξένησε πολύ έντονα συναισθήματα και με έβαλε σε σκέψεις. Με γέμισε αγάπη για τα παιδιά αυτά που τους έτυχε να μεγαλώνουν χωρίς οικογένεια. Ένιωσα χαρά που τα είδα να διασκεδάζουν και να γελάνε με όλη τους την ψυχή. Θαύμασα τους ανθρώπους που δούλευαν εκεί προσφέροντας όλη τους την αγάπη και τη στοργή.

Το βράδυ στο σπίτι, κατάλαβα πως η φιλανθρωπία είναι σημαντική και ότι αν προσπαθήσουμε όλοι μαζί, θα καταφέρουμε να δημιουργήσουμε έναν καλύτερο κόσμο.

 

Πώς το χαμόγελο και η αγάπη διώχνουν το άγχος

 

Η Μαρία Ηλιοπούλου περιγράφει την εμπειρία της στο «Χαμόγελο του παιδιού»

 

… Πριν μπούμε στο σπίτι των παιδιών και τα γνωρίσουμε ήμουν πολύ αγχωμένη. Όμως όλο αυτό το άγχος έφυγε τη στιγμή που μπήκαμε στο σπίτι και είδαμε όλα αυτά τα μικρά παιδιά να μας υποδέχονται χαμογελαστά και γεμάτα αγάπη. Παίξαμε μαζί τους και ένιωσα πως τα ήξερα εδώ και χρόνια. Η μεγαλύτερη έκπληξη ήταν όταν τους δώσαμε το δώρο τους, ένα κουτί γεμάτο βιβλία. Μας ευχαρίστησαν και μας έδειξαν με κάθε τρόπο πως κι αυτά χάρηκαν τη συνάντησή μας όσο και εμείς!

 

 

ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΙ ΠΟΥ ΑΓΑΠΟΥΣΕ ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ

 

Μια φορά στο τέλος της γερμανικής κατοχής, ζούσε ένα κοριτσάκι που το λέγαν Άννα και δεν ήξερε τι πάει να πει «βιβλίο» ούτε καταλάβαινε τι σημαίνει η λέξη «διαβάζω». Οι γονείς της είχαν πεθάνει στον πόλεμο και ζούσε σε ένα καλυβάκι με τον παππού και τη γιαγιά της.

Μια μέρα καθώς γυρνούσε από το απογευματινό της παιχνίδι με τα γειτονόπουλα, ακούει μια κραυγή να βγαίνει από την καλύβα. Η Άννα τρέχει γρήγορα τρομαγμένη και όταν μπαίνει μέσα, βρίσκει τον παππού της σωριασμένο κάτω και τη γιαγιά της δίπλα του να αναπνέει με το ζόρι, έτοιμη να λιποθυμήσει. Τρέχει έξω από την καλύβα ζητώντας βοήθεια. Όταν ήρθε η γειτόνισσα, η γιαγιά είχε ήδη χάσει τις αισθήσεις της. Η καρδιά της μικρής Άννας έγινε θρύψαλα. Δεν πίστευε πως αύριο θα γινόταν η κηδεία του παππού της και πως η γιαγιά της θα βρισκόταν βαριά άρρωστη στο νοσοκομείο.

Την ημέρα της κηδείας την πλησίασε ένας άνδρας και πήγε να της μιλήσει. Της είπε πως ήταν ο αδερφός του πατέρα της και τη ρώτησε αν ήθελε να ζήσει μαζί μ’ αυτόν και την κόρη του σε ένα μικρό σπίτι στο κέντρο της πόλης, σε ένα δωμάτιο που θα μοιράζεται με την ξαδέρφη της. Αυτή γεμάτη ικανοποίηση απάντησε καταφατικά και μετά την κηδεία ο κύριος Γιάννης, έτσι έλεγαν το θείο της, την πήρε στο σπίτι του, που από εκείνη τη στιγμή θα γινόταν και δικό της.

Το σπίτι ήταν μες στην πόλη και η μικρή Άννα δεν είχε ξαναδεί τόσο ωραίο σπίτι. Γνώρισε και την ξαδέλφη της, την Έλενα με την οποία ήταν συνομήλικες και είχαν πολλά κοινά που τις έδεναν. Την ίδια μέρα ο θείος της τής έδειξε τους χώρους του σπιτιού: το σαλόνι, την κουζίνα, την τραπεζαρία, το υπνοδωμάτιο και τέλος εκείνο που άφησε την Άννα κατάπληκτη, τη βιβλιοθήκη. Μια τεράστια συλλογή βιβλία μέσα σε ξεσκονισμένα ράφια ήταν μαζεμένη σε ένα πελώριο δωμάτιο. Άρχισε να τα ξεφυλλίζει… Αχ πόσο της άρεσε να τα βλέπει και ας μην μπορούσε να τα διαβάσει.

Το βράδυ καθώς καθόντουσαν γύρω από το τραπέζι και έτρωγαν, η Άννα ρώτησε τι ήταν εκείνα τα πράγματα με τα φύλλα στο μεγάλο δωμάτιο. 

Ο κύριος Γιάννης χαμογελώντας της απάντησε πως είναι τα βιβλία που διαβάζουμε. Η Άννα έμεινε για λίγο σιωπηλή και έπειτα ρώτησε: τι σημαίνει διαβάζουμε; Ο κύριος Γιάννης της είπε πως θα της τα εξηγούσε όλα την επόμενη μέρα. Η Άννα είχε μείνει έκπληκτη. Είχαν συμβεί τόσα πολλά πράγματα σε λίγες μόνο μέρες.

Πρωί-πρωί η Άννα ξύπνησε κεφάτη. Μόλις έφαγε το πρωινό της, πήγε στην τραπεζαρία με τον κύριο Γιάννη -δεν είχε συνηθίσει να τον λέει θείο- και άρχισαν το πρώτο της μάθημα Γλώσσας για να μάθει να διαβάζει, αφού ποτέ της δεν πήγε στο σχολείο. Μέσα σ’ ένα μήνα εντατικά μαθήματα, έμαθε να διαβάζει εξαιρετικά και από τη λατρεία που είχε στα βιβλία, σιγά-σιγά διάβασε όλα όσα υπήρχαν στη βιβλιοθήκη.

Μετά από μια βδομάδα η Αννούλα έμαθε πως η γιαγιά της είναι καλά. Πήρε μεγάλη χαρά και αμέσως παρακάλεσε το θείο της να πάνε στο νοσοκομείο να την δουν.

Η γιαγιά τα πήγαινε περίφημα και βγαίνοντας σύντομα από το νοσοκομείο, ζήτησε πρώτα να περάσει από την καλυβούλα της για να πάρει κάποια χαρτιά και μετά πήγαν όλοι μαζί στο σπίτι του γιου της.

Το ίδιο βράδυ η γιαγιά έδωσε στην Αννούλα και την Ελένη αυτά τα χαρτιά… ήταν ένα παραμύθι! Τα κορίτσια άρχισαν να το διαβάζουν. Ήταν τέλειο, μαγευτικό!

Από τότε η Αννούλα κατάλαβε πως η μεγάλη λατρεία της ζωής της ήταν τα βιβλία!

                                                            Αντονέτα Λέκαϊ

 

 

 Το κορίτσι που αγαπούσε τα βιβλία…!

Μια φορά και δυο καιρούς ήταν ένα κοριτσάκι που το λέγανε Σέλινα και ζούσε σε μια πόλη χτισμένη στα ερείπια μιας μεγάλης βιβλιοθήκης. Ήταν ένα τεράστιο χωριό γεμάτο μικρά -μικρά ανθρωπάκια που λάτρευαν τα βιβλία. Η Σέλινα λοιπόν ήταν ένα από αυτά τα ανθρωπάκια και μάλιστα το μικρότερο! Για αυτό το λόγο όλοι της έδειχναν περισσότερο ενδιαφέρον και συμπάθεια από ότι στα άλλα παιδάκια. Η Σέλινα ήταν ακόμη μικρή για να διαβάζει βιβλία άλλα έκανε μεγάλη προσπάθεια για να τα καταφέρει. Κοιτούσε τις εικόνες και έβαζε το μυαλό της να σκεφτεί την ιστορία. Μπορεί να μην πετύχαινε πάντα το σωστό αλλά ήταν πολύ περήφανη που προσπαθούσε. Περνούσαν οι μέρες και μετά οι μήνες που στο τέλος η Σέλινα έμαθε να  διαβάζει. Την ημέρα λοιπόν των γενεθλίων της έκανε ένα μεγάλο πάρτι. Όλοι της οι φίλοι της τής έφεραν δώρο βιβλίο ώστε να έχει να εξασκείται. Πολλά βιβλία: μικρά, μεγάλα, χοντρά, λεπτά, με μαλακό ή σκληρό εξώφυλλο, με εικόνες ή χωρίς  είχαν γεμίσει το σπίτι της. Γεμάτη όρεξη η Σέλινα ξεκίνησε το άλλο πρωί το διάβασμα. Βιβλία με δράκους, με μάγισσες και μάγους, με ιππότες,  με πρίγκιπες και πριγκίπισσες, με βασιλιάδες και βασίλισσες, με δάση, με κάστρα, με παλάτια.

Αυτά και άλλα πολλά ήταν τα βιβλία της Σέλινα και αυτή με όρεξη ξεκίνησε…

Διάβαζε, διάβαζε και ξαναδιάβαζε ώσπου να την πάρει ο ύπνος. Και τότε ξαφνικά όλα άρχισαν να γυρίζουν γύρω από το κεφάλι της. Έκλεισε τα μάτια της και ΤΣΟΥΠ εμφανίστηκε μπροστά σε ένα μεγάλο κάστρο γεμάτο από ήρωες και ηρωίδες σαν και αυτούς στα βιβλία της. Κάθισε και τους παρατήρησε για λίγη ώρα χωρίς να την πάρουν είδηση. Ναι, ήταν οι ίδιοι ήρωες όπως στα βιβλία της. Ο Μελένιος από το βιβλίο «Μικρές Περιπέτειες» , η Φλώρα από το βιβλίο «Χωρίς Σύνορα» , ο ιππότης Γιόχαν από το  βιβλίο «Ιστορίες χωρίς τέλος». Αυτοί  και ακόμη περισσότεροι  βρισκόντουσαν πάνω στο κάστρο. Κάνεις δεν την είχε πάρει είδηση ωσότου… η περιπολία των Ιπποτών την ανακάλυψε και την πήγε αμέσως στο βασιλιά και την βασίλισσα για να την ανακρίνουν. Με την είσοδό τους στο παλάτι  όλοι  άρχισαν να  κοιτούν επίμονα την ξένη που δεν την ήξεραν από κανένα παραμύθι , κανένα διήγημα  και καμία ιστορία. Μετά από λίγη ώρα κουβέντας αποφάσισαν να την κρατήσουν σε ένα δωμάτιο του παλατιού μιας και τα κελιά ήταν γεμάτα μετά την τελευταία επιδρομή των βαρβάρων. Τα ακατοίκητα μέρη του παλατιού ήταν τρία : η βιβλιοθήκη, το κελάρι και η κουζίνα. Μόνο σε αυτά τα μέρη μπορούσε να μείνει η Σέλινα. Χωρίς να το καλοσκεφτεί διάλεξε τη βιβλιοθήκη. Η συμφωνία που είχαν κάνει με τον βασιλιά ήταν να της φέρνουν νερό και φαγητό όποτε το ζητούσε. Η μέρα κύλησε ήρεμα αφού όλοι ήξεραν ότι η ξένη ήταν απομονωμένη και δεν πρόκειται να πείραζε κανέναν. Η Σέλινα είχε ξετρελαθεί με όλα αυτά τα βιβλία που βρίσκονταν γύρω της!! Βιβλία, βιβλία παντού, βιβλία από εδώ , βιβλία από εκεί ,δίπλα βιβλία, παραδίπλα βιβλία γεμάτος ο τόπος και η ηρωίδα μας το ένα να πιάνει και το άλλο να αφήνει. Αλλά υπήρχε κάτι το διαφορετικό… Αυτά τα βιβλία δεν ήταν παραμύθια και διηγήματα ήταν μυθιστορήματα με πολλά κεφάλαια και αμέτρητες λέξεις. Λέξεις παντού , αλλά εικόνες  πού ήταν οι εικόνες , ανάθεμα αν κάθε βιβλίο είχε δύομε τρεις εικόνες. Δεν την πείραζε όμως ήταν ωραία! Οι ώρες περνούσαν  και κανένας έως τώρα δεν μπήκε για να της πει να φύγει, μα και να της το έλεγαν δεν ήξερε με ποιο τρόπο να φύγει , ήδη με το ζόρι κατάλαβε πως ήρθε. Άρα ένα ακόμη ποιο μεγάλο πρόβλημα είχε δημιουργηθεί. Λίγα λεπτά αργότερα όμως μπήκε στο δωμάτιο ο Πέτρος ο γάιδαρος και της έφερε λίγα τοστ και ένα ποτήρι φρέσκο χυμό πορτοκάλι. Εκείνη βρήκε την ευκαιρία και τον ρώτησε κάποια πράγματα που ήθελε να μάθει «Πέτρο, του είπε, θα με βοηθήσεις να βρω ένα τρόπο να φύγω; Ξέρω ότι από την ιστορία σου είσαι ένα καλό και ήσυχο γαϊδουράκι που βοηθάς όλο τον κόσμο όποτε σου το ζητήσει». Αυτά και άλλα πολλά γλυκόλογα του είπε η Σέλινα για να τον καταφέρει. Μετά από πολύ κόπο ο Πέτρος λύγισε και της εξήγησε ότι ήθελε να μάθει

«Λοιπόν θα σε βοηθήσω αλλά δεν θα πεις τίποτα και σε κανέναν εντάξει;» «Εντάξει, στο υπόσχομαι» του απάντησε. «Ωραία, αυτό που έπαθες εσύ το έχουν πάθει άλλα δυο παιδιά σε όλο τον κόσμο».  «Δηλαδή , τι έπαθα;» ρώτησε γεμάτη απορία η Σέλινα. «Να, της λέει, απορροφήθηκες τόσο πολύ από το διάβασμα που έπεσες για ύπνο και τώρα το μυαλό σου ταξιδεύει και μπερδεύει τις ιστορίες. Μην νομίζεις ότι είναι δύσκολο να ξυπνήσεις αρκεί να το θελήσεις εσύ η ίδια». Και πριν προλάβει να τελειώσει την πρότασή του μπαίνει μέσα ο Βασιλιάς και με βλέμμα γεμάτο θυμό ρωτάει με την βροντερή του φωνή «Πέτρο γιατί αργείς;»  Με δισταγμό ο Πέτρος αποκρίθηκε «Να… κύριε… απλά… η φιλοξενούμενή μας έχει αλλεργία στο τυρί και μου ζήτησε να της φέρω κάτι άλλο». «Χαμ… πολύ ωραία Πέτρο. Όπως επιθυμείς, αλλά να ξέρεις. Έτσι και μάθω ότι την βοήθησες να ξυπνήσει, θα σε σκοτώσω μπροστά σε όλο τον λαό για παραδειγματισμό». Και έκλεισε με δύναμη την πόρτα πίσω του. «Είδες», ξαναγύρισε στην Σέλινα, «Την έβαψα. Για αυτό, κακομοίρα μου, μην σου ξεφύγει κουβέντα». Η Σέλινα σαστισμένη με όλα αυτά που συνέβησαν γυρνάει στο Πέτρο και του λέει «Πες μου σε παρακαλώ πώς θα ξυπνήσω;».  «Ααα» την σκουντάει ο Πέτρος. «Αυτό είναι το πιο εύκολο. Πρέπει να διαβάσεις κάτι πολύ τρομακτικό για να σε επαναφέρει στην πραγματικότητα» της είπε και ήδη είχε κατεβάσει τρία από τα πιο τρομακτικά βιβλία της βιβλιοθήκης.

Της  λέει: «Πάρε αυτά ελπίζω να βοηθήσουν. Αν δε σε ξαναδώ να προσέχεις και να μην ξεχνιέσαι τόσο πολύ γιατί αλλάζουν οι διαστάσεις και μπορεί να μην είσαι  τόσο τυχερή την επόμενη φορά».

« Σ’ ευχαριστώ  που με  βοήθησες» του απάντησε και του έσκασε ένα δυνατό φιλί στο μάγουλο.  Ο Πέτρος έφυγε μ’ ένα χαμόγελο μέχρι τ’ αυτιά. Ήταν χαρούμενος που βοήθησε την ηρωίδα μας.

Πίσω στη βιβλιοθήκη η Σέλινα είχε ξεκινήσει να διαβάζει. Τίποτα δεν της φαινόταν  τρομακτικό ώσπου…  Άρχισε να σκοτεινιάζει και να ρίχνει αστραπές και βροντές  που ακούγονταν από το παράθυρο. Το πιο περίεργο όμως απ’ όλα ήταν  ότι όλα αυτά συνέβαιναν μόνο στο δικό της δωμάτιο. Συνέχισε λοιπόν να διαβάζει  μέχρι που φοβήθηκε τόσο πολύ από έναν κεραυνό, που έκλεισε τα μάτια της και σε κλάσματα δευτερολέπτου βρέθηκε στο δωμάτιο της αγκαλιά  μ’ ένα βιβλίο. Έμεινε λίγες  ώρες να κοιτάει  τον χώρο γύρω της  ώσπου  να καταλάβει. Ξαφνικά μπήκαν στο σπίτι οι γονείς της και με το που την είδαν άρχισαν να την ρωτούν για τα βιβλία που είχε διαβάσει. Εκείνη σαν να μην συμβαίνει τίποτα τους απαντούσε.  Άλλωστε είχε υποσχεθεί «Τίποτα και σε κανέναν». Ήταν το μυστικό της και κανείς στον κόσμο της δεν έπρεπε να ξέρει  και κανείς στην φαντασία της  δεν ήξερε πού πήγε, κανείς  εκτός απ’ έναν…

Και  έζησαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα.

Φραγκούλη Βασιλική

Λέσχη Ανάγνωσης 2015-2016                                                                                                   

 

 

 

Πώς φαντάζεστε έναν σύγχρονο βιβλιομανή;

 

Έναν σύγχρονο βιβλιομανή… χμ… Τον φαντάζομαι έναν άνθρωπο με γυαλιά μυωπίας. 

Πάντα μ’ ένα βιβλίο στο χέρι, όπου κι αν πηγαίνει, γεμάτος περιέργεια για τη συνέχειά του. Τον φαντάζομαι απεριποίητο στο ντύσιμο και στο χτένισμα και με ελαφριά καμπούρα λόγω της συνεχούς ενασχόλησής του με τα βιβλία. Επίσης, τον έχω στο μυαλό μου με ονειροπόλο βλέμμα χωρίς σκληρά χαρακτηριστικά. Τέλος, δεν θα μπορούσα να καταλάβω την ηλικία του. Θα φαινόταν και νέος γεμάτος ενέργεια και ηλικιωμένος ταυτόχρονα.

Μαρία Πρίντζιου

 

Ένας σημερινός βιβλιομανής ίσως είναι ένα παιδί που του αρέσει να διαβάζει βιβλία. Θα διαβάζει πολύ γρήγορα τα βιβλία αλλά παράλληλα θα έχει και τις παρέες του και θα βγαίνει βόλτες. Για κάθε βιβλίο που τελειώνει θα γράφει μια περίληψη για να θυμάται το θέμα του.

Αναστασία Ευαγγελία Νικολακοπούλου                                                                                                                  

Φαντάζομαι έναν σύγχρονο βιβλιομανή να κλείνεται στο σπίτι του, στο δωμάτιό του, να μη βγαίνει έξω, να μην αφήνει να του πειράζουν τα βιβλία του, να ζει μόνο γι’ αυτά. Θα περνάει τις ώρες του διαβάζοντας βιβλία. Θα έχει πλούσια φαντασία και καλό λεξιλόγιο. Πιστεύω πως θα είναι εξαρτημένος από τα βιβλία. Αυτό από τη μια μεριά μπορεί να είναι καλό από την άλλη όμως όχι.

Ιωάννα Νικολακοπούλου                                                                                                

                        

Ένας σύγχρονος βιβλιομανής θα διαβάζει ένα βιβλίο την ημέρα, όπου και αν είναι, με όποιον κι αν είναι ή θα κατεβάζει ένα βιβλίο στο tablet, στο κινητό ή στο laptop του χωρίς να τον νοιάζει ο χρόνος και χάνοντας την αίσθησή του ή όσα συμβαίνουν γύρω του, όπως ένα σαλιγκάρι χάνει τις μέρες ενώ βρίσκεται σε θερινή νάρκη ή μια αρκούδα σε χειμερία νάρκη.

Κατερίνα Δρόλια                                                                                                        

 

Ο βιβλιομανής που φαντάζομαι εγώ είναι ένας ψηλός, αδύνατος και ψυχρός τύπος. Θα ζει σε μια μικρή μεζονέτα και το σπίτι του θα είναι γεμάτο βιβλία. Βιβλία μικρά και μεγάλα, βιβλία βαριά, βιβλία σύγχρονα και άλλα μόνο μιας έκδοσης. Αυτοί είναι οι θησαυροί του. Όμως έχει κι άλλους θησαυρούς και αυτοί βρίσκονται στη μεγάλη βιβλιοθήκη του με τα χιλιάδες βιβλία κάθε λογής και κάθε γούστου. Εκεί πάνε πολλοί άνθρωποι και δανείζονται τα βιβλία του. Έρχονται αναγνώστες από την Αφρική, την Ασία, την Αμερική και την Ευρώπη για να δανειστούν ή να διαβάσουν κάποιες σπάνιες εκδόσεις. Τέλος ο βιβλιομανής θα ζει μόνος του και δεν θα μιλάει σε κανέναν άλλον εκτός από τους βιβλιόφιλους.

Αντονέτα Λέκαϊ

                                             

Στην εποχή μας βιβλιομανή μπορούμε να αποκαλέσουμε έναν άνθρωπο που διαβάζει τρία βιβλία την εβδομάδα. Είναι ένας απλός άνθρωπος που έχει μια μεγάλη αγάπη για τα βιβλία και ειδικότερα για τη λογοτεχνία. Είναι απομονωμένος από τους υπόλοιπους. Δεν έχει σχεδόν καθόλου φίλους ούτε οικογένεια και ζει μοναχικά. Έτσι βρίσκει παρηγοριά στις σελίδες των βιβλίων του.

Μαρία Ηλιοπούλου                                                                                                                                                   

Τον έβλεπα. Τον έβλεπα κάθε μέρα, την ίδια ώρα, στο ίδιο μέρος, με τις ίδιες κινήσεις μα πάντα με διαφορετικό βιβλίο. Ο κύριος Ανέστης κάθε μέρα στις έξι το απόγευμα, λίγο πριν φύγω για Αγγλικά, καθόταν στην πολυθρόνα του δίπλα στο παράθυρο, κοίταζε το δρόμο και αφοσιωνόταν στο βιβλίο του. Όταν αποφάσιζε να σταματήσει ήταν αργά, πολύ αργά. Μια φορά είχε φτάσει μέχρι τις δύο τη νύχτα.

Μου άρεσε να παρακολουθώ τις κινήσεις του, τον τρόπο που έπιανε το φλιτζάνι με το αχνιστό τσάι, τον τρόπο που γύριζε τις σελίδες. Όλα αυτά μου άρεσαν κι ας με έλεγαν περίεργη. Στις 7.30 που γυρνούσα από τα Αγγλικά έκανα μια μικρή επανάληψη στο πρόγραμμα της επόμενης μέρας και μετά καθόμουν και τον παρακολουθούσα. Δεν ξέρω γιατί, όμως τον κοίταζα. Ίσως ένιωθα ότι διάβαζα κι εγώ μαζί του. Βέβαια με χίλια ζόρια καταλάβαινα τον τίτλο του βιβλίου. Αυτό όμως που μου κινούσε την περιέργεια περισσότερο από όλα ήταν ότι ποτέ δεν έφευγε αν δεν τέλειωνε το βιβλίο του. Γιατί; Ήταν μια απορία που μου έτρωγε τα σωθικά. Ήθελα να ξέρω πόσα βιβλία είχε. Κάθε μέρα και διαφορετικό, αλλά φαίνονταν όλα τόσο ίδια, το εξώφυλλο, τα χρώματα, λες και τα ξαναδιάβαζε για να καταλάβει καλύτερα το τέλος.

Ο κύριος Ανέστης ήταν ένας λιγομίλητος άνθρωπος. Όταν τον χαιρετούσες, δεν μπορούσες να καταλάβεις αν σε είχε προσέξει ή απλά προσπαθούσε να σε αποφύγει.

Μια φορά τον συνάντησα στο βιβλιοπωλείο. Καθόταν στην πολυθρόνα και διάβαζε τη βιογραφία ενός ξένου συγγραφέα. Ήταν τόσο απορροφημένος λες και διάβαζε κάποιο μυθιστόρημα επιστημονικής φαντασίας και περίμενε με ανυπομονησία το τέλος. Τον χαιρέτησα αν και δεν περίμενα καμιά απάντηση. Το μόνο που έκανε ήταν ένα νεύμα με το χέρι.

Την άλλη μέρα έμαθα ότι θα μετακομίζαμε. Ήδη είχα ακούσει τους γονείς μου να το συζητάνε τον τελευταίο καιρό. Σκεφτόμουν τι θα μου έλειπε από αυτή τη γειτονιά και κατέληξα πως δεν θα μου έλειπε τίποτα. Ναι, τίποτα. Ποτέ δεν τη συμπάθησα. Θα μου μείνει μόνο η περιέργεια για τον κύριο Ανέστη. Ναι, όσο κι αν ακούγεται περίεργο, είναι το μόνο πράγμα που μου κίνησε το ενδιαφέρον να το εξερευνήσω.

Λίγο πριν φύγουμε με το αυτοκίνητο, κοίταξα το παράθυρό του για τελευταία φορά και ξαφνικά σήκωσε τα μάτια του από το βιβλίο του και με κοίταξε. Τα μάτια του είχαν αυτό το βαθύ μαύρο χρώμα που σε κάνει να χάνεσαι μέσα τους, έτσι όπως τον κοίταζα, ενώ το αυτοκίνητο απομακρυνόταν. Γύρισα μπροστά με την ελπίδα πως αν ποτέ ξανάρθω, θα ήθελα να τον δω εκεί, στο παράθυρό του με το τσάι του και το βιβλίο του.

Βασιλική Φραγκούλη

Στη γειτονιά μου ζει μια αρκετά συμπαθητική οικογένεια με δύο παιδιά. Ο πατέρας, ο κύριος, Μιχάλης, είναι ένας ήρεμος, καλοσυνάτος και ευγενικός άνθρωπος, δάσκαλος στο επάγγελμα. Μου έχει δώσει την εντύπωση ενός βιβλιομανούς. Τον αποκαλώ βιβλιομανή διότι τον έχω πετύχει αρκετές φορές να κάνει πολλά πράγματα παρέα με τα βιβλία του. Για παράδειγμα έχω παρατηρήσει, όταν γυρνάει από τη δουλειά του, το πρώτο πράγμα που κάνει είναι να παίρνει ένα βιβλίο από την πλούσια ξύλινη βιβλιοθήκη του. Αργότερα, όταν γυρίσουν τα παιδιά του από το σχολείο, αφήνει το βιβλίο του στον καναπέ και πηγαίνει για φαγητό. Αμέσως μετά ξαναγυρνάει στον καναπέ του και συνεχίζει την ανάγνωση. Κατά το απόγευμα, ανάβει τη φωτιά και κάθεται στην αναπαυτική του πολυθρόνα, δίπλα στο τζάκι, πάντα παρέα με το βιβλίο του. Το βράδυ, όταν όλοι έχουν πλέον τελειώσει τις δουλειές τους, κάθεται όλη η οικογένεια στη ζεστασιά της φωτιάς και ακούνε προσεκτικά τον κύριο Μιχάλη να τους διαβάζει, μάλλον ένα παραμύθι.

Από λίγες ματιές που έχω ρίξει στα παιδιά του, φαίνεται να τους έχει μεταδώσει τη λατρεία του για τα βιβλία. Τα έχω δει και αυτά, όταν δεν έχουν διάβασμα για το σχολείο, να παίρνουν ένα βιβλίο και να κάθονται κάπου αναπαυτικά για να διαβάσουν.

Έχω, επίσης, πετύχει τον κύριο Μιχάλη να συνεχίζει το διάβασμα μόνος του, δίπλα στη φωτιά, μέχρι να αποκοιμηθεί αγκαλιά με τα βιβλία του.

Κάποιες μέρες του καλοκαιριού που είναι ανοικτή η Δημοτική Βιβλιοθήκη και εγώ έχω ελεύθερο χρόνο να την επισκεφθώ, τις περισσότερες φορές τον βρίσκω εκεί.

Τα θυμάμαι όλα αυτά γιατί μου έχει κάνει εντύπωση ο τρόπος που επιλέγει το βιβλίο που θα διαβάσει. Αντί να δει τον τίτλο ή κάποιες από τις σελίδες του βιβλίου, αυτός αρχίζει να το μυρίζει, να το χαϊδεύει και να το κρατάει στην αγκαλιά του.

Δεν έχει τύχει να του μιλήσω για να μου εξηγήσει το λόγο που τα κάνει όλα αυτά, αλλά έχω βγάλει ένα συμπέρασμα για την περίεργη συμπεριφορά του. Πιστεύω ότι με όλες αυτές τις κινήσεις συνδέεται με κάποιο τρόπο με το βιβλίο. Στην αρχή όλα αυτά μου φαίνονταν παράξενα αλλά μετά κατάλαβα ότι έτσι συμπεριφέρεται ένας σύγχρονος βιβλιομανής.

Δήμητρα Νικολοπούλου

 

Τον βρήκε καθισμένο σ’ ένα παγκάκι, δέκα τετράγωνα μακριά απ’ το σπίτι του. Του είχε κεντρίσει την περιέργεια και τον κοίταζε απ’ την κορφή ως τα νύχια, έχοντας καθίσει σ’ ένα άλλο παγκάκι απέναντί του, γύρω στα πέντε μέτρα μακριά.

Το εξονυχιστικό του βλέμμα δεν φαίνεται να πείραξε τον ξένο, που διάβαζε ένα χοντρό βιβλίο τοποθετημένο πάνω στα κοντά του πόδια. Μάλιστα, είναι σχεδόν σίγουρο πως δεν είχε αντιληφθεί καν τον άνθρωπο που καθόταν απέναντί του και τον κοίταζε με εκείνον τον επίμονο, σχεδόν αγενή τρόπο. Ο περίεργος φίλος μας ήταν βέβαιος πως αν πήγαινε και του άρπαζε την καφέ, δερμάτινη τσάντα που είχε ακουμπήσει πάνω στο χορτάρι, δεν θα το πρόσεχε καθόλου.

Ο παράξενος εκείνος αναγνώστης φαίνεται ότι είχε μεγάλο βαθμό μυωπίας. Φορούσε γυαλιά με μαύρο σκελετό και χοντρούς φακούς. Και σαν να μην έφτανε αυτό, είχε σκύψει τόσο πολύ το κεφάλι του πάνω στο βιβλίο που το χοντρό μαύρο μουστάκι του άγγιζε τις κίτρινες σελίδες του. Ο ιδρώτας έτρεχε ποτάμι πάνω στο μέτωπό του και οι φλέβες του λαιμού του ήταν ευδιάκριτες πάνω από το γιακά του λευκού πουκαμίσου του. Όσο συνηθισμένο όμως ήταν το πουκάμισό του, τόσο ασυνήθιστες ήταν οι κάλτσες του. Ο αγαπημένος μας φίλος παρατήρησε πως φορούσε μια άσπρη και μια γκρι κάλτσα.

Κάθισαν έτσι για πέντε ακόμα λεπτά. Ο ένας συνεχίζοντας να διαβάζει σκυμμένος το βιβλίο του και ο άλλος παρατηρώντας τον υπομονετικά. Δεν σκεφτόταν το στιφάδο που είχε μαγειρέψει η γυναίκα του στο σπίτι, παρά είχε επικεντρώσει όλη του την προσοχή και τις αισθήσεις στον άνθρωπο που βρισκόταν απέναντί του και στο βιβλίο του.

Άρχισε να σκοτεινιάζει. Οι λάμπες στο πάρκο άναψαν και ο άγνωστος συνέχισε το διάβασμά του. Λίγο αργότερα έπεσαν οι πρώτες ψιχάλες. Ο φίλος μας άνοιξε την ομπρέλα του. Η βροχή δυνάμωσε. Ήταν πια καταρρακτώδης. Ο άγνωστος όμως συνέχισε με προσήλωση την ανάγνωση του βιβλίου. Οι σελίδες δεν βρέχονταν, καθώς τις προστάτευε ο τεράστιος όγκος του σώματός του. Το δέρμα του είχε τσιτώσει από την ένταση και τα ρυτιδιασμένα χέρια του έτρεμαν. Η βαριά του ανάσα ακουγόταν δυνατά. Και σχεδόν κάλυπτε τον ήχο της βροχής. Ο άνδρας αγκομαχούσε και ο απέναντί του σχεδόν ανησύχησε μήπως είχε πάθει κάτι. Και τότε…

Παφ! Ο άντρας έκλεισε το βιβλίο τόσο απότομα και δυνατά, που ο φίλος μας κατατρόμαξε και έβγαλε μια πνιχτή κραυγή. Ο άγνωστος σχεδόν αμέσως σήκωσε το κεφάλι του και κοίταξε με ένα άδειο και απλανές βλέμμα το κενό. Οι μεγάλες μαύρες σακούλες κάτω από τα μάτια του πρόδιδαν την κούρασή του και το μαύρο του μούσι ήταν απεριποίητο, όπως και το μουστάκι του. Ο φίλος μας, αν και ένιωθε πως δεν τον είχε καν προσέξει, χαμογέλασε αμήχανα στον ηλικιωμένο άνδρα. Αλλά εκείνος ήταν σ’ έναν άλλο κόσμο.

Για μια στιγμή επανήλθε στην πραγματικότητα βλέποντας το βρεγμένο βιβλίο του και συνειδητοποιώντας πως και ο ίδιος ήταν μούσκεμα. Έβγαλε μια κραυγή που κράτησε για πέντε ολόκληρα δευτερόλεπτα, πέταξε μια βρισιά. Έχωσε γρήγορα το δερματόδετο βιβλίο κάτω απ’ το πράσινο παλτό του και σηκώθηκε με τέτοια σβελτάδα, που ο φίλος μας δεν πίστευε ότι θα διέθετε ένας τέτοιος άνθρωπος. Ο άγνωστος τότε άρχισε να τρέχει σαν τρελός πηγαίνοντας προς άγνωστη κατεύθυνση. Ο φίλος μας είχε κοκαλώσει στη θέση του, όχι απ’ το κρύο, αλλά από την έκπληξή του εξαιτίας της παράλογης συμπεριφοράς του άνδρα.

Τελικά αποφάσισε να τον ακολουθήσει. Ο άγνωστος είχε ξεχάσει μέσα στη βιασύνη του την τσάντα του και ο φίλος μας ήθελε να τον βρει για να του τη δώσει. Ήξερε όμως μέσα του πως ο πραγματικός λόγος που τον ακολουθούσε ήταν η βαθιά του περιέργεια. Είχε εντωμεταξύ κλείσει την ομπρέλα του για να μην τον εμποδίζει στο τρέξιμο και να προλάβει τον άνδρα που είχε απομακρυνθεί αρκετά. Ο άτιμος είχε μεγάλο διασκελισμό.

Έστριψε δεξιά και ο άλλος τον ακολούθησε. Έστριψε αριστερά και ο άλλος από πίσω του. Τελικά, ξεκλείδωσε την πόρτα ενός σπιτιού, μπήκε μέσα φουριόζος και χάθηκε κάπου στο εσωτερικό. Ο φίλος μας, που παρακολουθούσε λαχανιασμένος πίσω από έναν σκουπιδοτενεκέ, προχώρησε προς το σπίτι. Κάθισε αναποφάσιστος στο κατώφλι της πόρτας παρατηρώντας το εσωτερικό του πλούσιου όπως φαινόταν σπιτιού, αφού ο αφηρημένος άνδρας είχε ξεχάσει την πόρτα ανοιχτή. Να έμπαινε μέσα ή όχι;

Χωρίς να το πολυκαταλάβει, είχε σταθεί ξανά απέναντι από τον άγνωστο που το είχε ρίξει στην ανάγνωση ενός άλλου βιβλίου και σίγουρα δεν είχε καταλάβει πως ένας ξένος βρισκόταν στο γραφείο του. Ο παρατηρητής, που θαύμαζε την τεράστια βιβλιοθήκη, ήταν τόσο κοντά του, ώστε αν άπλωνε το χέρι του θα τον άγγιζε.

Μετά από μια εσωτερική πάλη, που του φάνηκε πως κράτησε έναν αιώνα, μίλησε: «Εεεε…Γεια…Γεια σας! Ξεχάσατε, ξέρετε, την τσάντα σας στο πάρκο και σας την έφερα!».

«Ναι, ναι, αφήστε την εκεί!», είπε αφηρημένα ο ηλικιωμένος με μια βραχνή φωνή.

Ύστερα γούρλωσε τα μάτια του και σήκωσε σιγά-σιγά το κεφάλι του. Κοίταξε τον άνδρα απέναντί του και άρχισε να φωνάζει:

«Μα ποιος είστε εσείς; Πώς μπήκατε κρυφά στο σπίτι μου; Απαντήστε μου, αλλιώς θα φωνάξω την αστυνομία!»

«Ηρεμήστε, ηρεμήστε! Αφήσατε κατά λάθος την πόρτα ανοιχτή! Έτσι, μπήκα και …εεε!».

Ο ηλικιωμένος κούνησε αργά το κεφάλι του πάνω κάτω σαν να προσπαθούσε ακόμα να συνειδητοποιήσει την κατάσταση.

«Μάλιστα! Μάλιστα! Περιμένετε μια στιγμή, παρακαλώ!».

Ο άνδρας προχώρησε προς την πόρτα, αλλά μετά κοίταξε με επιφυλακτικότητα τον άγνωστο και γύρισε να πάρει το βιβλίο του που ήταν ανοιχτό πάνω στο γραφείο. Αφού έκλεισε και κλείδωσε την πόρτα, πλησίασε με αργά, νωθρά βήματα τον φίλο μας, του έδειξε μια πολυθρόνα και του ζήτησε να καθίσει…

Καθώς ο άνθρωπός μας επέστρεφε στο σπίτι του, σκεφτόταν χαμογελαστός τον άνδρα που είχε μόλις γνωρίσει και που, όπως αποδείχτηκε, ήταν ένας βιβλιομανής. Ήταν πολύ ενδιαφέρον άτομο και μέσα στη μία ώρα που συζητούσαν, του μίλησε για το πάθος του για τα βιβλία, ώστε του μετέδωσε τη μεγάλη του αγάπη γι’ αυτά.

Ο φίλος μας ήταν αποφασισμένος να διαβάσει όσα περισσότερα βιβλία γινόταν, αφού βέβαια ολοκληρωνόταν ο καβγάς με τη γυναίκα του!

Λάμπρος Πρίντζιος

 

 

 

 

 

Στη ζωή μου έχω δει βιβλία προορισμένα να ισορροπούν το κοντό πόδι κάποιου τραπεζιού. Βιβλία στοιβαγμένα ώστε να σχηματίζουν πύργο και να γίνονται κομοδίνα με ένα πανί ριγμένο από πάνω. Πολλά λεξικά έχουν σιδερώσει και πατικώσει αντικείμενα περισσότερα κι από τις φορές που ανοίχτηκαν, ενώ ουκ ολίγα βιβλία κρυμμένα σε ράφια φυλάνε γράμματα, χρήματα και μυστικά. Και οι άνθρωποι όμως αλλάζουν το πεπρωμένο των βιβλίων.

Τα βάζα σπάνε και οι καφετιέρες ή οι τηλεοράσεις χαλάνε πολύ πιο γρήγορα από τα βιβλία. Τα βιβλία δεν καταστρέφονται παρά μόνο αν ο ιδιοκτήτης τους το θελήσει, αν σκίσει τις σελίδες τους, αν τους βάλει φωτιά. Στα χρόνια της τελευταίας αργεντίνικης δικτατορίας πολύς κόσμος έκαψε τα βιβλία του σε τουαλέτες και μπανιέρες, έθαψε εκδοτικές σειρές στην πίσω αυλή του σπιτιού του. Είχαν γίνει ιδιαίτερα επικίνδυνα. Οι άνθρωποι έπρεπε να διαλέξουν ανάμεσα στην ίδια τους τη ζωή και στα βιβλία και γίνονταν οι δήμιοί τους.

Βιβλία που είχαν μελετηθεί σε βάθος και είχαν συζητηθεί, βιβλία που είχαν ξυπνήσει πάθη ή είχαν δημιουργήσει ακλόνητες πεποιθήσεις, βιβλία που είχαν χωρίσει παλιούς φίλους ανέρχονταν στους ουρανούς με τη μορφή στάχτης που διασκορπιζόταν στον αέρα. 

"ΤΟ ΧΑΡΤΙΝΟ ΣΠΙΤΙ"  Κάρλος Μαρία Ντομίνγκες, εκδόσεις Πατάκη(σελ. 83, 84)

 

 

Η Λέσχη Ανάγνωσης προτείνει το βιβλίο του μήνα

ΣΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ ΚΟΛΥΜΠΑΝΕ ΚΡΟΚΟΔΕΙΛΟΙ

ΦΑΜΠΙΟ ΤΖΕΝΤΑ

Εκδόσεις Ψυχογιός

 

Αν γεννηθείς στο Αφγανιστάν, στο λάθος μέρος και τη λάθος στιγμή, είναι πολύ πιθανό, ακόμη κι αν είσαι παιδί, κάποιος να θέλει να σε σκοτώσει.

Ο πατέρας του Εναϊτολάχ έχασε τη ζωή του ενώ δούλευε για τον πλούσιο εργοδότη του, ο οποίος, για να αποζημιωθεί για την απώλεια του εμπορεύματος του φορτηγού του, στράφηκε εναντίον του μικρού παιδιού. Η μητέρα του τον έκρυβε για καιρό σ’ ένα λάκκο που είχε σκάψει δίπλα στις πατάτες. Αλλά ο Εναϊτολάχ μεγάλωσε και δεν μπορούσε πια να κρύβεται σε κάθε χτύπημα της πόρτας. Έτσι, μια μέρα η μαμά του του είπε ότι θα έκαναν ένα ταξίδι. Τον συνόδευσε στο Πακιστάν, του χάιδεψε τα μαλλιά, τον έβαλε να της υποσχεθεί ότι θα γινόταν καλός άνθρωπος και τον άφησε μόνο του. Αυτή η συγκινητική πράξη αγάπης σηματοδότησε την ενηλικίωση του Εναϊτολάχ μέσω ενός απίστευτου ταξιδιού που τον οδήγησε στο Ιράν, στην Τουρκία, την Ελλάδα και, τέλος, την Ιταλία. Το μικρό παιδί έζησε μια οδύσσεια που τον έκανε να γνωρίσει από κοντά την αθλιότητα αλλά και την ευγένεια των ανθρώπων, την απόγνωση αλλά και την ελπίδα. Μια οδύσσεια που δεν κατάφερε, ωστόσο, να σβήσει από το πρόσωπό του το υπέροχο χαμόγελό του. Ο Εναϊτολάχ βρήκε τελικά ένα σπίτι. Κι αυτή είναι η ιστορία του.

 

Απόσπασμα από το βιβλίο:

«Τρία πράγματα, κυρίως, πρέπει ν’ αποφύγεις στη ζωή σου, Εναϊάτ jan.

Το πρώτο είναι να μην πάρεις ποτέ ναρκωτικά.

Υπάρχουν εκείνα που η οσμή και η γεύση τους είναι γλυκιά και σου σιγοψιθυρίζουν στο αυτί ότι μαζί τους θα περάσεις τόσο καλά όσο ποτέ δε θα τα καταφέρεις χωρίς αυτά. Μην τα πιστέψεις.

Δώσε μου το λόγο σου πως δε θα πάρεις.

Τον έδωσα.

Το δεύτερο αφορά τα όπλα.

Ακόμα κι αν κάποιος προσβάλει τη μνήμη, τα ιερά και τα όσια ή τις ευαισθησίες σου βρίζοντας τον Θεό, τη γη και τους ανθρώπους, δώσε μου το λόγο σου ότι η παλάμη σου δε θα σφιχτεί γύρω από ένα πιστόλι, ένα μαχαίρι, μια πέτρα ή ένα στειλιάρι από το ghorma palaw, αν είναι να το χρησιμοποιήσεις για να πληγώσεις άνθρωπο.

Δώσε μου το λόγο σου.

Τον έδωσα.

Το τρίτο είναι η κλοπή.

Ό,τι είναι δικό σου σού ανήκει, κι ό,τι δεν είναι όχι. Τα χρήματα που θα ’χεις ανάγκη δούλεψέ τα, ακόμα κι αν η εργασία είναι κουραστική. Και δε θα εξαπατήσεις ποτέ κανέναν· έτσι δεν είναι, Εναϊάτ jan; Θα είσαι πονετικός κι ανεκτικός με όλους.

Δώσε μου το λόγο σου ότι θα το κάνεις.

Τον έδωσα.

Ορίστε. Ακόμα κι όταν η μάνα σου σού λέει τέτοια πράγματα, υψώνοντας το βλέμμα προς το παραθύρι, αρχίζει να μιλάει για όνειρα, δίχως να παύει να σου γαργαλάει το λαιμό, για όνειρα που αφορούν το φεγγάρι, στο φως του οποίου μπορείς να φας, για τη νύχτα και για επιθυμίες – ότι μια επιθυμία πρέπει να την έχεις πάντα μπροστά στα μάτια σου, όπως ο γάιδαρος ένα καρότο, και πως στην προσπάθεια να ικανοποιήσουμε τις επιθυμίες μας, βρίσκουμε τη δύναμη να ξανασταθούμε στα πόδια μας, κι ότι την επιθυμία, όποια κι αν είναι, την κρατάμε ψηλά, μια πιθαμή από το μέτωπό μας, τότε αξίζει τον κόπο να ζεις. Έτσι, λοιπόν, ακόμα κι όταν η μάνα σου, ενώ σ’ αποκοιμίζει, τα λέει όλα τούτα με χαμηλή και απροσδόκητη φωνή, που σου ζεσταίνει τ’ άκρα ίδια με θράκα και γεμίζει τη σιγαλιά με λέξεις, εκείνη που ήταν πάντα της λιγόλογη και όλο έτρεχε να τα προλάβει όλα, ακόμα κι έτσι λοιπόν σου είναι δύσκολο να αναλογιστείς ότι σου λέει με τον τρόπο της: Khoda negahdar, αντίο.

http://webdata.psichogios.gr/sample/9789604960699.pdf

 

Το βιβλίο μπορείτε να το δανειστείτε από τη Δημοτική Βιβλιοθήκη

 

Μαθητές-μέλη της Λέσχης Ανάγνωσης του σχολείου μας συμμετέχουν στη γιορτή της επετείου του Πολυτεχνείου

 

Η Λέσχη Ανάγνωσης προτείνει βιβλία για το Πολυτεχνείο 

και τους αγώνες για τη Δημοκρατία

Κωστούλα Μητροπούλου: Το χρονικό των τριών ημερών» Κέδρος

Ζωρζ Σαρή: Τα γενέθλια, Πατάκης

Άλκη Ζέη: Το καπλάνι της βιτρίνας

Βούλα Μάστορη: Κάτω από την καρδιά, Πατάκης

Μαρούλα Κλιάφα: Οι πελαργοί θα ξανάρθουν Κέδρος

Μάρω Δούκα: Η αρχαία σκουριά

Κατερίνα Μουρίκη: Λίγα γαρίφαλλα για το Πολυτεχνείο, Διάπλαση

Ελένη Βοϊσκου: Εφιάλτες και όνειρα, Σύγχρονη Εποχή

Δημήτρης Παπαχρήστος: Το Πολυτεχνείο ζει;, Λιβάνης

Γιάννης Γιάννος: Πολυτεχνείο 73, Gutenberg

Ηλίας Γκρης: Το μελάνι φωνάζει, Μεταίχμιο

Νίκος Κάσδαγλης: Η νευρή

Νίκος Χουλιαράς: Ζωή την άλλη φορά

Αλέξανδρος Κοτζιάς: Αντιποίησις αρχής

Γιώργος Χειμωνάς: Ο γάμος

Γιώργος Ιωάννου: Ο τοίχος με τα κάγκελα

Γιώργος Μανιώτης: Η επέτειος

Ανδρέας Φραγκιάς: «Λοιμός»

Μενέλαος Λουντέμης: «Οδός αβύσσου αριθμός 0»

Ρέα Γαλανάκη: Ο αιώνας των Λαβυρίνθων (απόσπασμα)

Ευγενία Φακίνου: Έρως, θέρος, πόλεμος (απόσπασμα) 

 

 

Πού μπορεί να μας πάει ένα βιβλίο;

Ακροστιχίδα-ελεύθερο παιχνίδι συνειρμών (άσκηση δημιουργικής γραφής)

 

 

 

Αν ήμουν βιβλίο, θα ήθελα  να είμαι ένα παραμύθι με βασιλιάδες, βασίλισσες, πριγκιποπούλες και πριγκιπόπουλα…    Αντονέτα Λέκαϊ

 

Αν ήμουν βιβλίο, το περιεχόμενό μου θα ήθελα να είναι ιστορικό. Να μιλάει για πολέμους, νίκες και θαυμαστούς ήρωες! Θα ήθελα